Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β-612. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β-612. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Ακυβέρνητη πολιτεία




Οι παλιοί ναυτικοί διηγούνται μια τρομακτική ιστορία για ένα μπρίκι με μήκος 200 γιάρδες που στοιχειώνει τις θάλασσες του κόσμου από το Άμστερνταμ μέχρι το Σύδνεϋ κι από το Κέηπ Τάουν μέχρι την εκρηκτική Τζακάρτα. Ο Ιπτάμενος Ολλανδός εμφανίζεται από το πουθενά μέσα σε απόκοσμη λάμψη και μανιασμένους ανέμους, προκαλώντας τον τρόμο στους ναυτικούς. Σύμφωνα με έναν ολλανδικό μύθο του 18ου αιώνα, στο Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας ο Κάπτεν Βαν Στράατεν παρέβλεψε την κοινή λογική και τις παρακλήσεις του πληρώματός του και μπήκε στην τρομερή καταιγίδα απ’ την οποία κανείς δεν βγήκε ζωντανός. Πλοίο και πλήρωμα καταράστηκαν να πλέουν στους αιώνες την ίδια διαδρομή. Σε μια άλλη ιστορία από το Ακρωτήρι, ο πεισματάρης Κάπτεν Βαν Ντερ Ντρέκεν έβριζε τον άνεμο που ερχόταν συνεχώς κόντρα και αρνιόταν να βρει καταφύγιο σε ασφαλή κόλπο: «Θα τον προσπεράσω κι ας μου πάρει μέχρι την Ημέρα της Κρίσης να το πετύχω». Έχουν περάσει ήδη τέσσερις αιώνες και ο άνεμος τον προσπερνά.

Ο γερμανικός μύθος θέλει την ίδια εποχή στη Βόρεια Θάλασσα τον Κάπτεν Φον Φάλκενμπουργκ να παίζει στα ζάρια με τον ίδιο τον διάολο. Σε μια μόνο ζαριά καταδικάζεται να μείνει για πάντα στο σκαρί του. Θα ελευθερωνόταν μόνο αν έβρισκε σύζυγο για τον εαυτό του μια παρθένα. Ο βρετανικός μύθος θέλει τον καπετάνιο του Ιπτάμενου Ολλανδού να πλέει εν έτει 1821 στο Ακρωτήρι και να χλευάζει τους ναυτικούς του που τον ικετεύουν να δέσει μέχρι να περάσει η καταιγίδα. Ο Άγγλος καπετάνιος ανέβηκε στην πλώρη βρίζοντάς και ύψωσε τις γροθιές του στον Θεό. Ένα φάντασμα εμφανίστηκε τότε πίσω του και καταράστηκε τον καπετάνιο να ζει αιώνια στο ίδιο κατάστρωμα. Άλλος μύθος μιλάει για τη βουβωνική πανώλη που ξέσπασε στον Ιπτάμενο Ολλανδό το 1641. Κανένα λιμάνι δεν δεχόταν το πλοίο, το οποίο καταδικάστηκε να ταξιδεύει αιώνια στις επτά θάλασσες.

Υπάρχουν δύσκολες στιγμές στη ζωή που ο ορθολογισμός του ανθρώπου αναστατώνεται και τότε μύθος και πραγματικότητα βρίσκουν καταφύγιο ο ένας στον άλλον. Στις 11 Ιουλίου 1881 από τη γέφυρα της κορβέτας HMS Bacchante στις άγριες ακτές της νοτιοανατολικής Αυστραλίας, ο πρίγκιπας Άλμπερτ Βίκτορ, μελλοντικός Γεώργιος ο Πέμπτος της Αγγλίας, είδε μαζί με άλλους από το πλήρωμα τον Ιπτάμενο Ολλανδό. Στις 24 Ιανουαρίου του 1923, υπήρξαν μαρτυρίες τεσσάρων αμερικανών ναυτικών πως είδαν το καταραμένο ιστιοφόρο στις ακτές τις Νέας Αγγλίας. Οι δύο απ’ τους μάρτυρες εξαφανίστηκαν εν πλω. Ακόμα και γερμανικό υποβρύχιο του Τρίτου Ράιχ ανέφερε πως είδε τον Ιπτάμενο Ολλανδό στις βόρειες θάλασσες της Ευρώπης τα ταραγμένα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου.

Από τις 37°58′N 23°43′E συντεταγμένες της πάνω στον παγκόσμιο χάρτη η πρωτεύουσα Αθήνα αντικρίζει τις πρώτες μέρες του κακορίζικου 2009. Όλα τα πάθη των Ελλήνων είναι μαζεμένα εδώ. Η μητρόπολη δείχνει καράβι ακυβέρνητο στις φουρτούνες των καιρών. Χωρίς πυξίδα και με άγκυρα σπασμένη και με όλους τους καπεταναίους της χώρας κλεισμένους στο σαλόνι των αξιωματικών, το καράβι έχει μπει στην καταιγίδα για τα καλά. Η ζαριά των Ολυμπιακών Αγώνων δεν τους έκατσε και τώρα αναζητούν πώς να φέρουν με το μέρος τους τα νιάτα που δεν θέλουν να μπαρκάρουν μαζί τους. Το απαρχαιωμένο σκαρί της πρωτεύουσας ταξιδεύει τη φωνή της χώρας στα μεγάλα λιμάνια της Δύσης, αλλά κανένα δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται από τα εμπορεύματά της. Απεναντίας, δεν κρύβει πλέον πως φοβάται την κακοδαιμονία της.

Πίσω στο κατάστρωμα, οι αστικοί μύθοι δίνουν και παίρνουν. Η απατηλή καθημερινότητα δεν αφήνει το πλήρωμα να ξαποστάσει. Κι όμως, η μεγάλη πόλη είναι καταδικασμένη να υπάρχει. Υπάρχει άραγε μια αληθινή ιστορία πίσω απ’ όλα αυτά; Ξέρουμε πως τον 17ο αιώνα, ο καπετάνιος Μπάρεντ Φοκ υπήρξε φημισμένος για την ταχύτητα με την οποία έκανε το ταξίδι Ολλανδία Ιάβα για λογαριασμό της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών. Οι προληπτικοί ναυτικοί της εποχής του πίστευαν πως για να το πετύχει έκανε συμφωνία με τον διάβολο. Κι έτσι κάπως ξεκίνησε ο μύθος του Ιπτάμενου Ολλανδού.

Στο «δισχιλιετές» καράβι μας, καπεταναίοι και πλήρωμα σπάνια συνεννοούνται. Και δεν είναι λίγες φορές που το καράβι πάει άπατο για να εμφανιστεί ξανά από το πουθενά σε βροντές και αστραπές. Ο εκσυγχρονισμός ήταν καλός για όλους όσο δεν είχε καταιγίδα. Στα πρώτα σύννεφα, ο ικανός τιμονιέρης έγινε ιπτάμενος και ο αισιόδοξος ναύτης κακορίζικος μούτσος. Μέχρι να αποφασίσουμε στην αναστατωμένη μας ζωή αν ο γιαλός είναι στραβός ή στραβά αρμενίζουμε μπορούμε κάλλιστα να διηγούμαστε ιστορίες από το ένδοξο παρελθόν μας και ο τόπος να θυμίζει ακυβέρνητη πολιτεία. Ποιος θα λύσει την κατάρα;

H Νέα Πρωτοχρονιά της Αθήνας




Δεν ήταν πάντα η πρώτη του Γενάρη η αρχή του νέου έτους στην ιστορία των ευρωπαϊκών λαών. Η Σκωτία υιοθέτησε τη μέρα αυτή ως πρωτοχρονιά το 1600, ενώ η υπόλοιπη Βρετανία ακολούθησε το 1752. Στη Δημοκρατία της Βενετίας η αρχή του έτους υπήρξε η 1η Μαρτίου μέχρι το 1797 οπότε και η Δημοκρατία καταλύθηκε. Το ίδιο ίσχυε, επίσης, για τη Ρωσία από το 988 μέχρι το 1492. Από τότε και μέχρι το 1700 έγινε η 1η Σεπτεμβρίου, για να έρθει ο Πέτρος ο Μέγας να μεταρρυθμίσει το χρόνο στην νεότευκτη αυτοκρατορία του, που από το έτος 7207 από κτίσεως κόσμου βρέθηκε μεμιάς στο 1700 από τη γέννηση του Χριστού.

Σε κάθε περίπτωση, η αρχή του έτους συμβολίζει κάτι. Κι αυτό είναι η ελπίδα πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα από πριν. Ένα καλύτερο μέλλον. Στις παλιότερες κοινωνίες, όπου η αγροτική οικονομία ήταν στο επίκεντρο της καθημερινότητας, ο τρύγος ήταν αρκετός για να πυροδοτήσει αισιοδοξία και υψηλές προσδοκίες στις οικογένειες. Ώστε όλοι με σηκωμένα τα πουκάμισα να εύχονται αβίαστα μες στη χαρά της μέθης «καλή χρονιά». Σήμερα, η φράση «θέρος, τρύγος, πόλεμος» έχει ξεχαστεί. Στις αστικές μας κοινωνίες, ο Σεπτέμβρης είναι ο χειρότερος μήνας, αφού η λιγοστή άδεια του καλοκαιριού τελειώνει κι έρχονται οι ξεχασμένες δόσεις, οι λογαριασμοί και τα αδειανά πουκάμισα της ΔΕΘ. Πώς να ευχηθείς πλέον καλή χρονιά τον Σεπτέμβρη;

Έτσι, φτάνουμε στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Είναι οι μέρες που η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει, κάτι που από τα αρχαία χρόνια το ‘πιασε το ανθρώπινο μάτι και το αισθάνθηκε η βασανισμένη ανθρώπινη ψυχή. Σήμερα, ο τρύγος είναι η κατανάλωση. Οι πολίτες καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά μόνο όταν μειωθεί η αγοραστική τους δύναμη. Κι όπως πάντα στην Ιστορία, όταν η πίστη των ανθρώπων στις κοινωνίες τους καταρρέει, οι ίδιοι θα ψάξουν την ελπίδα σε κάτι σταθερό έξω από αυτές. Όσο κι αν η οικονομία πάει κατά διαόλου, το μεγάλωμα της μέρας εκείνες τις άγιες κρύες τελευταίες μέρες του έτους δεν θα αλλάξει. Από κάπου πρέπει να πιαστούν όλοι σταθερά.

