Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Lord of War


Η σύλληψη του Ρώσου έμπορου όπλων, Βίκτορ Μπουτ, έφερε στην επιφάνεια μια από τις τρομερότερες ιστορίες πολέμου, θυμίζοντας γιατί στην κούρσα των εξοπλισμών δεν υπάρχει ασημένιο μετάλλιο.


Η αποπνικτική ατμόσφαιρα θυμίζει πόλεμο που γίνεται μακριά και σε πολλά μέρη ταυτόχρονα. Μέσα στο μπαρ, κάθε λογής δολοφόνος βουτάει στο αλκοόλ μέχρι την επόμενη αποστολή του. Η παρέα ενός νεαρού, του ηλικιωμένου συνοδού του, του ανθρωποειδούς που περιμένει στην έξοδο κι ενός μικροσκοπικού ρομπότ φέρνει ένταση. Όπως σε κάθε καλή ιστορία, έτσι και στον «Πόλεμο των Άστρων» του Τζορτζ Λούκας, οι καλοί παλεύουν και νικούν. Στην παρέα των καλών προστίθεται ο αμφιλεγόμενος πιλότος, Χανς Σόλο, και ο τερατόμορφος λοστρόμος του. Η περιπέτεια άρχιζε. Το 1977, το φιλοθεάμον κοινό της Δύσης διασκέδαζε με σκηνές Φαρ Ουέστ από άλλους πλανήτες, ανακαλύπτοντας παρόλα αυτά τη σημασία που έχει το ντηλ με έναν καλό πιλότο, όταν κανείς θέλει να ξεφύγει από τους διώχτες του και να επιβιώσει.

Τριάντα χρόνια μετά, κάτω στη Γη, οι πόλεμοι παίζονται σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση χωρίς να ξεχωρίζουν οι καλοί από τους κακούς. Στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, υπάρχει έντονη η οσμή της ερήμου. Μόνο τα γκρίζα κτίρια σπάνε τη μονοτονία του ορίζοντα. Οι άνθρωποι κινούνται σταθερά σε καθορισμένες πορείες. Η στρατιωτική παρουσία είναι έντονη. Και ο πιο ανυποψίαστος παρατηρητής θα καταλάβαινε πως σε αυτό το χώρο συμβαίνουν πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται. Τα ανυψωτικά μηχανήματα έχουν πλημμυρίσει τις αποβάθρες φορτοεκφόρτωσης σαν μηχανικά μυρμήγκια, κουβαλώντας από βαρέλια πετρελαίου μέχρι αυτοκίνητα μεταφοράς προσωπικού και βέβαια εκείνες τις ατέλειωτες κούτες αλληλογραφίας με την κρυφή ιστορία της εποχής κωδικοποιημένη σε γράμματα, σφραγίδες και γραμματόσημα. Τα αμερικανικά μεταγωγικά, που έρχονται και φεύγουν κατά δεκάδες, επιχειρούν σε πληρότητα από την αρχή του πολέμου το 2003. Για τις δε αμερικανικές ιδιωτικές εταιρίες είναι πολύ επικίνδυνο να αναλάβουν τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού που περισσεύει. Η φύση απεχθάνεται τα κενά. Ακόμα και η φύση της ερήμου. Αυτή τη φορά το κενό στις μεταφορές καλούνται να καλύψουν αεροπορικές εταιρίες από γειτονικές χώρες με σαραβαλιασμένα αεροπλάνα και ριψοκίνδυνους πιλότους, συνήθως Ρώσους, που ταιριάζουν στο μισθοφορικό κλίμα που επικρατεί στη Βαγδάτη. Ο Χανς Σόλο του Λούκας δίνει τη θέση του σε έναν πιλότο της εποχής μας που το όνομά του δεν θα μάθουμε πιθανόν ποτέ. Στον πραγματικό πόλεμο, δεν υπάρχουν ήρωες. Όσα πιο πολλά ξέρεις, τόσο πιο εύκολα σκοτώνεσαι. Αν νομίζεις ότι ξέρεις τα πάντα, ή είσαι ήδη νεκρός, ή είσαι ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς Μπουτ, ο μεγαλύτερος και πιο αδίστακτος έμπορος όπλων της εποχής μας.

ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Είμαστε στο 2004 και από τα μέσα του έτους με αφορμή δημοσιεύματα σε αμερικανικό και βρετανικό τύπο, είχε αρχίσει να γίνεται φανερό στους Αμερικανούς αξιωματικούς του αεροδρομίου της Βαγδάτης πως θα αντιμετώπιζαν ένα επιπλέον πρόβλημα, αυτή τη φορά όχι στρατιωτικής φύσης. Ύστερα από άρθρο του Newsweek (20 Δεκ 2004), οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι στην Ουάσινγκτον έπρεπε με κάθε τρόπο να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις από τον ισχυρισμό πως η τεξανική μεταφορική εταιρία BRB -από αυτές που επιχειρούσαν στο αεροδρόμιο της ιρακινής πρωτεύουσας μεταφέροντας σκηνές του στρατού, υλικό και προσωπικό- άνηκε στον Βίκτορ Μπουτ. Ανάλογες εντυπώσεις είχε αφήσει η καταγγελία βρετανικής εφημερίδας νωρίτερα το ίδιο έτος για την εταιρία Irbis, η οποία υποστηρίχθηκε στο δημοσίευμα πως μετέφερε προκηρύξεις του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ από την Βάση της Κεντρικής Αεροπορικής Διοίκησης στο Κατάρ. Η αλήθεια δεν θα μπορούσε να είναι πιο ενοχλητική.

Βέβαια, το φορτίο αυτό ήταν κατά μια έννοια αθώο σε σχέση με το διαχρονικά τυπικό φορτίο των εξήντα και πλέον σκαφών του στόλου της ρωσικής Irbis Ο τριανταεπτάχρονος Βίκτορ Μπουτ –ή Βίκτορ Μπουλάκιν ή Βαντίμ Αμίνοφ, όπως αναφέρεται στα πολλά διαβατήριά του- είχε στείλει μέσω των αεροπλάνων του συστημένα από νάρκες και αυτόματα Καλάσνικοφ έως αντιαρματικά και πυραύλους άερος-εδάφους σε όλα σχεδόν τα πολεμικά πεδία μαχών της υφηλίου. Για κάθε χρόνο από το 1995, σχεδόν 500.000 άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους από τυφέκια σαν τα AK-47 -τα γνωστά καλάσνικοφ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Διεθνούς Αμνηστίας. Η ζήτηση του συγκεκριμένου όπλου αυξανόταν συνεχώς όσο τα πολεμικά μέτωπα ξεσπούσαν σε όλο και περισσότερες γωνιές του πλανήτη και έφτασε να αποτελεί το 1/5 από τα 500 εκατομμύρια μικρού μεγέθους όπλα που διακινούνταν παγκοσμίως, όπως ανακοινώθηκε δύο χρόνια μετά στο «UN World Conference on Small Arms and Light Weapons» (26 Ιουν 2006). Σύμφωνα με έγκυρους αμυντικούς αναλυτές, ο Μπουτ δεν είχε αφήσει πολέμαρχο -από τη Σιέρα Λεόνε μέχρι την Κολομβία και την Αγκόλα- που να μην προμήθευσε με καλάσνικοφ. Έχει λεχθεί πως όταν ξεσπά ένας πόλεμος, η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα. Μόνο που για τον Βίκτορ Μπουτ, σε αντίθεση με τους αξιωματικούς στη Βαγδάτη, αυτό ήταν κάτι που ουδέποτε τον αφορούσε. Αυτό που ήταν πάντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του ήταν το κέρδος.

Ήδη από το 2000, οι αμερικανικές αρχές ήταν ανάμεσα σε αυτούς που παρακολουθούσαν από κοντά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Ρώσου με την ελπίδα να καθηλώσουν το φορτίο θανάτου που τον έκανε πλουσιότερο κάθε φορά. Κατά καιρούς, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών είχε επανειλημμένα επιχειρήσει να παγώσει τις καταθέσεις του και να επιβάλει πρόστιμα σε όσους συνεργάζονταν μαζί του. Όμως, η πηγή του κακού βρισκόταν πολύ πιο κοντά από όσο θα μπορούσαν οι ιθύνοντες της Ουάσινγκτον να φανταστούν. Μεταξύ 2003 και 2004, η Irbis έφερε εκατομμύρια δολάρια στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Βίκτορ Μπουτ, πραγματοποιώντας εκατοντάδες πτήσεις στον εναέριο χώρο του Ιράκ, απ’ τις οποίες περίπου χίλιες ήταν στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Σύμφωνα με μεταγενέστερη αναφορά της Defense Logistics Agency, η συμφερόντων Μπουτ τεξανική εταιρία Air Bas προσγειώθηκε για ανεφοδιασμό σε αμερικανικών συμφερόντων εγκαταστάσεις ακριβώς 142 φορές μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου του 2004 -σχεδόν μία για κάθε μέρα.

