Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Η Δημιουργία

Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.

Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.

Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.

Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.

Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.

Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.

Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό
για όλη του τη ζωή.


Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.

Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά
των Ανθρώπων.


Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται
προς τα πάνω

σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν
τις προσευχές.


Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.

Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές
σειρές.

Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.

Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο
με τα μούτρα κρυμμένα.

Η ζωή συνεχίζεται.

Ο Θεός αντικρίζει την καρδιά του.
Πως τα κατάφεραν οι Άνθρωποι και ζουν;
Θέλει την καρδιά του πίσω, μα τότε θα πάψει η Ιστορία.
Ο Θεός αγαπά, ο Θεός υπομένει.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.

Τον έφτιαξαν κι ύστερα προσπαθούν να Τον καταλάβουν μέσα απ’ το αίμα τους.
Τους έδωσε την καρδιά του για να αντέξει την αλήθεια τους.
Πως αν αυτοί πεθάνουν, φεύγει κι αυτός μαζί τους.
Η Ιστορία Τού ξέσκισε τα σωθικά, στεγνώνοντάς τον από συναίσθημα.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.
Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια:

Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.

Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό για όλη του τη ζωή.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά των Ανθρώπων.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται προς τα πάνω
σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν τις προσευχές.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές σειρές.
Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο με τα μούτρα κρυμμένα.
Η ζωή συνεχίζεται.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.

…Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια.


15 Νοε 2008




Extreme Ways


Δεν ξέρουμε αν ο Ομπάμα σερβίρει την Αλλαγή με μια από τα ίδια. Προς το παρόν, το όμορφο της υπόθεσης είναι πως έκανε την προσμονή πραγματικότητα. Αν ζεις στη μεγάλη σου πόλη, αυτή είναι μια καλή ευκαιρία για απευθείας σύνδεση με την καθημερινότητα που ακόμα περιμένει να την αλλάξεις.


Αγαπητέ αναγνώστη, βάλε στο cd “Extreme Ways” και ξεκίνα να διαβάζεις. O Nοέμβρης έχει μπει για τα καλά και ο νέος πλανητάρχης ακούει στο εξωτικό για τα WASP αυτιά ονοματεπώνυμο Μπάρακ Ομπάμα. Ολόκληρος ο πλανήτης πανηγυρίζει μια πραγματικά ιστορική στιγμή. Δεν είναι ότι ξαφνικά ο κόσμος μας θα γίνει παράδεισος. Αυτές οι ουτοπίες έχουν από καιρό πάρει το πραγματικό τους πρόσημο. Είναι κάτι πιο σημαντικό. Στο φαντασιακό μας υποσυνείδητο φυτεύεται μια προοδευτική εικόνα, ένα αλλιώτικο χρώμα, μια γοητευτική ιδέα. Η ιδέα της αλλαγής. Κι αυτό είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Αυτό κινεί την Ιστορία. Κι αυτό είναι extreme. Σταμάτα στο 1:11 του τραγουδιού: “ Extreme ways I know will part the colors of my sea. Perfect color me” τραγουδάει o Μοby. Σκέψου το αγαπημένο σου χρώμα και συνέχισε να διαβάζεις.