Τα τελευταία χρόνια, η καθημερινότητα στις ελληνικές πολιτείες μας έσπειρε ανέμους και τελικά θέρισε θύελλες. Η Αθήνα είδε τα μαγαζιά της να καίγονται, τους νέους της να βγαίνουν στους δρόμους. Κυρίως, «εξοστράκισε» ένα νέο της παιδί, λες και μας περισσεύουν τα νιάτα σ’ αυτόν τον τόπο. Μια εικόνα πολέμου. Τι άραγε να εννοούμε φέτος σαν ευχόμαστε καλή χρονιά; Όλοι μιλούν για την κρίση που έρχεται αλλά κανένα πουκάμισο δεν λέει ακριβώς πως θα ‘ναι αυτή και δεν παίρνει μέτρα αν χρειάζονται. Το κρασί λιγόστεψε. Χωρίς ελπίδα η συγκεκριμένη Πρωτοχρονιά χάνει το νόημα της. Οι σχέσεις μας έχουν ήδη δηλητηριαστεί και κανείς δεν μοιάζει να έχει τη δύναμη να σκύψει στα προβλήματα του άλλου. Τέσσερα εκατομμύρια Αθηναίοι απλώς ανέχονται την καθημερινότητα της πόλης τους. Απομένει να μεταθέσουν την πρωτοχρονιά τους.

Κι έτσι φτάνουμε στο μήνα Μάρτη. Που η παράδοση λέει ότι πήρε το όνομά του από τον θεό του πολέμου. Ταιριάζει τραγικά με το γκρι της πόλης μας, τον πόλεμο των δρόμων, των πόλεμο των τιμών, τον πόλεμο γενικά. Είναι άραγε αυτό για το οποίο θέλουμε να μας θυμούνται;

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Extreme Ways


Δεν ξέρουμε αν ο Ομπάμα σερβίρει την Αλλαγή με μια από τα ίδια. Προς το παρόν, το όμορφο της υπόθεσης είναι πως έκανε την προσμονή πραγματικότητα. Αν ζεις στη μεγάλη σου πόλη, αυτή είναι μια καλή ευκαιρία για απευθείας σύνδεση με την καθημερινότητα που ακόμα περιμένει να την αλλάξεις.


Αγαπητέ αναγνώστη, βάλε στο cd “Extreme Ways” και ξεκίνα να διαβάζεις. O Nοέμβρης έχει μπει για τα καλά και ο νέος πλανητάρχης ακούει στο εξωτικό για τα WASP αυτιά ονοματεπώνυμο Μπάρακ Ομπάμα. Ολόκληρος ο πλανήτης πανηγυρίζει μια πραγματικά ιστορική στιγμή. Δεν είναι ότι ξαφνικά ο κόσμος μας θα γίνει παράδεισος. Αυτές οι ουτοπίες έχουν από καιρό πάρει το πραγματικό τους πρόσημο. Είναι κάτι πιο σημαντικό. Στο φαντασιακό μας υποσυνείδητο φυτεύεται μια προοδευτική εικόνα, ένα αλλιώτικο χρώμα, μια γοητευτική ιδέα. Η ιδέα της αλλαγής. Κι αυτό είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Αυτό κινεί την Ιστορία. Κι αυτό είναι extreme. Σταμάτα στο 1:11 του τραγουδιού: “ Extreme ways I know will part the colors of my sea. Perfect color me” τραγουδάει o Μοby. Σκέψου το αγαπημένο σου χρώμα και συνέχισε να διαβάζεις.

Αν ο «αφροαμερικανός» πρόεδρος των ΗΠΑ είναι αναγνωρίσιμος στους χωρικούς του Αφγανιστάν εν μέσω κόκκινων χωραφιών παπαρούνας, γιατί να μην είναι κάτι παραπάνω για τους κατοίκους της πρωτεύουσας εν μέσω γκρί χωραφιών απ’ οτιδήποτε; Οι Αθηναίοι έχουν έναν παραπάνω λόγο να ναρκισσεύονται με την υπόθεση αμερικανικές εκλογές. Λόγος άνευ ουσίας όσον αφορά την καθημερινότητά τους, αλλά ανέκαθεν μέσα στο (τηλεοπτικό) πρόγραμμα της παγκοσμιοποίησης, μιας και οι πρωτευουσιάνοι όλου του κόσμου θα κληθούν πρώτοι να δώσουν γνώμες και διαπιστευτήρια στο νέο status quo. Οι ανταποκρίσεις από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δίνουν και παίρνουν κι εκεί καταλαβαίνεις ότι η Αθήνα, δυστυχώς, είναι ένα επίπεδο πιο κάτω -απ’ ότι λόγου χάρη το Παρίσι. Ακόμα κι έτσι όμως, η όλη κατάσταση είναι ικανή να τονώσει τον κοσμοπολίτικο επαρχιωτισμό του μεγαλοδικηγόρου στο Κολωνάκι ή του φοιτητή της Παντείου, που –αλίμονο- ένα μισάωρο κουβέντας θα το ξοδέψουν, αναλύοντας τις υπαρκτές ή όχι επιπτώσεις της αλλαγής σκυτάλης στο Λευκό Οίκο. Οι υπόλοιποι μικροαστοί θα καρφωθούμε στα δελτία και θα το καλαμπουρίσουμε στο ταξί. «Βγήκε αυτός ο μαύρος. Μ’ αρέσει». Έτσι, μακριά από μεγαλόστομες αναλύσεις, η αμερικανικότητά μας θα παραμείνει καλοσιδερωμένη σε επίπεδα μπλουτζήν και MTV ή έστω μερικών ομολόγων σε δολάρια -όπου εδώ και καιρό μερικοί νοικοκυραίοι έχουν εγκλωβιστεί. Η καθημερινότητα των πρωτευουσιάνων δεν αλλάζει.

Ειδικά για τους Έλληνες πρωτευουσιάνους, η ουσία των αμερικανικών πραγμάτων της πόλης τους είναι εγκιβωτισμένη μεταξύ των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Πέτρου Κόκκαλη σε ένα αρχιτεκτονικό must (απ’ τα λίγα) της πόλης τους: Gropius, γυαλί, μοντερνισμός και τα σχετικά, σύμβολο φιλελευθερισμού κι ούτω καθεξής. Η ειρωνεία της σημειολογίας εδώ έγκειται στο ότι το γυάλινο μάτι της υπερδύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο έχει βάλει eyeliner τα ονόματα μιας γερμανίδας πριγκίπισσας κι ενός κομμουνιστή γιατρού (πατέρα ενός Έλληνα silovki). Θα πεις και τι δεν είναι ειρωνικό στις σχέσεις μας με τους Αμερικάνους; Το κτίριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης βρίσκεται στην οδό Μασσαλίας απέναντι απ’ το Γαλλικό Ινστιτούτο. Μέχρι εκεί όμως. Τα πολυάριθμα McDonald’s, TGI Fridays και KFC δεν προσφέρουν τέτοιες φευγάτες αναγνώσεις, όπως εξάλλου και το φαγητό τους δεν προσφέρει τίποτα σε γευσιγνωσία. Είναι περισσότερο δική μας επιθυμία να το παίξουμε αμερικανάκια με τσίλι, πίκλες και μπιφτέκι, παρά να λαδωθούμε με λίγη ελιά και ατζούγιες ή να πειραματιστούμε με γεύσεις. Αλλά, τελικά πάντα έτσι γινόταν με τους Αμερικάνους. Μας δίνουν αυτό που γουστάρουμε, πριν εμείς αποφασίσουμε αν αυτό είναι καλό ή όχι –ή αν μας ξεσηκώνει. Δημοκρατία, μπέργκερ, Χόλυγουντ, F16. Kαλοτυλιγμένα δώρα απ’ τη Neverland που δεν μπορείς να αρνηθείς σαν γνήσια Wendy που δεν θέλεις να μεγαλώσεις και να αναλάβεις ευθύνες. Το ελληνοαμερικανικό όνειρο πέφτει όπως τα πακέτα Μάρσαλ από μεταγωγικά του ΒΠΠ και προσγειώνεται σαν μπέργκερ απέναντι απ’ τη Βουλή των Νεφελίμ. Κι αν ένα μπέργκερ σε αναπληρώνει σε υδατάνθρακες, ένας Ομπάμα σε αναπληρώνει σε υποσχέσεις που οι εγχώριοι αδυνατούν να δώσουν. Υποσχέσεις γευστικές μόνο σε όσους πεινάνε. Έλα όμως που όσοι πεινάνε αλα αμερικέν έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται αν αξίζει. Τελικά, δεν ανέβηκε άδικα στο βουνό ο γιατρός Πέτρος το ’40. Μας πήρε δεκαετίες η Αλλαγή, η «προοδευτική εικόνα», όμως, είχε φυτευτεί βαθιά. Και μας άλλαξε τα χρώματα. Εδώ δεν είναι Αφγανιστάν. Πόσα levis να φορέσει πια κανείς; Σε πόσες πορείες να πάει; Πόσα βιβλία και ταινίες να δει; Οι περισσότεροι Αθηναίοι έχουν ξεπεράσει το σύνδρομο εκείνο των τριτοκοσμικών πρωτευουσιάνων που θα υποδεχτούν τον πλανητάρχη κρατώντας εθνικές σημαίες μαζί με την αστερόεσσα. Ευτυχώς. Κι αν έρθει ποτέ ο Ομπάμα στην Αθήνα; Αν κρίνουμε από τις επισκέψεις του προκατόχου του Κλίντον, οι πιθανότητες είναι μεγάλες. Αλλά, αυτή τη φορά θα μιλήσει με το γιο του γιατρού Πέτρου κι όχι το γιο της Σοφίας. Extreme ways are back again!