Η υπογραφή από τον Πρόεδρο Μπους το καλοκαίρι του 2004 νόμου, που απαγόρευε σε αμερικανούς πολίτες οποιαδήποτε επιχειρηματική συναλλαγή με τον Μπουτ και τις επιχειρήσεις του, δεν άλλαξε ουσιαστικά τίποτα. Οι δυσκολίες του πολέμου στο Ιράκ έδειξαν πως όταν οι εμπορικές αντιλήψεις δύο μερών ταυτίζονται, οι όποιες ιδεολογικές διαφορές τους μπορούν να περιμένουν. Οι αμερικανικές δυνάμεις κατοχής είχαν άμεση ανάγκη από εξυπηρετήσεις, όπως αυτές που μπορούσαν να προσφέρουν τα σαραβαλιασμένα αεροσκάφη του Μπουτ για να ανοικοδομήσουν το Ιράκ. Τα δημοσιεύματα κατέδειξαν πως συνεργάστηκαν μαζί του και έτσι απλά ο Μπουτ βγήκε ακόμα πλουσιότερος από άλλον ένα πόλεμο. Τελικά, ο Αμερικάνος φορολογούμενος συνείσφερε γύρω στα 60 εκατομμύρια δολάρια στις επιχειρήσεις του Μπουτ. Λιγότερα από τα 50 εκατομμύρια δολάρια που πήρε ο Μπουτ από τους Ταλιμπάν στα χρόνια της παντοδυναμίας τους, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90.

Ο ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΒΙΚΤΟΡ

Ήταν τότε που ξεκίνησαν όλα. Πριν από την παγκοσμιοποίηση ήταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης που έσπρωξε τον νεαρό Βίκτορ πιο κοντά στο εύκολο χρήμα από όσο επέτρεπε η ταπεινή καταγωγή του. Οι έμποροι όπλων δεν ανακαλύφτηκαν το 1990. Αυτό που έκανε ξεχωριστό τον Βίκτορ Ανατόλιεβιτς δεν ήταν ότι μπήκε στο παιχνίδι των εξοπλισμών, αλλά η ταχύτητα με την οποία διεκπεραίωνε τις υποθέσεις του. Όταν οι παραδοσιακοί παίκτες συνωστίζονταν στα κοσμοπολίτικα σαλόνια της Κυανής Ακτής και τα πανάκριβα ξενοδοχεία του πρώην ανατολικού μπλοκ, μετρώντας κέρδη από τη «Σύγκρουση των Πολιτισμών» και το «Τέλος της Ιστορίας, αυτός έκανε τη βρώμικη δουλειά σε απευθείας επαφή με τους υποψήφιους αγοραστές του, μη διστάζοντας να πετάει τα αεροπλάνα του στις ζούγκλες του Κονγκό και τους απόκρημνους στενούς αεροδιάδρομους στο Παντζίρ του Αφγανιστάν. Εκεί που άλλοι προμήθευαν μόνο τα απαραίτητα χαρτιά για τη μεταφορά του παράνομου φορτίου, αυτός πρόσφερε ολόκληρο το πακέτο -που περιλάμβανε και τη μεταφορά του «προϊόντος».