Αν ο «αφροαμερικανός» πρόεδρος των ΗΠΑ είναι αναγνωρίσιμος στους χωρικούς του Αφγανιστάν εν μέσω κόκκινων χωραφιών παπαρούνας, γιατί να μην είναι κάτι παραπάνω για τους κατοίκους της πρωτεύουσας εν μέσω γκρί χωραφιών απ’ οτιδήποτε; Οι Αθηναίοι έχουν έναν παραπάνω λόγο να ναρκισσεύονται με την υπόθεση αμερικανικές εκλογές. Λόγος άνευ ουσίας όσον αφορά την καθημερινότητά τους, αλλά ανέκαθεν μέσα στο (τηλεοπτικό) πρόγραμμα της παγκοσμιοποίησης, μιας και οι πρωτευουσιάνοι όλου του κόσμου θα κληθούν πρώτοι να δώσουν γνώμες και διαπιστευτήρια στο νέο status quo. Οι ανταποκρίσεις από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δίνουν και παίρνουν κι εκεί καταλαβαίνεις ότι η Αθήνα, δυστυχώς, είναι ένα επίπεδο πιο κάτω -απ’ ότι λόγου χάρη το Παρίσι. Ακόμα κι έτσι όμως, η όλη κατάσταση είναι ικανή να τονώσει τον κοσμοπολίτικο επαρχιωτισμό του μεγαλοδικηγόρου στο Κολωνάκι ή του φοιτητή της Παντείου, που –αλίμονο- ένα μισάωρο κουβέντας θα το ξοδέψουν, αναλύοντας τις υπαρκτές ή όχι επιπτώσεις της αλλαγής σκυτάλης στο Λευκό Οίκο. Οι υπόλοιποι μικροαστοί θα καρφωθούμε στα δελτία και θα το καλαμπουρίσουμε στο ταξί. «Βγήκε αυτός ο μαύρος. Μ’ αρέσει». Έτσι, μακριά από μεγαλόστομες αναλύσεις, η αμερικανικότητά μας θα παραμείνει καλοσιδερωμένη σε επίπεδα μπλουτζήν και MTV ή έστω μερικών ομολόγων σε δολάρια -όπου εδώ και καιρό μερικοί νοικοκυραίοι έχουν εγκλωβιστεί. Η καθημερινότητα των πρωτευουσιάνων δεν αλλάζει.

Ειδικά για τους Έλληνες πρωτευουσιάνους, η ουσία των αμερικανικών πραγμάτων της πόλης τους είναι εγκιβωτισμένη μεταξύ των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Πέτρου Κόκκαλη σε ένα αρχιτεκτονικό must (απ’ τα λίγα) της πόλης τους: Gropius, γυαλί, μοντερνισμός και τα σχετικά, σύμβολο φιλελευθερισμού κι ούτω καθεξής. Η ειρωνεία της σημειολογίας εδώ έγκειται στο ότι το γυάλινο μάτι της υπερδύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο έχει βάλει eyeliner τα ονόματα μιας γερμανίδας πριγκίπισσας κι ενός κομμουνιστή γιατρού (πατέρα ενός Έλληνα silovki). Θα πεις και τι δεν είναι ειρωνικό στις σχέσεις μας με τους Αμερικάνους; Το κτίριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης βρίσκεται στην οδό Μασσαλίας απέναντι απ’ το Γαλλικό Ινστιτούτο. Μέχρι εκεί όμως. Τα πολυάριθμα McDonald’s, TGI Fridays και KFC δεν προσφέρουν τέτοιες φευγάτες αναγνώσεις, όπως εξάλλου και το φαγητό τους δεν προσφέρει τίποτα σε γευσιγνωσία. Είναι περισσότερο δική μας επιθυμία να το παίξουμε αμερικανάκια με τσίλι, πίκλες και μπιφτέκι, παρά να λαδωθούμε με λίγη ελιά και ατζούγιες ή να πειραματιστούμε με γεύσεις. Αλλά, τελικά πάντα έτσι γινόταν με τους Αμερικάνους. Μας δίνουν αυτό που γουστάρουμε, πριν εμείς αποφασίσουμε αν αυτό είναι καλό ή όχι –ή αν μας ξεσηκώνει. Δημοκρατία, μπέργκερ, Χόλυγουντ, F16. Kαλοτυλιγμένα δώρα απ’ τη Neverland που δεν μπορείς να αρνηθείς σαν γνήσια Wendy που δεν θέλεις να μεγαλώσεις και να αναλάβεις ευθύνες. Το ελληνοαμερικανικό όνειρο πέφτει όπως τα πακέτα Μάρσαλ από μεταγωγικά του ΒΠΠ και προσγειώνεται σαν μπέργκερ απέναντι απ’ τη Βουλή των Νεφελίμ. Κι αν ένα μπέργκερ σε αναπληρώνει σε υδατάνθρακες, ένας Ομπάμα σε αναπληρώνει σε υποσχέσεις που οι εγχώριοι αδυνατούν να δώσουν. Υποσχέσεις γευστικές μόνο σε όσους πεινάνε. Έλα όμως που όσοι πεινάνε αλα αμερικέν έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται αν αξίζει. Τελικά, δεν ανέβηκε άδικα στο βουνό ο γιατρός Πέτρος το ’40. Μας πήρε δεκαετίες η Αλλαγή, η «προοδευτική εικόνα», όμως, είχε φυτευτεί βαθιά. Και μας άλλαξε τα χρώματα. Εδώ δεν είναι Αφγανιστάν. Πόσα levis να φορέσει πια κανείς; Σε πόσες πορείες να πάει; Πόσα βιβλία και ταινίες να δει; Οι περισσότεροι Αθηναίοι έχουν ξεπεράσει το σύνδρομο εκείνο των τριτοκοσμικών πρωτευουσιάνων που θα υποδεχτούν τον πλανητάρχη κρατώντας εθνικές σημαίες μαζί με την αστερόεσσα. Ευτυχώς. Κι αν έρθει ποτέ ο Ομπάμα στην Αθήνα; Αν κρίνουμε από τις επισκέψεις του προκατόχου του Κλίντον, οι πιθανότητες είναι μεγάλες. Αλλά, αυτή τη φορά θα μιλήσει με το γιο του γιατρού Πέτρου κι όχι το γιο της Σοφίας. Extreme ways are back again!