Τελικά, η ελληνική κοινωνία – Wendy κουράστηκε απ’ την Neverland και σκέφτεται να μεγαλώσει. Σίγουρα για μερικούς είναι δύσκολο. Ένας μαύρος αμερικανός πρόεδρος είναι χτύπημα στην εγχώρια συντηρητική συνείδηση που έδινε γη και ύδωρ σε λευκούς Πιουριφόι το ’50. Για τους δαλιανίδειους Κωστάκηδες του ’60 η Ελλάς ανήκει εις τη Δύσην, αλλά πώς να το πεις τώρα που εβδομηντάρισες με Ομπάμα στον «αράπη της Κυψέλης» ότι υποβάθμισε την άλλοτε ελίτ συνοικία σου; Κάπως έτσι η άτιμη η παγκοσμιοποίηση επηρεάζει τις υπόγειες διαδρομές της καθημερινότητάς μας στην Αθήνα. Κάπως έτσι ίσως συνηθίσει το μάτι μας σε άλλα χρώματα (θυμάσαι το αγαπημένο σου χρώμα; Βρες ένα άλλο τώρα) και προετοιμαστεί για τις υπέροχες νέες γενιές που έρχονται να αναλάβουν τα καλύτερα πόστα στον μικρόκοσμό μας και γίνει κάτι αυτή η χώρα του Ποτέ. Κάπως έτσι έχει νόημα η αλλαγή σκυτάλης στον Οίκο τον Λευκό. Αν πρόεδρος έβγαινε ο Τζων και αντιπρόεδρος η βλέπω-τη-Ρωσία-από-το-παράθυρο-της κουζίνας-μου Σάρα, το μπέργκερ θα ‘χε μια γεύση από τα ίδια. Πρέπει αυτήν τη φορά να μας δώσουν κάτι πολύ διαφορετικό οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι. Δηλαδή να σταματήσουν με τα «δώρα». Δόξα τω Θεώ από Goody’s, σουβλάκι και πίτσα πάμε καλά. Με έναν Ομπάμα κάτι γίνεται. Και σε τριάντα χρόνια, ίσως, έχουμε καταφέρει ο επόμενος Ομπάμα να μην μιλάει με κανένα σόι -ούτε του Πέτρου, ούτε της Σοφίας. Προσοχή μόνο σ’ αυτούς τους «προοδευτικούς» που άρχισαν να κουνάνε σημαιάκια. Είναι αυτοί που δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν υποσχέσεις, είναι αυτοί που σου κάνουν την καθημερινότητα γκρίζα. Βαλ’ τα δύο χρώματα, που σκέφτηκες παραπάνω, τώρα μαζί και ψάξε για τον Έλληνα Ομπάμα. Έτσι, έχει νόημα να το συζητάς. Όπου κι αν βρίσκεσαι. Όπως το ‘πε κι ο νέος πλανητάρχης «οι ιστορίες μας είναι μοναδικές, αλλά η μοίρα μας κοινή».

Ο καλός Χειμώνας

Σε μια εποχή όπου όλα είναι ρευστά και καταρρέουν, οι εποχές θα έπρεπε να είναι το τελευταίο σίγουρο σημείο αναφοράς μας στο χρόνο. Πλέον δεν είναι. Περιμένοντας τον χαμένο χειμώνα, ας σκεφτούμε πως το πιο σταθερό πράγμα στη ζωή μας είναι οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα μας.


Οι εποχές
αλλάζουν. To καλοκαίρι αργεί να φύγει, το φθινόπωρο έχει χαθεί και ο χειμώνας ξεκινά απότομα γύρω στο Νοέμβρη. Καταλαβαίνεις το χειμώνα όχι τόσο από το κρύο που πέφτει δέκα βαθμούς κάτω από την αμέσως προηγούμενη μέρα, αλλά από τον κόσμο που βγαίνει το βράδυ της επόμενης. Χειμώνας είναι τα πρώτα φοιτητικά πάρτυ της πόλης, όταν έχει περάσει ο Οκτώβρης γνωριμίας κι όταν ακόμα οι παρέες είναι αρκετά μεγάλες για να βγουν με περίσσιο ενδιαφέρον αγόρια και κορίτσια στα μπαράκια στο Γκάζι και τα ρεμπετάδικα της Κυψέλης. Χειμώνας είναι τα αγχωμένα ενήλικα ραντεβού στη γωνία των McDonald’s στην Ερμού, τα σταυρωτά φιλιά έξω από το Διπλό στην πλατεία Εξαρχείων, οι μεθυσμένες αγκαλιές στα σκαλάκια του μετρό στο Γκάζι. Χειμώνας είναι οι έρημοι βρεγμένοι δρόμοι που ορίζουν τα ασφυκτικά γεμάτα ρακάδικα στο Θησείο και τις φοιτητοταβέρνες στα Ιλίσια. Είναι ο απότομος μπιτάτος θόρυβος που βγαίνει όταν οι famestorάδες πορτιέρηδες ανοίγουν της πόρτες στις διώροφες καφετέριες στη Φωκίωνος Νέγρη. Είναι οι διπλοπαρκαρισμένες μπερλίνες έξω από το Rex στην Πανεπιστημίου και οι ουρές των ράθυμων ταξί στην Σπυρίδωνος Τρικούπη. Είναι ο κόσμος που πηγαινοέρχεται για τσιγάρα και καυγά στην Πανόρμου από το Ποτοπωλείο και το Μαραμπού προς το περίπτερο απέναντι και πάλι πίσω. Χειμώνας είναι όταν βλέπεις ουρές έξω από την Έλλη στην Ακαδημίας και τον Απόλλωνα της Σταδίου κόντρα στα βαρετά βραδινά σαββατιάτικα δελτία. Χειμώνας είναι όταν το κέντρο της Αθήνας αδειάζει τα σκοτεινά απογεύματα του Σαββάτου -όταν όλοι κοιμούνται, ετοιμάζονται ή σκέφτονται όσα ζήσουν ή δεν ζήσουν το ίδιο βράδυ.

Θα πείτε πως όλα αυτά συμβαίνουν όχι μόνο τον Νοέμβρη, αλλά και τους υπόλοιπους μήνες του «χειμώνα». Ξέχασα, λοιπόν, να βάλω μπροστά απ’ την εποχή το επίθετο «καλός». Όλα τα παραπάνω είναι ο «καλός χειμώνας». Η ασφαλτοπαγωμένη εποχή, όπου οι άνθρωποι ζουν την προσμονή κάθε αρχής. Όπου όλα στα μάτια τους είναι καινούρια και αδοκίμαστα –οι παρέες, οι βιτρίνες, τα μαγαζιά, οι καταστάσεις. Ένας χειμώνας χωρίς τα πρέπει των γιορτών που θα ‘ρθουν, τις αφραγκιές του Άη Γιαννιού, τις εξεταστικές του Φλεβάρη και την κούραση του γδάρτη Μάρτη. (Μετά έρχεται το καλοκαίρι, ο χειμώνας είναι πια ανάμνηση, κι όσα δεν πετύχαμε να ζήσουμε στο κρύο τα ξεσπάμε σε δυο βδομάδες καυτής άδειας).

Φέτος, ακόμα κι ο καλός χειμώνας μοιάζει αδιάφορος και θαμπός, Οι Αθηναίοι ευθύς μετά τη ραστώνη του καλοκαιριού ήρθαν αντιμέτωποι με κακά νέα. Η οικονομική κρίση τρύπωσε ανάμεσα σε Νύχτες Πρεμιέρας και Φεστιβάλ Κινηματογράφου ανοιγοκλείνοντας τηλεοπτικά παράθυρα. Όμως, μόνο τα κανονικά παράθυρα από ξύλο ή αλουμίνιο φωταγωγούν ρεαλιστικά τη χρεοκοπία μας. Μια βόλτα στην Αποστόλου Παύλου αρκούσε για να μας ξελαμπικάρει το μυαλό. Και μια βραδιά στο Half Note αρκούσε να μας το ξαναγεμίσει με τζαζ ιδέες και πνευματώδεις συζητήσεις για μαύρο σεξ και κόκκινη πολιτική. Ποιο σεξ και ποια πολιτική; Όταν δεν ξέρουμε τι θέλουμε μέσα μας, το έξω χάνει το νόημά του. Όταν νιώθουμε αποξενωμένοι στο ίδιο μας το σπίτι, η γνωριμία με το μεγάλο σπίτι της πόλης μοιάζει βουνό. Όταν ο τριαντάρης μετρά το τελευταίο του πενηντάευρω, η ιδέα μιας απρόσμενης γνωριμίας στα μπαράκια της Σκουφά μάλλον τον φοβίζει παρά τον ενθουσιάζει. Όταν η βραδινή παρέα μας είναι το ασοκαρεδάκι του Mega κι όχι ο συνάδελφός μας στην πρωινή τρέλα, τότε απλά δουλευόμαστε. Άνεργος στην εποχή της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης των τελευταίων εβδομήντα ετών, είναι η βινιέτα στο καθημερινό σαλόνι μας. Δεν είναι που οι τράπεζες καταρρέουν και σκοτεινιάζουμε. (Μέσα τους όλοι οι νοικοκυραίοι χαμογελούν μνησίκακα για το επιτόκιο που ακόμα πληρώνουν κερατιάτικο). Καταρρέει το σκηνικό που τόσα χρόνια είχαμε στήσει το καθημερινό θέατρό μας. Χαλιόμαστε που το έξω είναι πια κι αυτό προβλέψιμο. Τα πρώτα κρύα δυσκολεύονται να φτιάξουν ρόλους και να στήσουν σενάρια για τη χρονιά μπροστά. Ο καλός χειμώνας μας πούλησε για ένα ντεμέκ καλοκαίρι. Τα παράθυρα κλειστά και τα κεφάλια μέσα.