Οι μέθοδοi του Βίκτορ Μπουτ είναι αμφιλεγόμενοι, όσο αμφιλεγόμενη υπήρξε κι η ζωή του. Γεννημένος την 13η Ιανουαρίου 1967 στη Ντουσάνμπε του Τατζικιστάν –σύμφωνα με το διαβατήριό του- ή στο Ασγκαμπάντ του Τουρκμενιστάν –σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου σε συνέντευξή του σε ραδιοσταθμό της Μόσχας το 2002, ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς υπήρξε αξιωματικός της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας και απόφοιτος του φημισμένου Στρατιωτικού Ινστιτούτου Ξένων Γλωσσών της Μόσχας. Άριστος γνώστης Αγγλικών, Γαλλικών, Πορτογαλικών, Ουζμπεκικών και διαφόρων αφρικανικών γλωσσών βρέθηκε να δουλεύει ως μεταφραστής σε ειρηνευτικές αποστολές στην Αγκόλα στα τέλη του ’80. Ο ίδιος αρνείται αυτό που περιγράφουν οι μυστικές υπηρεσίες την Μ. Βρετανίας και την Ν. Αφρικής ως θητεία στην KGB -από το 1985 έως το 1989 με βάση τη Ρώμη. Όλοι, όμως, είναι σε θέση να γνωρίζουν πως το Ινστιτούτο Γλωσσών, όπου εκπαιδεύτηκε, αποτελούσε τον προθάλαμο για την GRU (Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών) -τη σοβιετική υπηρεσία που ήλεγχε τη ροή όπλων και χρήματος από την ΕΣΣΔ προς τα επαναστατικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου. Ευρωπαίοι αναλυτές πιστεύουν πως η GRU μεσολάβησε ώστε ο Μπουτ να αγοράσει με 120.000 δολάρια τρία παλιά «Αντόνοφ» από το παροπλισμένο στόλο της πρώην ΕΣΣΔ. Αρχίζοντας πτήσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος, στο Βέλγιο και τη Δανία, επεκτάθηκε γρήγορα στην Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική εκμεταλλευόμενος τις πολεμικές συγκρούσεις που η δεκαετία του ’90 δεν προλάβαινε να γεννάει. Οι χώρες όπου ο ΟΗΕ είχε επιβάλει εμπάργκο όπλων υπήρξαν ο παράδεισος των επιχειρήσεών του. Αυτές μέσα σε λίγα χρόνια έφτασαν να απασχολούν 350 ανθρώπους -από ριψοκίνδυνα πληρώματα και πληρώματα συντήρησης αεροσκαφών, μέχρι οικονομικούς συμβούλους και εκτιμητές διαμαντιών που ταξίδευαν μέχρι την Αφρική για να εκτιμήσουν την αξία των «ματωμένων διαμαντιών» με τα οποία ο Μπουτ συχνά πληρωνόταν.

Δημιουργώντας ένα αποτελεσματικό δίκτυο μεταφοράς και προμηθειών φρόντισε παρόλα αυτά να μην ακούγεται το όνομά του. Ενδεικτικά, το 1999, ο βρετανικός Observer έγραψε για έναν βρετανό πιλότο που επανειλημμένα παραβίαζε το εμπάργκο όπλων κατά του Σουδάν και ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Βίκτορ Μπουτ. Το 1997, η νοτιοαφρικανική εφημερίδα Business Day ανέφερε ότι η Air Cess –συμφερόντων Μπουτ- άνοιγε γραφείο στη Σουαζιλάνδη. Στις 25 Αυγούστου του 1995, η Agence France Presse δημοσίευσε την είδηση ότι αεροπλάνο της εταιρίας Transavia που άνηκε στον Βίκτορ Μπουτ αναχαιτίστηκε κοντά στην Κανταχάρ από τζετ των Ταλιμπάν, οι οποίοι βρήκαν σε αυτό 30 τόνους αυτόματων AK-47. Το φορτίο προοριζόταν για τους Μουτζαχεντίν του Αχμάντ Μασσούντ που πολεμούσαν ενάντια στο καθεστώς των Ταλιμπάν. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, ο Μπουτ απελευθέρωσε το αεροσκάφος του και το φορτίο του βρήκε παραλήπτη στο πρόσωπο των νέων του συμμάχων. Η εξέλιξη αυτή δεν απασχόλησε τους Δυτικούς, οι οποίοι είχαν ξεχάσει τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ και ασχολούνταν τώρα με τη Βοσνία. Μόνο όταν στην δεύτερη θητεία Κλίντον, οι Αμερικάνοι έβαλαν στο στόχαστρο τους Ταλιμπάν, άρχισαν να προσέχουν περισσότερο τις κινήσεις του Ρώσου. Ακόμα και τότε, όμως, αυτός εξακολουθούσε να μην αποτελεί προτεραιότητα στη διεθνή σκακιέρα. Απεναντίας, τελειοποιούσε το δίκτυό του, εκμεταλλευόμενος την αναρχία που έφερε η παγκοσμιοποίηση στις διεθνείς σχέσεις των κρατών.