Τελικά, η ελληνική κοινωνία – Wendy κουράστηκε απ’ την Neverland και σκέφτεται να μεγαλώσει. Σίγουρα για μερικούς είναι δύσκολο. Ένας μαύρος αμερικανός πρόεδρος είναι χτύπημα στην εγχώρια συντηρητική συνείδηση που έδινε γη και ύδωρ σε λευκούς Πιουριφόι το ’50. Για τους δαλιανίδειους Κωστάκηδες του ’60 η Ελλάς ανήκει εις τη Δύσην, αλλά πώς να το πεις τώρα που εβδομηντάρισες με Ομπάμα στον «αράπη της Κυψέλης» ότι υποβάθμισε την άλλοτε ελίτ συνοικία σου; Κάπως έτσι η άτιμη η παγκοσμιοποίηση επηρεάζει τις υπόγειες διαδρομές της καθημερινότητάς μας στην Αθήνα. Κάπως έτσι ίσως συνηθίσει το μάτι μας σε άλλα χρώματα (θυμάσαι το αγαπημένο σου χρώμα; Βρες ένα άλλο τώρα) και προετοιμαστεί για τις υπέροχες νέες γενιές που έρχονται να αναλάβουν τα καλύτερα πόστα στον μικρόκοσμό μας και γίνει κάτι αυτή η χώρα του Ποτέ. Κάπως έτσι έχει νόημα η αλλαγή σκυτάλης στον Οίκο τον Λευκό. Αν πρόεδρος έβγαινε ο Τζων και αντιπρόεδρος η βλέπω-τη-Ρωσία-από-το-παράθυρο-της κουζίνας-μου Σάρα, το μπέργκερ θα ‘χε μια γεύση από τα ίδια. Πρέπει αυτήν τη φορά να μας δώσουν κάτι πολύ διαφορετικό οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι. Δηλαδή να σταματήσουν με τα «δώρα». Δόξα τω Θεώ από Goody’s, σουβλάκι και πίτσα πάμε καλά. Με έναν Ομπάμα κάτι γίνεται. Και σε τριάντα χρόνια, ίσως, έχουμε καταφέρει ο επόμενος Ομπάμα να μην μιλάει με κανένα σόι -ούτε του Πέτρου, ούτε της Σοφίας. Προσοχή μόνο σ’ αυτούς τους «προοδευτικούς» που άρχισαν να κουνάνε σημαιάκια. Είναι αυτοί που δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν υποσχέσεις, είναι αυτοί που σου κάνουν την καθημερινότητα γκρίζα. Βαλ’ τα δύο χρώματα, που σκέφτηκες παραπάνω, τώρα μαζί και ψάξε για τον Έλληνα Ομπάμα. Έτσι, έχει νόημα να το συζητάς. Όπου κι αν βρίσκεσαι. Όπως το ‘πε κι ο νέος πλανητάρχης «οι ιστορίες μας είναι μοναδικές, αλλά η μοίρα μας κοινή».

Ο καλός Χειμώνας

Σε μια εποχή όπου όλα είναι ρευστά και καταρρέουν, οι εποχές θα έπρεπε να είναι το τελευταίο σίγουρο σημείο αναφοράς μας στο χρόνο. Πλέον δεν είναι. Περιμένοντας τον χαμένο χειμώνα, ας σκεφτούμε πως το πιο σταθερό πράγμα στη ζωή μας είναι οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα μας.