Μη ρωτάς αν είμαι απαισιόδοξος. Κανένας γραφιάς δεν πρέπει να φλερτάρει με την απαισιοδοξία. Κάποιοι της γενιάς μας κοιτάμε ακόμα απ’ τον Λυκαβηττό τη φωτισμένη πόλη κάτω, πάντα με την ίδια λαχταριστή ιδέα ότι εκεί κάτω υπάρχουν ωραίες ιστορίες για να γραφτούν. The show must go on. Η μέρα παίζει σε fast forward -όπως βγαίνει ο ήλιος από τον Υμηττό, φωτίζει απέναντι τις δυτικές συνοικίες, κάθεται πάνω από τις εμμονές του κέντρου, και αργογέρνει απόγευμα στον Πειραιά πετώντας φωτιές στα πανεπιστήμια του Ζωγράφου, πάλι στον Υμηττό, εκεί που παίρνει θέση το φεγγάρι για άλλη μια νύχτα παθών μέχρι το ξημέρωμα κι ακόμα παραπέρα. Με Ομπάμα ή χωρίς, λίγα θα αλλάξουν στο επόμενο Σαββατοκύριακο από μόνα τους. Ευχήσου, λοιπόν, να έχει βροχή, φόρα τα καλύτερά σου ρούχα, βρες ένα στέκι (κυρίως αυτό) και βγες με τους φίλους σου να πεις όσα έχεις στο μυαλό σου και νιώθεις πως κανείς δεν θα κάτσει να ακούσει. Ακόμα κι αν σημαίνει δέκα ευρώ λιγότερα, είναι η γνώση πως ακόμα δεν είσαι ξένος στην πόλη σου. Είναι η αρχή για να την κάνεις δικιά σου. Η αρχή μιας νέας ιστορίας. Όπως τη γράφεις εσύ και οι δικοί σου. Καλό χειμώνα!

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

Μια πλατεία αλλάζει


Οι άνθρωποι αλλάζουν. Μαζί τους αλλάζουν και οι πλατείες που αγάπησαν. Οι άνθρωποι φεύγουν. Μαζί τους φεύγουν και οι εικόνες που κουβαλούν στο μυαλό τους απ’ τις πλατείες αυτές. Οι άνθρωποι έρχονται. Μαζί τους έρχονται καινούρια πράγματα. Τόσο καινούρια όσο μια βόλτα ανοιξιάτικη στην πλατεία Εξαρχείων.


Η πλατεία Εξαρχείων είναι μια πλατεία τρίγωνη. Έτσι, από όποια γωνιά και την αντικρίσεις, πάντα σου δίνει την αίσθηση ότι στο επόμενο βήμα σου προς αυτήν πρόκειται να ανοιχτείς σε έναν άγνωστο κόσμο. Το περασμένο καλοκαίρι ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την αναμόρφωση της πλατείας. Η εικόνα της ήταν έως τότε μια εικόνα εγκατάλειψης και παρακμής. Ήταν, όμως, η ίδια εικόνα που, μπολιασμένη με τους μύθους και τις διηγήσεις των παλιότερων για την δεκαετία του ’80, τραβούσε σαν μαγνήτης κάθε έφηβο που ήθελε να κάνει τα πρώτα βήματά του στην πόλη μόνος κι ανεξάρτητος. Από στόμα σε στόμα -και με τον καιρό- από τηλεόραση σε τηλεόραση, η πλατεία Εξαρχείων έγινε ο φόβος κάθε μαμάς που έστελνε το παιδί της στα φροντιστήρια της Κάνιγγος κι αργότερα στα γύρω πανεπιστήμια. Ήταν πράγματι μια ωραία κατάσταση, αν όχι τρομερή ειρωνία: Το μέρος που ελάχιστοι γονείς θα πατούσαν το πόδι τους, κι ας «ήξεραν» τόσα γι’ αυτό, θα γινόταν το πρώτο μέρος για το οποίο θα μιλούσαν οι γόνοι τους με λεπτομέρειες, πέραν από τη γειτονιά που έζησαν και μεγάλωσαν. Για να αλλάξει κι αυτό, όταν οι ίδιοι θα γίνονταν γονείς.

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος να βρεθείς στην πλατεία Εξαρχείων είναι να ανηφορίσεις την οδό Στουρνάρη από Πατησίων. Χαρακτηρισμένη ως η Silicon Valley της Ελλάδας, λόγω των πολλών καταστημάτων με είδη πληροφορικής που αραδιάζονται στα πλαϊνά της, η «Στουρνάρα», όπως έχει επικρατήσει στην ιδιόλεκτο των εντόπιων περιπατητών, είναι επίσης η είσοδος και για έναν άλλον «αυτόνομο» χώρο στο κέντρο της πόλης, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Φοιτητές που τελειώσαν τα μαθήματα, αλλά και φοιτητές που δεν τα άρχισαν καν, ανηφορίζουν σε κάθε αλλαγή βάρδιας προς την πλατεία. Εκεί θα αράξουν σε κάποια από τις πολλές καφετέριες, που το βράδυ γίνονται μπαράκια κατά το έθιμο της εποχής. Παλιά, οι καφετέριες μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Πλέον, οι επιλογές για καφέ περιλαμβάνουν πολλά χέρια. Ήβη, Φλοράλ, Διπλό, Βοξ, Φλοκαφέ, Όστρια είναι μερικά από τα συνθηματικά των μυστών της μεσημεριανής σιέστας που πάνω σε καρέκλες σκηνοθέτη γκριζιασμένες από το καυσαέριο του κέντρου αντιμάχονται την καθημερινότητά τους. Κάθε ένας έχει να διηγηθεί το δικό του σενάριο γι’ αυτήν. Το πιο γνωστό και χιλιοειπωμένο είναι αυτό για τους αναρχικούς της πλατείας ή τα «φρικιά» και τα «τζάνκια», ανθρώπους που στους μικροαστικούς Αρκουδέικους μύθους όλοι ταυτίζονται απροσδιόριστα μεταξύ τους. Απ’ την άλλη, το λιγότερο γνωστό σενάριο καθημερινότητας είναι ένα παλιό για την ίδια την πλατεία Εξαρχείων και το πως πήρε τη σημερινή της μορφή.

Το σχήμα που ξέρουμε σήμερα η πλατεία το απέκτησε τα πρώτα χρόνια μετά το ’80. Μέχρι τότε, η προέκταση της οδού Τσαμαδού χώριζε την πλατεία στα δύο. Το δε κάτω τμήμα της πρός Στουρνάρη, ήταν χτισμένο με παραγκόσπιτα, απομεινάρια ξεχασμένων γέρικων εποχών. Έτσι, μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν και σήμερα γενιές που έχουν δει την πλατεία να αλλάζει πάνω από μια φορά. Κάποιος παλιός μύστης μάς είπε με στεντόρεια φωνή σοφού που έχει αποσυρθεί από τα υλικά εγκόσμια πως «έχει ζήσει όλους τους βιασμούς της πλατείας αυτής»! Για τους αριστερούς ιδεολόγους που οχύρωσαν τα οράματά τους για μια κοινωνία διαφορετική σε κάθε γωνιά των μικροαστικών Εξαρχείων, οι αλλαγές στην πλατεία δεν είναι παρά άλλη μια προσπάθεια του συστήματος να επιβληθεί σε έναν από τους τελευταίους ελεύθερους χώρους παραγωγής ιδεών. Κοιτώντας τους νέους που αναζητούν με το τουφέκι ένα τραπεζάκι για να κάτσουν -παρέες παρέες των τεσσάρων και των οκτώ με τις ώρες σε πείσμα του χρόνου που τρέχει πάντα σε βάρος όλων, νιώθεις πως ο σοφός άντρας θα ήθελε πολλά να πει ακόμα. Τα στέκια, όμως, του καθενός διαφέρουν και δεν είναι πάντα όλοι κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι. Όπως και να το δει κανείς, οι νέοι δίνουν το στίγμα ανέκαθεν. Κι αυτή τη φορά, οι νέοι θα προτιμήσουν να κάτσουν πίσω «χαλ-λαρά» και με έναν καφέ ή μια μπύρα να βγάλουν ολόκληρη εξωβάρδια, μιλώντας για ομάδες, τραγουδιστές κι άλλα της καθημερινότητας που μυθολογούν. Όλα αυτά, βεβαίως, το πρωί, γιατί το βράδυ που η μουσική δυναμώνει δύσκολα ακούς τι λεει ο διπλανός σου.

Για να αλλάξει, όμως, η πλατεία όλοι έστρεψαν το βλέμμα τριγύρω και άκουσαν τι είχε να τους πει ο διπλανός τους –σε πείσμα των μοναχικών μας καιρών. Το αρχικό σχέδιο για την πλατεία που παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούλιο συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις, όχι μόνο αυτές των αναρχικών ιδεολόγων και των πιο δυναμικών νεαρών επίδοξων επιγόνων τους, αλλά και αυτών των ίδιων των κατοίκων της περιοχής και των επιχειρηματιών σ’ αυτήν. Όπως μας είπε κάποιος μαγαζάτορας, η μακέτα ήταν «φτιαγμένη η ίδια από μπετό». Οι αντιδράσεις, αν και προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους, συνέκλιναν σε μια κοινή αισθητική, τουλάχιστον, παραδοχή και έτσι προέκυψε το νέο σχέδιο, το οποίο συγκεντρώνει τώρα την αποδοχή των περισσότερων. Απ’ την στιγμή που όλοι προσυπέγραψαν για την ανάπλαση, οι εργασίες ξεκίνησαν δέκα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα. Έκτοτε, 58 καινούρια δέντρα έχουν ήδη φυτευτεί και περισσότερο πράσινο θα είναι πλέον ορατό με την προσθήκη γκαζόν και παρτεριών με θάμνους. Ο χώρος των τραπεζοκαθισμάτων θα μειωθεί στο μισό, ενώ θα δημιουργηθεί διάδρομος πλάτους τριών μέτρων για τους πεζούς με ειδικές ράμπες για τυφλούς συμπολίτες μας. Η πλακόστρωση γίνεται με μάρμαρο Καβάλας, ενώ οι κυβόλιθοι είναι πορφυρίτης από την γειτονική Ιταλία. Σύμφωνα, με τον μηχανικό του έργου, Αχιλλέα Κωσταγιάννη, σε δέκα χρόνια, κι όταν τα δέντρα μεγαλώσουν, η πλατεία θα είναι «δάσος». Είκοσι χρόνια πριν, ο ίδιος ερχόταν στην πλατεία ως νεαρός φοιτητής. Η εξαετία ‘77-‘83 έχει χαραχτεί στη μνήμη του ως «οι καλύτερες εποχές». Μιλάει με αγάπη για την πλατεία. Σε ερώτηση αν πίστευε τότε πως σήμερα θα άλλαζε αυτός ο ίδιος την πλατεία που σημάδεψε τα νιάτα του, απαντά με κάποια συγκίνηση πως όχι. Τελικά, οι πλατείες αλλάζουν μαζί με τους ανθρώπους κι όχι απ’ την έμπνευση της στιγμής.