Για να έχει κανείς το δικαίωμα σε διεθνείς πτήσεις πρέπει να εγγράφει τα αεροσκάφη του σε κρατικά μητρώα. Για κάθε χώρα αντιστοιχεί μια σειρά γραμμάτων η οποία επιτρέπει την αναγνώρισή των αεροσκαφών από τις κατά τόπους αρχές όταν αυτά πετούν διεθνώς. Εγγράφοντας τα ίδια αεροσκάφη σε διαφορετικά μητρώα, ο Μπουτ απόφευγε τους προβλεπόμενους ελέγχους και πετούσε όπου και όπως ήθελε. Σύμφωνα με μια έρευνα των Ηνωμένων Εθνών από το 2000, ο Μπουτ συχνά επέλεγε να εγγράφει τα αεροσκάφη του στη Λιβερία του δικτάτορα Τσαρλς Τέυλορ, χώρα που είχε πουλήσει το μητρώο της σε ιδιωτικούς φορείς συμφερόντων του ίδιου. Με έδρα το Κεντ της Αγγλίας, το λιβεριανό Aircraft Registration Bureau πρόσφερε ένα πλήρες πακέτο υπηρεσιών από πιστοποιητικά καταλληλότητας πτήσεων, έγγραφα πτήσης, άδειες μεταφορών μέχρι πιστοποίηση πληρώματος σκαφών. Το γραφείο ήλεγχε επίσης το μητρώο της Ισημερινής Γουινέας. Με μερικές απλές εντολές στον υπολογιστή τα αεροσκάφη του Μπουτ εγγράφονταν εκεί υπό την επωνυμία Air Cess -όταν ασκούνταν διεθνείς πιέσεις στη Λιβερία να τα αποσύρει. Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους Ντάγκλας Φάρα και Στήβεν Μπράουν, που έχουν γράψει εκτεταμένα για αυτόν, ο Μπουτ χρησιμοποιούσε ως βάση σχεδόν όλων των πτήσεών του -από και προς τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας και την Μέση Ανατολή- το μικρό σεϊχάτο της Σαρίγια στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η κίνηση αυτή ήταν ευφυής, σχεδόν προφητική για μια εποχή που είδε το ριζοσπαστικό Ισλάμ να δημιουργεί εστίες αστάθειας παγκοσμίως. Τα ΗΑΕ ήταν η μόνη χώρα μαζί με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία που είχαν αναγνωρίσει την κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Την κυβέρνηση που πρόσφερε χώρο και προστασία στην Αλ Κάιντα και τον Οσάμα Μπιν Λάντεν. Το μικρό αεροδρόμιο της Σαρίγια ήταν ένας πλανήτης παρανομίας πολύ μακριά από τη Δύση, μα τόσο κοντά στα συμφέροντά της. Η περιπέτεια μόλις άρχιζε, χωρίς κανείς να μπορεί να πει με σιγουριά αν κάποτε θα είχε αίσιο τέλος και για ποιον.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ

Στις αρχές της νέας χιλιετίας, ο Βίκτορ Μπουτ είχε προλάβει να αναδείχτει στον μεγαλύτερο έμπορο όπλων του πλανήτη και υπήρξε η προσωποποίηση αυτού που πολλοί ακαδημαϊκοί ανά τον κόσμο περιέγραψαν θεωρητικά ως την υπερεθνική απειλή στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης. Άλλοι τον χαρακτήρισαν ως τον «Mr. McDonald’s του λαθρεμπορίου όπλων». Κανείς, όμως, δεν περίμενε το ξημέρωμα της 11ης Σεπτεμβρίου. Η διεθνείς κοινότητα υπέστη σοκ. Και για αυτούς που κινδύνευαν περισσότερο, είχε πολλή μεγαλύτερη σημασία πια το ποιος ήλεγχε τις ροές όπλων σε χώρες που υπέθαλπαν την τρομοκρατία. Από ένα σημείο και μετά οι πιέσεις υπήρξαν ασφυκτικές, με τις ΗΠΑ να στρέφονται για βοήθεια στις κυβερνήσεις της Νοτίου Αφρικής – όπου είχαν την έδρα τους μερικές από τις εταιρίες του Μπουτ- και του Βελγίου – όπου η αστυνομία επιδίωκε να σχηματίσει κατηγορίες εναντίον του Ρώσου για ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Όμως, ελλείψει στοιχείων και επαρκούς συνεννόησης, οι αμερικανικές προσπάθειες δεν απέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν τον Φεβρουάριο του 2002, η βελγική δικαιοσύνη κατάφερε τελικά να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες και να εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του για ξέπλυμα ποσού 325 εκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ 1994 και 2001, αυτός ιδιώτευε ασφαλής στη Μόσχα. Η Ρωσική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος έκδοσής του, αφού κατά την κρίση της δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις που να τον καταδικάζουν.