Οι εποχές
αλλάζουν. To καλοκαίρι αργεί να φύγει, το φθινόπωρο έχει χαθεί και ο χειμώνας ξεκινά απότομα γύρω στο Νοέμβρη. Καταλαβαίνεις το χειμώνα όχι τόσο από το κρύο που πέφτει δέκα βαθμούς κάτω από την αμέσως προηγούμενη μέρα, αλλά από τον κόσμο που βγαίνει το βράδυ της επόμενης. Χειμώνας είναι τα πρώτα φοιτητικά πάρτυ της πόλης, όταν έχει περάσει ο Οκτώβρης γνωριμίας κι όταν ακόμα οι παρέες είναι αρκετά μεγάλες για να βγουν με περίσσιο ενδιαφέρον αγόρια και κορίτσια στα μπαράκια στο Γκάζι και τα ρεμπετάδικα της Κυψέλης. Χειμώνας είναι τα αγχωμένα ενήλικα ραντεβού στη γωνία των McDonald’s στην Ερμού, τα σταυρωτά φιλιά έξω από το Διπλό στην πλατεία Εξαρχείων, οι μεθυσμένες αγκαλιές στα σκαλάκια του μετρό στο Γκάζι. Χειμώνας είναι οι έρημοι βρεγμένοι δρόμοι που ορίζουν τα ασφυκτικά γεμάτα ρακάδικα στο Θησείο και τις φοιτητοταβέρνες στα Ιλίσια. Είναι ο απότομος μπιτάτος θόρυβος που βγαίνει όταν οι famestorάδες πορτιέρηδες ανοίγουν της πόρτες στις διώροφες καφετέριες στη Φωκίωνος Νέγρη. Είναι οι διπλοπαρκαρισμένες μπερλίνες έξω από το Rex στην Πανεπιστημίου και οι ουρές των ράθυμων ταξί στην Σπυρίδωνος Τρικούπη. Είναι ο κόσμος που πηγαινοέρχεται για τσιγάρα και καυγά στην Πανόρμου από το Ποτοπωλείο και το Μαραμπού προς το περίπτερο απέναντι και πάλι πίσω. Χειμώνας είναι όταν βλέπεις ουρές έξω από την Έλλη στην Ακαδημίας και τον Απόλλωνα της Σταδίου κόντρα στα βαρετά βραδινά σαββατιάτικα δελτία. Χειμώνας είναι όταν το κέντρο της Αθήνας αδειάζει τα σκοτεινά απογεύματα του Σαββάτου -όταν όλοι κοιμούνται, ετοιμάζονται ή σκέφτονται όσα ζήσουν ή δεν ζήσουν το ίδιο βράδυ.

Θα πείτε πως όλα αυτά συμβαίνουν όχι μόνο τον Νοέμβρη, αλλά και τους υπόλοιπους μήνες του «χειμώνα». Ξέχασα, λοιπόν, να βάλω μπροστά απ’ την εποχή το επίθετο «καλός». Όλα τα παραπάνω είναι ο «καλός χειμώνας». Η ασφαλτοπαγωμένη εποχή, όπου οι άνθρωποι ζουν την προσμονή κάθε αρχής. Όπου όλα στα μάτια τους είναι καινούρια και αδοκίμαστα –οι παρέες, οι βιτρίνες, τα μαγαζιά, οι καταστάσεις. Ένας χειμώνας χωρίς τα πρέπει των γιορτών που θα ‘ρθουν, τις αφραγκιές του Άη Γιαννιού, τις εξεταστικές του Φλεβάρη και την κούραση του γδάρτη Μάρτη. (Μετά έρχεται το καλοκαίρι, ο χειμώνας είναι πια ανάμνηση, κι όσα δεν πετύχαμε να ζήσουμε στο κρύο τα ξεσπάμε σε δυο βδομάδες καυτής άδειας).