Άραγε, πως θα είναι η πλατεία είκοσι χρόνια μετά; Θα είναι για τη δική μας γενιά φοιτητών και νέων, η σημερινή εποχή μια αντίστοιχη χρυσή εξαετία; Είναι, πάντως -και όλοι το παραδέχονται- η εποχή των Ολυμπιακών. Όχι των κόκκινων, των άλλων. Οι καταστηματάρχες πιστεύουν πως με τους Ολυμπιακούς Αγώνες το ερχόμενο καλοκαίρι, οι επισκέπτες της πλατείας θα αυξηθούν με ανάλογες συνέπειες για τα έσοδα των μαγαζιών τους. Θεωρούν πως οι όποιες παρεμβάσεις συνιστούν αναβάθμιση. Νέες καφετέριες έχουν ανοίξει και πολλές ακόμα ανακαινίζονται. Το βιομηχανικό στυλ με τις πέτρες και τις σκουριασμένες κουπαστές δίνει τη θέση της σε πιο ανάλαφρες διακοσμήσεις. Η εμφάνιση στην πλατεία δύο μαγαζιών, του ΒΟΞ και του Wunderbar, με αισθητική αρκετά διαφορετική από τη στερεότυπη εικόνα της επαναστατημένης πλατείας στα σύνορα του συστήματος, ήταν ο προάγγελος μιας νέας εποχής. Στα στοιχεία της νέας αυτής εποχής συγκαταλέγεται και η αυξανόμενη και συνεχής παρουσία της αστυνομίας. Η κατάσταση φαίνεται να έχει ηρεμήσει και τα τελευταία εκτεταμένα επεισόδια δεν αποτελούν παρά άλλη μια απομίμηση του μακρινό ’95 (όταν η τηλεόραση του Αντέννα έκανε τα αλήστου μνήμης τηλεδημοψηφίσματα να μπουν ή όχι τα ΜΑΤ στο Πολυτεχνείο που καιγόταν από τους «γνωστούς άγνωστους»). Η τελευταία εστία του περιθωρίου είναι πλέον μια γωνιά πιο φανερή και περπατημένη από οποιονδήποτε άλλο χώρο των Εξαρχείων. Στη Στουρνάρη και Σπύρου Τρικούπη γωνία τα «φρικιά» έχουν καταθέσει τα όπλα με άδεια χέρια και πρόσωπα που θυμίζουν την «Κραυγή» του Μυνχ. Το κέντρο της πλατείας που ήταν το σπίτι τους, αυτή η terra ingognita του ‘80, είναι τώρα περικυκλωμένη από μπάζα. Ξένοι εργάτες ζουν εκεί μες στη σκόνη το δικό τους ελληνικό όνειρο. Τι να είναι για αυτούς η πλατεία μετά από χρόνια παρά μια σκληρή εμπειρία επιβίωσης στη Δύση;

Κανείς δεν χρειάζεται τον μικροαστικό οδηγό επιβίωσης πια για να κυκλοφορήσει στην πλατεία Εξαρχείων. Τελικά, μάλλον, ποτέ πραγματικά δεν χρειάστηκε. Γιατί η πλατεία Εξαρχείων αν και ήταν ξεχωριστή, παρέμεινε εν τούτοις μια πλατεία, ένας χώρος συνάντησης των καθημερινών ανθρώπων. Ανθρώπων πιο φευγάτων, ανθρώπων πιο ανήσυχων, μα σίγουρα καθημερινών ανθρώπων. Αναζητώντας τα σημεία αναφοράς της πλατείας, οδηγούμαστε στην πολυκατοικία που στέκεται στη γωνία των οδών Αραχώβης και Θεμιστοκλέους απέναντι από το ΒΟΞ. Είναι η περιβόητη «Μπλε Πολυκατοικία», έργο του αρχιτέκτονα Κυριακούλη Παναγιωτάκου, που χτίστηκε το 1932 και διεκδικεί τον τίτλο της πρώτης πολυκατοικίας που ανεγέρθηκε στην Αθήνα. Ένοικοί της υπήρξαν πολλοί επώνυμοι, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, πολιτικοί, έμποροι και βιομήχανοι. Σήμερα, η πολυκατοικία φαίνεται γερασμένη και τα περισσότερα κουδούνια δείχνουν τις επωνυμίες μικρών αγνώστων επιχειρήσεων που στεγάζονται σε αυτήν. Το πρώτο που αντικρίζει κανείς μπαίνοντας είναι η πλατιά εσωτερική σκάλα. Μεγαλοπρεπής μέσα στην παρακμή της και όμορφη παρόλα τα σημάδια του χρόνου, σε ανεβάζει με αργά βήματα ψηλά σε έναν κόσμο που δύσκολα φαντάζεται ο επισκέπτης των Εξαρχείων. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας η θέα είναι εκπληκτική. Από πίσω ο Λυκαβηττός, ογκώδης και επιβλητικός όσο κανείς δεν μπορεί να τον δει έτσι χαμένος όπως είναι στα στενά της πόλης. Δίπλα ο λόφος του Στρέφη, Αγχεσμός όπως θα τον έλεγαν οι καθημερινοί άνθρωποι της κλασικής Αθήνας, Μπινέκντασι όπως θα τον καλούσαν στην Τουρκοκρατία. Με πρόσωπο στημένο πάντα προς τη Δύση και ολόγυρα παντού η Αθήνα μέχρι το Αιγάλεω και ακόμα μακρύτερα είναι το δώρο της πολυκατοικίας στους ψηλότερους ενοίκους της. Αρκετοί απ’ αυτούς μαζεύονται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην εν λόγω ταράτσα για να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου. Όσοι υποδέχτηκαν εκεί το 2004 ήταν και οι τελευταίοι που είδαν την πλατεία από ψηλά με τη μορφή που είχε είκοσι χρόνια τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, είναι διαφορετική η πλατεία Εξαρχείων όταν τη βλέπεις από ψηλά. Μοιάζει πιο συμμαζεμένη και πιο ήρεμη. Έτσι, όπως ίσως μπορούν να τη βλέπουν μόνο όσοι κατοικούν στα ρετιρέ της ζωής. Αν επιμείνεις, όμως, κοιτώντας ολόγυρα, θα καταλάβεις πόσο ζωντανή και ανήσυχη είναι κατά βάθος, με ανθρώπους και αυτοκίνητα να μετακινούνται διαρκώς, με άπειρες μικρές λεπτομέρειες να την χαρακτηρίζουν. Από την οθόνη του θερινού σινέμά ΒΟΞ μέχρι το κτίριο Γκίνη στο Πολυτεχνείο στο βάθος και από την τροπική αυλή της νεοκλασικής «Όστριας» μέχρι τους κάδους έξω από το σουβλατζίδικο του «Κάββουρα». Από τα απλωμένα ρούχα πέρα στις σκοτωμένες από την κούραση πολυκατοικίες της Μητρόπολης μέχρι τα μαραμένα λουλούδια κάποιας παλιάς Αθηναίας γραίας των Μεγάλων Προσδοκιών. Από τα διπλά λεωφορεία που δυκολεύονται στη στροφή για Στουρνάρη μέχρι τα τρίθυρα αμαξάκια που δυσκολεύονται να παρκάρουν έξω από τα φροντιστήρια στη Σολωμού. Ένας μικρόκοσμος που φτιάχτηκε, θαρρείς, από τύχη, επειδή οι γειτονιές που απλώθηκαν από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις άφησαν στην απόληξή τους ένα μικρό κενό τρίγωνο γης, σημείο συνάντησης και για τις τρεις. Η μια γειτονιά από την Ομόνοια, η άλλη από τη Νεάπολη και η τρίτη από το Μουσείο, με ότι αυτά τα ονόματα συμβολίζουν για το παρόν, μέλλον και παρελθόν μιας πόλης που διαρκώς εξεγείρεται τα τελευταία εκατό χρόνια απέναντι στη χωροταξία της. Ρωτώντας τους ανθρώπους της πλατείας αν πιστεύουν πως το πνεύμα της θα αλλάξει μαζί με την εικόνα της, σου απαντούν πως όχι. Τα Εξάρχεια θα παραμείνουν Εξάρχεια.

Όχι, βέβαια, επειδή το θέλει κάποια παράδοση ή η ρομαντική διάθεση των νοσταλγών του όποιου παρελθόντος. Αλλά, επειδή ορισμένα πράγματα γύρω και μέσα σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο της Αθήνας παραμένουν τα ίδια. Όσο υπάρχουν το Πολυτεχνείο και τα άλλα τριτοβάθμια ιδρύματα σε ακτίνα χιλιομέτρου από την πλατεία, αυτή θα τροφοδοτείται πάντα με νέους ανθρώπους, που σε όποια εποχή κι αν δρουν θα φέρνουν νέες ιδέες και συνήθειες. Κοιτώντας τα νεανικά πρόσωπα γύρω απ’ την μπάρα στην «Ήβη», ξέρεις πως η πλατεία είναι καταδικασμένη σαν άλλος Φάουστ να ζει ως νέα για πάντα. Είναι εκεί τα παιδιά και συνεχίζουν αν μιλούν ακομπλάριστα, ακόμα κι αν ξέρουν πως ο φωτογράφος φτιάχνει το θέμα του στα πρόσωπά τους. Συζητούν και λικνίζονται σε ρυθμούς που ‘ρχονται απ’ έξω -κι αυτό πάντα συνέβαινε στην πλατεία. Πράγματα έρχονταν απ’ έξω μέσα για να ζυμωθούν και να βγουν ανανεωμένα ξανά στο δρόμο. Συζητούν και τ’ ότι φαίνονται χαλαροί δεν σημαίνει ότι δεν έχουν σοβαρά πράγματα να πουν. Τα μεσημέρια η πλατεία γεμίζει με νέες και νέους που μετά τη σχολή ή τη δουλειά έρχονται να «αλλάξουν» την κοινωνία, να λύσουν όλα της τα προβλήματα και να φύγουν σίγουροι πως κρατούν το μέλλον στα χέρια τους. Σταμπαρισμένες φάτσες «φοιτητοπατέρων» κάνουν κατήχηση σε ψαρωμένους πρωτοετείς, κλασικές παρέες στήνουν παρτίδες τάβλι για να πάρουν ρεβάνς από το μάθημα που κόπηκαν με «4» μόλις. Άλλοι κι άλλες πάλι χαζεύουν τις βόλτες του αντίθετου φύλου μπροστά από το Φλοκαφέ, τους στημένους στο ραντεβού τους στο ίδιο σημείο με μοναδική παρέα για την ώρα τους Νιγηριανούς που πουλάνε CD με χαμόγελο ανέξοδο και σπαστά ελληνικά.