Μπορεί οι κατηγορίες να έμειναν στο ράφι, όμως αυτό που φάνηκε ξεκάθαρα στη συνέχεια ήταν πως για τους λόγους που ο Μπουτ αποτελούσε εχθρό για την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν για τους ίδιους λόγους και άσπονδος βοηθός τους. Ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 και η άνευ προηγουμένου ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων σε Ιράκ και Αφγανιστάν δημιούργησαν μια τεράστια ζήτηση στην αγορά μεταφοράς πολεμικού υλικού. Οι νόμοι της αγοράς λειτούργησαν πάλι υπέρ του Βίκτορ Ανατόλιεβιτς. Είναι ασαφές υπό ποιες συνθήκες βρέθηκαν αεροσκάφη του να εξυπηρετούν τις ανάγκες των δυνάμεων κατοχής στο Ιράκ. Η εταιρία KBR, την οποία οι Αμερικανοί ανακάλυψαν με αμηχανία στα δημοσιεύματα του 2004, επρόκειτο για τη «Kellogg, Brown & Root», θυγατρική της γνωστής Halliburton -που παλιότερα διοικούσε ο Αντιπρόεδρος Τσέηνυ. Η αντίδραση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων απέναντι στις εξελίξεις υπήρξε ετεροβαρής. Σύμφωνα με το περιοδικό Foreign Policy (Νοε/Δεκ 2006), η αμερικανική πολεμική αεροπορία κατήργησε τα συμβόλαια προμήθειας καυσίμων με τις εν λόγω εταιρίες. Ο στρατός, όμως, ισχυρίστηκε πως δεν είχε την αρμοδιότητα να καταγγείλει τα σχετικά συμβολαίων. Οι πτήσεις μεταφοράς για την KBR συνεχίστηκαν μέχρι τα τέλη του 2005. Η εταιρία το διέψευσε. Ανάλογες πτήσεις έγιναν και προς την αεροπορική βάση Μπαγκράμ του Αφγανιστάν. Ο Μπουτ φαινόταν ασταμάτητος.

Στις 26 Απριλίου 2005, εννέα μήνες μετά τον νόμο του 2004 και τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν, το όνομα του Ρώσου εμπόρου θα φιγουράρει σε υπηρεσιακή αναφορά του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών (Απρ 2005), μαζί με αυτό των συνεργατών του Σεργκέι Ανατόλιεβιτς Μπουτ, Ρίτσαρντ Αμάρ Σίσακλι, Σεργκέι Ντενισένκο και Βάλερυ Νάιντο, τις επωνυμίες δεκατεσσάρων αερομεταφορικών εταιριών και δεκαέξι άλλων επιχειρήσεων του, στις οποίες και επιβάλλονται οικονομικές κυρώσεις. Όμως, η εφαρμογή των κυρώσεων από την Κεντρική Στρατιωτική Διοίκηση στο Ιράκ καθυστέρησε σιωπηρά μέχρι να λήξουν τα συμβόλαιά που έτρεχαν. Στις 30 Νοεμβρίου 2005, η απαγόρευση κατά των τριάντα αυτών εταιριών υιοθετήθηκε από την Επιτροπή για την Λιβερία του Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σε συνέχεια του ψηφίσματος 1532 (2004) και του 1521 (2003) τα οποία επέβαλαν εμπάργκο όπλων, απαγόρευση εισόδου και πάγωμα λογαριασμών σε όσους σχετίζονταν με τον εμφύλιο στη Λιβερία, ανάμεσά τους οι Σίσακλι και Νάυντο.