Φέτος, ακόμα κι ο καλός χειμώνας μοιάζει αδιάφορος και θαμπός, Οι Αθηναίοι ευθύς μετά τη ραστώνη του καλοκαιριού ήρθαν αντιμέτωποι με κακά νέα. Η οικονομική κρίση τρύπωσε ανάμεσα σε Νύχτες Πρεμιέρας και Φεστιβάλ Κινηματογράφου ανοιγοκλείνοντας τηλεοπτικά παράθυρα. Όμως, μόνο τα κανονικά παράθυρα από ξύλο ή αλουμίνιο φωταγωγούν ρεαλιστικά τη χρεοκοπία μας. Μια βόλτα στην Αποστόλου Παύλου αρκούσε για να μας ξελαμπικάρει το μυαλό. Και μια βραδιά στο Half Note αρκούσε να μας το ξαναγεμίσει με τζαζ ιδέες και πνευματώδεις συζητήσεις για μαύρο σεξ και κόκκινη πολιτική. Ποιο σεξ και ποια πολιτική; Όταν δεν ξέρουμε τι θέλουμε μέσα μας, το έξω χάνει το νόημά του. Όταν νιώθουμε αποξενωμένοι στο ίδιο μας το σπίτι, η γνωριμία με το μεγάλο σπίτι της πόλης μοιάζει βουνό. Όταν ο τριαντάρης μετρά το τελευταίο του πενηντάευρω, η ιδέα μιας απρόσμενης γνωριμίας στα μπαράκια της Σκουφά μάλλον τον φοβίζει παρά τον ενθουσιάζει. Όταν η βραδινή παρέα μας είναι το ασοκαρεδάκι του Mega κι όχι ο συνάδελφός μας στην πρωινή τρέλα, τότε απλά δουλευόμαστε. Άνεργος στην εποχή της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης των τελευταίων εβδομήντα ετών, είναι η βινιέτα στο καθημερινό σαλόνι μας. Δεν είναι που οι τράπεζες καταρρέουν και σκοτεινιάζουμε. (Μέσα τους όλοι οι νοικοκυραίοι χαμογελούν μνησίκακα για το επιτόκιο που ακόμα πληρώνουν κερατιάτικο). Καταρρέει το σκηνικό που τόσα χρόνια είχαμε στήσει το καθημερινό θέατρό μας. Χαλιόμαστε που το έξω είναι πια κι αυτό προβλέψιμο. Τα πρώτα κρύα δυσκολεύονται να φτιάξουν ρόλους και να στήσουν σενάρια για τη χρονιά μπροστά. Ο καλός χειμώνας μας πούλησε για ένα ντεμέκ καλοκαίρι. Τα παράθυρα κλειστά και τα κεφάλια μέσα.

Μη ρωτάς αν είμαι απαισιόδοξος. Κανένας γραφιάς δεν πρέπει να φλερτάρει με την απαισιοδοξία. Κάποιοι της γενιάς μας κοιτάμε ακόμα απ’ τον Λυκαβηττό τη φωτισμένη πόλη κάτω, πάντα με την ίδια λαχταριστή ιδέα ότι εκεί κάτω υπάρχουν ωραίες ιστορίες για να γραφτούν. The show must go on. Η μέρα παίζει σε fast forward -όπως βγαίνει ο ήλιος από τον Υμηττό, φωτίζει απέναντι τις δυτικές συνοικίες, κάθεται πάνω από τις εμμονές του κέντρου, και αργογέρνει απόγευμα στον Πειραιά πετώντας φωτιές στα πανεπιστήμια του Ζωγράφου, πάλι στον Υμηττό, εκεί που παίρνει θέση το φεγγάρι για άλλη μια νύχτα παθών μέχρι το ξημέρωμα κι ακόμα παραπέρα. Με Ομπάμα ή χωρίς, λίγα θα αλλάξουν στο επόμενο Σαββατοκύριακο από μόνα τους. Ευχήσου, λοιπόν, να έχει βροχή, φόρα τα καλύτερά σου ρούχα, βρες ένα στέκι (κυρίως αυτό) και βγες με τους φίλους σου να πεις όσα έχεις στο μυαλό σου και νιώθεις πως κανείς δεν θα κάτσει να ακούσει. Ακόμα κι αν σημαίνει δέκα ευρώ λιγότερα, είναι η γνώση πως ακόμα δεν είσαι ξένος στην πόλη σου. Είναι η αρχή για να την κάνεις δικιά σου. Η αρχή μιας νέας ιστορίας. Όπως τη γράφεις εσύ και οι δικοί σου. Καλό χειμώνα!