Κάποιος είχε πει κάποτε πως μια συνοικία είναι ότι CD πουλάνε σ’ αυτήν οι μαύροι πειρατές. Στην πλατεία Εξαρχείων ανέκαθεν το ρεπερτόριο κινούνταν γύρω απ’ τη ροκ μουσική, που σε άλλες περαντζάδες και σε άλλες κασέλες εξέλιπε εντελώς δίνοντας χώρο στα ελληνικά σουξέ. Ο τρόπος που αλλάζει η πλατεία φαίνεται στις κασέλες έξω από τη Βαλτετσίου. Τα ροκ CD παρέμειναν, τα ελληνικά δεν ήρθαν ακόμη, ήρθαν όμως freestyle ακούσματα και περισσότερη «μαύρη» μουσική από CD που μπορείς κάλλιστα να βρεις στη Δελφών, τη Σκουφά και όλο πιο πάνω ανηφορίζοντας προς το Κολωνάκι. Το αν άλλαξες μαζί με την πλατεία που αγάπησες ίσως μαρτυριέται κι απ’ το ποια CD αγοράζεις. Κι αν στα χνάρια της μουσικής ψηλαφίζουμε τις όποιες αλλαγές ύφους, στο χώρο των εντύπων τις κρατάμε γερά στα χέρια μας. Τα έντυπα έδιναν στην πλατεία πάντα μια ξεχωριστή πινελιά. Στο περίπτερο απέναντι από τον «Γρηγόρη» μαζί με τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας βρίσκονται μαζεμένα και απλωμένα στο πεζοδρόμιο όλα σχεδόν τα funzines που έχουν λόγο να κυκλοφορούν στην Αθήνα. Τα περισσότερα έρχονται από τον «αντιεξουσιαστικό» χώρο, ενω υπάρχουν αρκετά που ξεκινώντας απ’ τη μουσική και τα κόμικς αναζητούν εναλλακτικές μορφές στην πολιτική και την φιλοσοφία. Μέσα όμως στις καφετέριες, εκεί που κυκλοφορεί ο πολύς κόσμος, τα έντυπα είναι κανονικές εφημερίδες, έχουν δικό τους σταντ και, όπως με τα CD, διατρέχουν όλη τη διαδρομή της Σκουφά από τις αρχές της μέχρι το τέλος της -στην άλλη γνωστή πλατεία του κέντρου. Σημεία των καιρών.

Τελικά, η πλατεία Εξαρχείων θα αλλάξει προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο; Ποιος έχει δίκιο; Οι καταστασιακοί του Ραούλ Βανεγκέμ που φωνάζουν για την καταστολή που ξεκινά από την πολεοδομία ή οι μικροαστοί του κέντρου που φωνάζουν για την επιτακτική ανάγκη εμπορικής αναβάθμισης της πλατείας; Τι είναι η αναπλαση: μικροαστική μεταρρύθμιση και βιομηχανία της light διασκέδασης ή ανάδειξη πρασίνου και ευκαιρίες επιχειρηματικότητας; Κοιτώντας το «Άγαλμα των Τριών Ερώτων» στο όχι ακριβώς κέντρο της πλατείας, μπαίνουμε στο πειρασμό να ρωτήσουμε τι πραγματικά πιστεύει αυτό, που τόσους έχει δει και τόσοι τού έχουν μιλήσει. Ίσως να είναι πολύ κουρασμένο για να μιλήσει σε αντίθεση με το λαϊκό άσμα που τραγουδιέται στα γύρω ρεμπετάδικα του Κάββουρα και της Μποέμισσας. Σίγουρα, το Άγαλμα θα παραμείνει για πολλά χρόνια εκεί να καταγράφει την καθημερινότητα μιας πλατείας που έγινε μύθος όσο καμιά άλλη στην Αθήνα. Λίγο μετά το Πάσχα κι όταν τα έργα στην πλατεία θα έχουν ολοκληρωθεί, θα φανεί το αποτέλεσμα της ανάπλασης. Η άλλη, όμως, αλλαγή, αυτή που συμβαίνει πολύ βαθύτερα από την επιφάνεια των πραγμάτων θα αργήσει να φανεί. Θα είναι ίσως το αντικείμενο συζήτησης ενός σημερινού νέου που θα βλέπει την πλατεία του διαφορετική μετά από χρόνια, με μόνα απείραχτα σημάδια τους «Τρεις Έρωτες» και τις τρεις πλευρές της, όσες ήταν και οι απαντήσεις τελικά που πήραμε στην ερώτηση αν θα αλλάξει η πλατεία: Ναι. Όχι. Ίσως...



Μάρτης 2004

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007

Η σκοπιά θέλει τον Γερμανό της


Θα φανταζόσασταν ποτέ Έλληνα χωρίς το κινητό του; Υπάρχει έστω κι ένας στον πλανήτη Ελλάδα που να μην έχει τραβήξει ή αποθηκεύσει κάθε λογής βιντεάκια στο κινητό του για διασκέδαση; Κι όμως, στην υποήπειρο με τους χακί ιθαγενείς, εκεί που οι ώρες μετράνε με σκοπιές και οι μέρες με αγγαρείες, τα κινητά με κάμερα απαγορεύονται. Τουλάχιστον για όσο παίρνει να ακουστεί το επόμενο κλικ…


Ως γνωστός τεχνολογικός πρωτοπόρος, ο ελληνικός στρατός επιτρέπει εντός του μόνο κινητά χωρίς κάμερα, τις γνωστές παντόφλες που όλοι αγαπήσαμε στις αρχές της δεκαετίας. Όπως, όμως, με πολλές απαγορεύσεις που αγνοούν την ψηφιακή πραγματικότητα, έτσι κι αυτή δεν θα μπορούσε παρά να αγνοηθεί de facto. Ο λόγος; Οι άνθρωποι κυνηγούν αιώνες τώρα την ευχαρίστηση και την αιωνιότητα. Άλλοτε με μαγγανείες και σταυρούς, άλλοτε με τέχνες και φιλοσοφία. Μόνο που σήμερα, όλοι μπορούν να την κατακτήσουν για τον εαυτό τους πατώντας απλά το πλήκτρο record ενός οποιουδήποτε κινητού. Απ’ τον φαντάρο που φωτογραφίζεται με φίλους στους θαλάμους, τον υπάξ που τραβά τις κανονιές του σε Νοεμβριάτικες ασκήσεις μέχρι τον φρεσκοξυρισμένο αστεράτο που συνωστίζεται με παλιούς συμμαθητές σε δεξιώσεις στο Πεντάγωνο, όλοι κάπου στην στολή κρύβουν ένα κινητό με κάμερα μαζί με τον καημό τους που θα βρίσκονται στο στρατό, άλλος για 12 μήνες, άλλος για 5 χρόνια κι άλλος για μια ολόκληρη ζωή, μαζί με τη λαχτάρα να περάσει ο καιρός όσο πιο εύκολα γίνεται. Αν τα κινητά ακόμα ζουν, τα κινητά με κάμερες ζουν και βασιλεύουν. Για να μας κάνουν πιο χαρούμενους σε καιρούς μοναξιάς. Ή έστω να το νομίζουμε.


Κάθεται στην σκοπιά του όλο και κάποιον περιμένοντας, αλλά δεν είναι ο Ράιαν. Έχει μαζί του όπλο-κράνος-εξάρτηση, πυρομαχικά, ενίοτε κι έναν ασύρματο μαζί με την ευχή του Άη Γιώργη. Επειδή όμως, όπως λέει ο θυμόσοφος λαός μας, κι ο άγιος φοβέρα θέλει, οι στρατευμένοι νέοι φροντίζουν να έχουν πάντα μαζί και το κινητό τους. Κανείς δεν θα μπορούσε να αποχωριστεί ό,τι τον ενώνει με τον γνωστό κόσμο της εποχής (γκόμενα, μαμά και κολλητούς), ενίοτε και με το υπερπέραν (αφεντικά, καθηγητές και σπιτονοικοκύρη). Πιο πέρα κι απ’ το υπερπέραν είναι εκεί που βρίσκεται κι ο στρατός κι άλλες τεράστιες μαύρες τρύπες. Να πιάνει άραγε σήμα; Μα, ασφαλώς! Απ’ τη στιγμή που θα νιώσεις το συμπαντικό κενό ανάμεσα στον εαυτό σου όπως ήταν έξω και σ’ αυτόν που γίνεσαι μέσα, θα καταφύγεις στο ευεργετικό πάτημα των πλήκτρων του κινητού σου. Το σύμπαν συνωμοτεί. Δεν είσαι ο ΕΤ, όμως κι εσύ θες να πας σπίτι. Κι επειδή οι αμέριμνες ποδηλατάδες αγκαλιά με την παιδούλα Μπάριμορ μάς τελείωσαν κιόλας από το ’80, τι πιο χαρούμενο από το να τραβάς βιντεάκια και φωτογραφίες πάνω στην καναδέζα με τον υιό του Μπαλούρδου και της Σούλας, τον ανιψιό Σαββίδη και τους υπόλοιπους απογόνους του Περάκη. Αν στη Λούφα και Παραλλαγή, οι φαντάροι διασκέδαζαν με πυροφάνι και ΥΕΝΕΔ, σήμερα διασκεδάζουν με megapixels και youtube. Έτη φωτός μπροστά. Οι θεωρητικοί του πολέμου από τον Χομπς μέχρι τον δικό μας Κονδύλη θα σήκωναν τα χέρια ψηλά μελετώντας στρατιώτες που στη θητεία τους έχουν στείλει αγύριστα περισσότερα mms από σφαίρες.