Παρόλα αυτά, κανείς δεν έβλεπε με ποιο τρόπο οι όποιες κυρώσεις θα εμπόδιζαν κατ’ ουσιαστικό τρόπο τις δραστηριότητες του Μπουτ. Πόσο μάλλον την πιθανότητα να βρεθεί ενώπιον την δικαιοσύνης, ώστε να πάψει δια παντός το εμπόριο θανάτου που είχε στήσει εδώ και είκοσι χρόνια -κάνοντας ακόμα και το Χόλυγουντ το 2005 να του κλείσει το μάτι με την ταινία «Lord of War» («O Κυρίαρχος του Παιχνιδιού»). Οι απειλές των ΗΠΑ, αλλά και της Μεγάλης Βρετανίας προς χώρες όπως το Κονγκό και η Τανζανία που συναλλάσσονταν μαζί του δεν έδειξαν να πτοούν τον «έμπορο του θανάτου της Αφρικής» -όπως τον είχε αποκαλέσει από τις έδρες του Βρετανικού Κοινοβουλίου ο Άγγλος Υπουργός Εξωτερικός Πήτερ Χέιν το 2000. Εξάλλου, πάντα κάπου αλλού ένας πόλεμος ήταν έτοιμος να ξεσπάσει. Στο Ιράκ πάτησε το πόδι του μετά τους πεζοναύτες. Πάντα στην ώρα του. Εκμεταλλευόμενος τις ελλείψεις των εκεί γραφειοκρατικών μηχανισμών, αλλά και το πλεονέκτημα του να κινείται πολύ πιο γρήγορα από τους φιλόδοξους διώκτες του, ο Βίκτορ Μπουτ κατάφερνε πάντα να κλείνει τα συμβόλαια που ήθελε. Ό χρόνος που περνούσε, αλλά και ο πόλεμος που ερχόταν ήταν για αυτόν χρήμα.

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Από τις πολυτελείς επαύλεις του στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, απολαμβάνοντας την οικογενειακή γαλήνη που του πρόσφεραν η γυναίκα του, Άλα και η γεννημένη το 1994 κόρη του, βλέποντας ίσως τις συνέχειες του «Πολέμου των Άστρων» του Λούκας, ο 41χρονος Μπουτ θα μπορούσε εύκολα να πιστέψει πως είναι ανίκητος. Σε τίποτα δεν θα θύμιζε τον άνθρωπο που το εφτά χρόνια νωρίτερα το 2001 στο Κονγκό με είκοσι πάνοπλους στρατιώτες του πολέμαρχου Ζαν Πιερ Μπεμπά πέρασε με ελικόπτερα τα σύνορα και επέδραμε σε μια μικρή πόλη της Ουγκάντας διατάζοντας τους κατοίκους της να βρουν μπύρα που είχε τελειώσει από τις προμήθειές του πληρώματός του. Περισσότερο θα θύμιζε έναν τυπικό υπάλληλο κάποιας εταιρίας, παρά τον άνθρωπο που έκανε business με διαμάντια, νάρκες, καλάσνικοφ, σφαίρες και ρουκέτες για ελικόπτερα, ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με πολέμαρχους όπως οι Μασούντ, Μομπούτου, Τέυλορ και Μπεμπά. Ο Βίκτορ Μπουτ είναι ένας απλός γρίφος που κανείς δεν μπορεί να λύσει. Είναι ο άνθρωπος που συνέδραμε με ανθρωπιστική βοήθεια προς τα θύματα του καταστροφικού τσουνάμι στην Ινδονησία το 2004 και αυτός που διερεύνησε τις πιθανότητες επενδυτικών ευκαιριών στην αγροτική παραγωγή και τις τηλεπικοινωνίες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, εκφράζοντας το ενδιαφέρον του για την προώθηση των εθνικών πάρκων άγριας φύσης στη χώρα. Ο Ρουσλάν Πούκοβ, διευθυντής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών και Τεχνολογιών της Μόσχας χαρακτηρίζει τον Βίκτορ Μπουτ ώς «άνθρωπο της περιπέτειας που δεν έχει καμία σχέση με τους κλασικούς εμπόρους όπλων. Έχει το χάρισμα να επηρεάζει τους γύρω του και το προνόμιο να βγάζει χρήματα, αλλά μόνο σε εγκαταλειμμένες αγορές χωρών υπό το καθεστώς διεθνούς εμπάργκο, όπου κανένας άλλος δεν θα τολμούσε να πουλήσει».