Είναι αυτό που οι απανταχού στρατοπεδάρχες προσπαθούν να πείσουν τους στρατιώτες τους: σκοπιά και χαρά! Στις ταινίες του Άιζενστάιν και τον επικό Αλεξάντερ Νιέφσκι, ο απλός κόσμος πλέον γίνεται πρωταγωνιστής του πολέμου. Σε καιρούς ειρήνης, ο απλός έλληνας στρατιώτης γίνεται πρωταγωνιστής της καθημερινότητάς του. Νέοι και ωραίοι δεν θα αφήσουν τίποτα να τους ρίξει το ηθικό. Ντυμένοι με παραλλαγές περπατούν σ’ ένα φανταρόδρομο με χαλίκια. Δίπλα τους η παρκαρισμένη καναδέζα αναπηδά πάνω στα γερασμένα της διαφορικά. Μέσα και πάνω κρεμασμένοι οι χακί ιθαγενείς. «Που πάτε;» ρωτούν. «Πάμε στη σκοπιά!» («we are going to the centry-box» όπως γράφει και ο μεταφρασμένος υπότιτλος στο βιντεάκι). «Bambacha! Bambacha!» Ανεβαίνουν. Κανείς δεν λείπει απ’ αυτήν τη βόλτα. Υπάρχει άραγε κανείς και τίποτα που να μπορεί να τους νικήσει;


  • Χρήση κινητού με κάμερα από αρχάριο: Μάς ειδοποιούν οι άλλοι για τις εφόδους, ξυπνάμε τη στιγμή που πρέπει, μάς διασκεδάζει με φιδάκι, πάκμαν και puzzlebobble, μιλάμε με το αίσθημα, μαλώνουμε με το αίσθημα, ακούμε ράδιο την κλήρωση του ChampionsLeague.
  • Χρήση κινητού με κάμερα από ξεψάρωτο: Φωτογραφίζουμε τον καψιμιτζή την ώρα που κοιμάται κάτω από τον πάγκο του ΚΨΜ. Τραβάμε βίντεο το μπουγέλωμα στους θαλάμους εν μέσω καύσωνα με 40 βαθμούς, κάνουμε διπλοσκοπιά παρέα με την οξυζενέ κατάκτηση απ’ το τοπικό μπαρ τις δύσκολες ώρες πριν χαράξει στο Πυθαγόρειο.
  • Χρήση κινητού με κάμερα από grand-master. Τσαντίζουμε τον αγαπημένο μας καραβανά και τραβάμε κρυφά να λέει θα σε καμπανιάσω αλα Πατέλης. Παίζουμε τον ύμνο της Σοβιετικής Ένωσης την ώρα της λάντζας στα μαγειρεία. Ζηλεύουμε όσους υπηρέτησαν στο Φυλάκιο της Άχνας και είπαμε να στήσουμε ανάλογο σκηνικό στη βυσματική παραμεθόριο του Υμηττού. Γράφουμε Ιστορία χορεύοντας ζεϊμπέκικο με τον Τούρκο συνάδελφο πάνω στη γέφυρα των Κήπων.

Σεπτέμβριος 2007

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2007

Η χαρά των τίτλων τέλους και μια σειρά από ατυχή γεγονότα


Στο τέλος της ταινίας Lemony Snicket – A Series of Unfortunate Events και μετά από ένα αίσιο παραμυθένιο τέλος, ο αμφιβληστροειδής του θεατή καταιγίζεται από γραφικά και εικόνες εξαίσιας ομορφιάς, σχεδόν μαγικά. Ο θεατής, άλλος ένας ήρωας της καθημερινότητας, μαγεύεται κι είναι σίγουρος πως μόνο αυτός αναγνωρίζει το όνομα του δημιουργού στους τίτλους τέλους. Η αλήθεια είναι πως αν δεν είσαι ο αμέριμνος Μπαγκς Μπάννυ και όλο κάτι άπιαστο κυνηγάς, τότε μάλλον είσαι ο Έλμερ Φαντ και δεν το ‘χεις καταλάβει..


Τα ωραία γραφικά
κι οι γλυκές μουσικές είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος για να περιμένει κάποιος τους τίτλους τέλους μιας ταινίας και να μην φύγει με το που κλείνει και η τελευταία σκηνή στο όνομα του σκηνοθέτη. Θα σας χαροποιούσε ιδιαίτερα αν νιώθατε κι εσείς πως μετέχετε σε μια τέτοια οικογένεια θεατών, που κάθεται στο τέλος καρτερικά και δεν βγαίνει απ’ τους πρώτους στο σινεμά, ή δεν τρέχει κατευθείαν στο ψυγείο όταν τελειώνει το
home-DVD. Μια τέτοια οικογένεια δεν θα μπορούσε παρά να αποτελείται από ιδιαίτερους ανθρώπους, ανθρώπους ξεχωριστούς. Ανθρώπους που ξέρουν από κινηματογράφο, ικανούς να αναγνωρίσουν στο όνομα του τρίτου καμεραμάν μια αποκατεστημένη βέρζιον του δικού τους εαυτού. Πιθανόν, τα δεύτερα δισκάκια απ’ το DVD club της γειτονιάς σας με τα αγγαρεμένα σχόλια του σκηνοθέτη (που συνήθως δεν κοπιάρει κανείς) να φτιάχτηκαν ειδικά για σας, τους εραστές κάθενός απ' τα επτάρια της έβδομης τέχνης. Ο οποιοσδήποτε, εξάλλου, δικαιούται να νιώθει υπερήφανος για πράγματα που οι άλλοι δεν φαίνεται να προσέχουν. Πόσο μάλλον να εκτιμούν, αφού εν προκειμένω μιλάμε για κάτι τόσο όμορφο και ξεχωριστό.


Ναι, αναγνώστη,
μιλάμε για τους τίτλους τέλους μιας ταινίας. Μην το θεωρείς ασήμαντο. Απ’ τα παιδικά της εποχής της ΕΡΤ2 θυμάσαι με δέος το λιοντάρι της
MGM, κι εφόσον εν προκειμένω πρόκειται για τίτλους τέλους, το that’s all folks με τον Μπαγκς ακόμα να σου κλείνει το μάτι πριν πέσεις για ύπνο. Ένα τέτοιο μαγικό Σαββατιάτικο πρωινό ήταν που αποφάσισες ότι στις επόμενες απόκριες θα ντυνόσουν Μπαγκς, άντε, άμα ήσουν το χοντρό σπασικλάκι του Δημοτικού, Έλμερ Φαντ. Γιατί, λοιπόν, με τέτοιο παρελθόν να μην νιώθεις τώρα στα τριαντα φέυγα σου ένας Γκοντάρ ο Νεότερος; Όταν μπορείς και διαβάζεις -στα γαλλικά παρακαλώ- με ποιους ήθελε να πει τι-πως-και-που ο Δάσκαλος στους τίτλους τέλους; Αλλα, ας μην το χοντραίνουμε. Τα πράγματα είναι πιο απλά και ενίοτε χολυγουντιανά. Γιατί στον Σνίκετ, να μην σου αναγνωρίσουν κάτι, φερειπείν, από το attitude του Κόμη Όλαφ, κατα κόσμον Τζιμ Κάρεϋ, όταν μόνο εσύ ξέρεις το όνομα της make up artist που τον έκανε να φαίνεται θείος
κακός, δυο γενιές μεγαλύτερος, έτοιμος να κατασπαράξει τα φτωχά ορφανά Μπωντλαίρ; (Απλές απορίες) Γιατί, άραγε;


Αλίμονο, αλλά
η απάντηση έρχεται απρόσμενα δύο καθίσματα παραδίπλα στην πίσω σειρά. Είναι εκείνη η ασπρομάλλα γιαγιά που, πρώτον, είναι δυο γενιές μεγαλύτερη από σένα, δεύτερον, βλέπει δύο γενιές παραπάνω σινεμά απο σένα και, τρίτον -και χειρότερο, έχει ζήσει στην Αμερική δυο γενιές πριν απο ‘σενα. Αρκετές όλες για να ξεχωρίζει στο όνομα εκείνης της
Vania Pappas κάπου στη μέση των τίτλων τέλους το όνομα της εγγονής της και με περηφάνια να το διαλαλεί στην αειθαλή παρέα της. Σαν ίππος στο L12 της αίθουσας του Απόλλωνα, η γιαγιά Παπακάτι με μια ματιά ελιγμού κατατροπώνει το πιόνι της K10 (δηλαδή εσένα) που νόμιζε ότι ήταν αξιωματικός και κοίταζε τη πίσω αριστερή διαγώνιο σαν μαύρος νάρκισσος. «Να, στην ίδια ηλικία με το παλληκάρι είναι η Ευανθία μας!» (Παλληκάρι;) Για ‘σένα μιλάει! Ξαφνικά, ο κόσμος από σελιλόιντ και αστρόσκονη που περίτεχνα και με κόπο έπλασες καταρρέει. Η εκλεκτή οικογένεια των "τιτλάκηδων" έχει και μέλη που δεν τα περίμενες. Και, δυστυχώς, αν η γιαγιά Παπακάτι έχει και λεει για τ’ όνομα της εγγονής της, με τρόμο συνειδητοποιείς πως άλλοι τιτλάκηδες απλά έχουν χόμπυ να ψαρεύουν απ’ τους τίτλους τέλους ονόματα που ελληνοφέρνουν αναφωνόντας «να, κι αυτός Έλληνας είναι». Ω, επίβουλες Μούσες! Οι παρα-φινάτοι μικροαστοί των 60’s εισέβαλαν και στο πιο απόρθητο οχυρό των εκλεκτών 00’s
! Θα προτιμούσες τότε, ναι, να βγείς γρήγορα απ’ το σινεμά και να ανάψεις δυο τζούρες στα γρήγορα στη Σταδίου, μήπως και επανέλθει το στραπατσαρισμένο σου κοσμοπολίτικο ίματζ στα σωστά όριά του -παίρνοντας κάτι απ’ τα φώτα των αυτοκινήτων, κάτι απ’ τις βιτρίνες του Άττικα πιο πάνω, κάτι τελοσπάντων απ’ τη βραδινή μποέμ/ιλουστρασιόν Αθήνα.