Το 2007, εκδόθηκε το βιβλίο «Merchant of Death: Money, Guns, Planes, and the Man Who Makes War Possible». Οι συγγραφείς του βιβλίου, Ντάγκλας Φάρα και Στήβεν Μπράουν, αποκάλυπταν πως ο στόλος του Μπουτ πραγματοποίησε μεταφορές περίπου 10.000 όπλων στους κολομβιανούς αντάρτες του FARC μεταξύ Δεκεμβρίου 1998 και Απριλίου 1999. Δέκα χρόνια μετά, μια ανύποπτη είδηση της 1 Μαρτίου 2008 για τον θάνατο του νούμερο δύο στην ιεραρχία του FARC, Ραούλ Ρέγιες θα σημάνει την αρχή του τέλους, τόσο ήσυχα, όσο ήταν η αρχή. Σε συγκρούσεις των επαναστατικών δυνάμεων με τον κολομβιανό στρατό μέσα στα σύνορα του γειτονικού Εκουαδόρ, ο 59χρονος Λουίς Έντγκαρ Ντεβία, γνωστός ως «Ρέγιες» έπεφτε νεκρός. Οι κυβερνητικές δυνάμεις διέλυσαν από έδαφος και αέρα το στρατόπεδο των ανταρτών που βρισκόταν ένα μίλι από τα σύνορα, κατάσχοντας ανάμεσα στο πολεμικό υλικό και έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έξι μέρες μετά, ο Βίκτορ Μπουτ κατευθυνόταν αεροπορικώς από τη Μόσχα προς την Ταϋλάνδη για να διαπραγματευτεί την πώληση όπλων πέντε εκατομμυρίων δολαρίων στους απεσταλμένους του FARC.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Σαρλ ντε Μοντεσκιέ είχε πει πως μια αυτοκρατορία θεμελιωμένη στον πόλεμο μπορεί να συντηρηθεί μόνο με πόλεμο. Ακόμα κι αν δεν το είχε διαβάσει, ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς θα πρέπει να το είχε καλά στο νου πως δεν είχε επιλογή να σταματήσει αυτό που ξεκίνησε πριν είκοσι σχεδόν χρόνια. Όμως σε έναν πόλεμο παίρνουν μέρος πάντα περισσότεροι από ένας άνθρωποι, κι αυτό σημαίνει πως και για τους υπόλοιπους θα ίσχυε το ίδιο. Κανένας δεν σταματά. Φάνηκε, λοιπόν, πως και οι εχθροί του δεν σταμάτησαν. Κι αυτή τη φορά αποδείχτηκαν αποτελεσματικοί, μάλλον γιατί ήταν περισσότερο αποφασισμένοι. Ο Ρόμπερτ Ζαχάριεβιτς, πράκτορας της Αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών (DEA) επιβεβαίωσε στον Economist (15 Μαρ 2008) πως οι σύνδεσμοι της DEA προσποιήθηκαν τους αγοραστές. Η Υπηρεσία εξέδωσε διεθνές ένταλμα σύλληψης. Οι αστυνομικές δυνάμεις της Ταϋλανδης συνέλαβαν τον Μπουτ στο ξενοδοχείο του στη Μπανγκόκ στις 6 Μαρτίου.

Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν αυτό είναι το τέλος. Οι υποθέσεις για το αν θα βρεθεί ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου, για το αν η σύλληψή του σημαίνει ότι οι Ρώσοι έπαψαν να τον προστατεύουν, για το αν οι Αμερικανοί επιθυμούν πράγματι να ριχτεί φως στις υποθέσεις του και για το αν, εν τέλει, μαζί του θα κλείσει ένας κύκλος αίματος που άνοιξε το ’90 για να συνεχιστεί με αμείωτη ένταση στις μέρες μας, δίνουν και παίρνουν. Όποιο να είναι και όποτε έρθει αυτό το τέλος, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα ξαναϋπάρξει παρόμοια περίπτωση σαν αυτή του Μπουτ. Όχι επειδή η τιμή των AK-47 στη Σομαλία έπεσε το 2007 στα 15 δολάρια, ούτε γιατί η Ρωσία δεν είναι πια το ξέφραγο αμπέλι που ήταν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι γιατί στο μέλλον φιγούρες σαν αυτή του Βίκτορ Ανατόλιεβιτς Μπουτ θα πάψουν να μας κάνουν εντύπωση. Το κοινό της Δύσης δεν χρειάζεται άλλους πλανήτες για να δει πόλεμο. Και κανείς δεν είναι τόσο μακριά ώστε να κάνει πως δεν τον αγγίζει. Το μόνο κοινό που ίσως είχε ο Χανς Σόλο με τον Βίκτορ Μπουτ είναι πως κανείς τους δεν ζήτησε να γίνει ήρωας. Δυστυχώς για τον κόσμο, ο Ρώσος πρώην πιλότος έχει όλο το χρόνο του... κόσμου για να το καταφέρει.