Θα αναρωτιέσαι, αναγνώστη,
προς τι όλο το κακό για τη μια αυτή φορά που έχασες τη γκλαμουριά σου, αφού και καιρό έχεις να πας σινεμά και συνήθως στο διάλειμμα όποτε πας η φίλη σου σού ζητά να φύγετε γιατί το έργο δεν της αρέσει. Μην κολλάς τώρα που μια γριά και δέκα νοματαίοι κάθονται στο τέλος και αστράφτουν περισσότερο από ‘σένα. Δες το κάπου σαν μια ευκαιρία να πάρεις θάρρος και την επόμενη φορά να διώξεις τη χαζοφίλη σου και να αγνοήσεις τις γριές κλώσσες φεύγοντας μονάχα αφότου έχει αρχίσει η επόμενη προβολή στις 11. Αλλά, τελικά, μάλλον το κακό είναι σε ‘σενα τον ίδιο. Αναλογίσου, αναγνώστη, αν το χειμώνα που έρχεται μπορείς να είσαι μαζί στ’ αλήθεια με όλους όσους νομίζεις ότι πρέπει να είσαι. Σκέψου αν ανήκεις πράγματικά εκεί που θες να πιστεύεις ότι ανήκεις. Γιατί κυνηγάς ανώφελα τις λάθος εικόνες, τις λάθος στιγμές; Μήπως τελικά, ήρθαν οι τίτλοι τέλους για κάποια πράγματα; Μήπως πρέπει να αρχίσεις να κάνεις πράγματα καινούρια ή να τα πάρεις από την αρχή; Αν και παραμύθι, στο τέλος, τα ορφανά Μπωντλαίρ σώθηκαν και κανείς δεν ξανάδε τον κακό θείο τους. Μια κακή δουλειά, μια κακή οικογένεια, μια κακή σχέση, είναι, παν’ απ’ όλα, να μην είσαι ο εαυτός σου. Όχι, ο οποιοσδήποτε εαυτός σου, μα ο καλύτερος απ’ όσους κρύβεις. Μόνο που τώρα δεν μπορείς να ντυθείς Μπαγκς -αν αυτό είναι το καλύτερο για ‘σενα, ούτε είσαι ο Τζιμ Κάρευ. Αδιέξοδο; Δεν πειράζει! Κάποιος είσαι τελοσπάντων. Τουλάχιστον, σου αρέσουν τα γραφικά της ταινίας. Και στο σινεμά να μην πας, θα τα ξαναδείς στο βίντεο, στο δεύτερο δισκάκι. Μόνος εσύ ανάμεσα στους πολλούς θα απολαύσεις αυτό που οι άσχετοι αγνοούν. Θα έχει και μπυρίτσες στο ψυγείο. Και που ξέρεις; Ίσως την επόμενη φορά, που θα είσαι έτοιμος ψυχολογικά να πας στον Απόλλωνα, να είναι κι η
miss Vania Pappas
στην αίθουσα ψάχνοντας ανιματέρ γαμπρό!


(...Πραγματικός ο εαυτός σου, Έλμερ Φαντ!)


Ιούλιος 2007

Digiholic celebrities (ή πως να γίνεις θεός στο Facebook)



"Άρχισε σαν ένα αστείο
Ένα απ' τα πειράγματά μου για να δω
Εάν με κάποιο τρόπο θα μπορούσα να σε φτάσω

Βούτηξα στις ακτές σου
Μέσα από ένα ανοιχτό παράθυρο
Ίσα μόνο για να σε βρω τελείως μονάχο

Πρέπει να σε επμιστευτώ ξέρεις
Φάντασμα ψηφιακό
Αλλά φοβάμαι ότι υπάρχει τόσος πολύς χρόνος
Μονάχα γιατί το εσύ που ήξερα ξεθωριάζει"

(Tori Amos, Digital Ghost, 2007)



Ένα «βιβλίο με πρόσωπα» τείνει να κατακτήσει όλο και περισσότερους νέους που ζουν κι αναπνέουν στο ίντερνετ. Είναι πρόσωπα καθημερινά, γήινα, που ανακαλύπτουν συνήθειες και φίλους απ’ όλο τον κόσμο, κυνηγώντας την πιο υποτιμημένη ανάγκη της εποχής μας: την ανάγκη να ανήκεις σε μια ομάδα.


Αν για κάθε νέο αντιστοιχεί και μια ιδέα, τότε η ομορφιά δεν θα μπορούσε παρά να έχει αμέτρητα πρόσωπα. Κι αν ο κόσμος είναι τόσο μικρός που να χωράει σε ένα βιβλίο, τότε τα πρόσωπα αυτά θα έφτιαχναν το πιο ωραίο εξώφυλλο. Στη παγκόσμια κοινότητα του Facebook αρκετοί νέοι είναι «διάσημοι» για πολλά πράγματα. Άλλοι γιατί έκαναν σπουδαίες πράξεις (ή έστω έτσι διατείνονται), άλλοι γιατί έκαναν όσα οι υπόλοιποι δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν, άλλοι γιατί είναι απλά ο (ωραίος ή άσχημος) εαυτός τους κι άλλοι γιατί είναι απλά αναγνωρίσιμοι, κατά το ελληνικότερον, celebrities. Αυτό το τελευταίο πολλά faces/πρόσωπα θα ‘θελαν να το είχαν. Γιατί το να είσαι διάσημος όλοι κάποτε το ονειρεύτηκαν. Στη δεκαετία του ’60, αυτό θα σήμαινε τουλάχιστον δεκαπέντε γουορχολικά λεπτά μπροστά στους δέκτες μιας ασπρόμαυρης philips. Στη δική μας, όμως, εποχή μεταφράζεται σε άπειρα pixels και kilobytes εκτεθειμένα στα ψηφιχολικά βλέμματα εκατομμυρίων χρηστών του ίντερνετ. Σ’ αυτήν την περίπτωση διάσημος δεν είναι μόνο αυτός που εκτίθεται μα κι αυτός που εκθέτει. Η λάμψη συνεγείρει το ψηφιακό πλήθος εγκλωβίζοντας στις σελίδες του παγκόσμιου ιστού την εικόνα που όλοι θα ήθελαν για τον εαυτό τους.

Το Facebook ήρθε να καταγράψει στις σελίδες του κάθε εκατοστό νεανικής ματαιοδοξίας. Από την Ωραία Ελένη ως την Έλενα Παπαρίζου, οι Έλληνες πάντα είχαν μια δικαιολογία για να ξεκινήσουν πολύχρονο πόλεμο (για ένα αδειανό πουκάμισο καταπώς λέει ο ποιητής). Φαν και αντιφάν της λυγερόκορμης ευρωπερσόνας απ’ τη Σβεριγγία στήνουν ιστοσελίδες-παγίδες για κάθε τολμηρό συνομήλικο που ψάχνει φίλους. Κάποιες χιλιετίες πριν, ο τυφλός Όμηρος είδε αυτό που σήμερα οι περισσότεροι γραφιάδες αρνούνται να δουν: ότι ο πόλεμος μεταξύ των ανθρώπων φτάνει να γίνεται στο τέλος πόλεμος μεταξύ των θεών τους. Ο ψηφιακός ιστός της ματαιοδοξίας πλέκεται από κοινού, από εκθέτες και εκτιθέμενους (ή εκτεθειμένους). Τόσο που στο τέλος να μην έχει σημασία ποιος πρώτος τον έφτιαξε. Η ιστοσελίδα του God Sakis είναι ταυτόχρονα το μέρος που ο Θεός αποκαλύπτεται στους πιστούς του, αλλά και το μέρος συνάθροισης των απανταχού πιστών. Ανακαλύπτοντας στο Facebook τον χρήστη Despoina Vandi, δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος αν είναι πράγματι η Θεά ή κάποιο άγνωστο πρόσωπο που βρήκε την ευκαιρία να μεταμορφωθεί σ’ Αυτήν. Πατώντας το “poke” κάνεις φλερτ στο είδωλό σου. Γίνεσαι το ίδιο το είδωλο για να ανακαλύψεις σε κάθε επόμενο “poke” των άλλων πως είναι να σε λατρεύουν. Το «βιβλίο με τα πολλά πρόσωπα» γίνεται έτσι η αρχή για πολλές όμορφες και (εξω)γήινες φιλίες. Η ματαιοδοξία του ενός δίνει τη θέση της στη σιγουριά της ομάδας και το πρόσωπο της Άννας της διπλανής πόρτας μοιάζει σαν να βγήκε απ’ το τελευταίο εξώφυλλο της θεάς Άννας που όλοι νομίζουμε πως ξέρουμε.

Στην μικρούτσικη εποχή μας, οι Έλληνες celebrities είναι τόσοι πολλοί όσο πολλά είναι τα πρόσωπα των θαυμαστών τους. Κι όσο πιο νέοι οι θαυμαστές, τόσο πιο σίγουρο πως οι θεοί δεν θα πεθάνουν ποτέ. Τελικά, αδικούμε τους διάσημους άγνωστους του Facebook αν μιλάμε μόνο για ματαιοδοξία. Είναι νέοι και ωραίοι και θέλουν να νιώθουν έτσι χωρίς να πρέπει να το αποδεικνύουν συνεχώς. Θέλουν να ανήκουν κάπου όπου να μπορούν οι άλλοι να τους καταλαβαίνουν με την πρώτη ματιά. Μα πολύ περισσότερο θέλουν να ανήκουν κάπου όπου θα μπορούν να μην νιώθουν ευάλωτοι. Μοναδικό όπλο τους το χιούμορ. Παίζουν με τα στερεότυπα, παίζουν με τις αποστάσεις, παίζουν με τα ονόματα, παίζουν με την καθημερινότητα. Νιώθουν πρωτοετείς σε μια ζωή που δε λεει να αρχίσει. Κι ας έχουν adsl σύνδεση με το παρόν. Στις δεκαετίες των μπαμπάδων τους είχε νόημα να γίνεις διάσημος, ξεκινώντας άσημος από τα πολύ σκοτεινά υπόγεια για να δείξεις στον κόσμο του δρόμου ως που φτάνει η κορυφή - χωρίς στο τέλος να μπορείς να ξεφύγεις απ’ την εκτυφλωτική λάμψη και τη μοιραία πτώση. Οι δικοί μας σημερινοί celebrities έχουν προλάβει να κατακτήσουν την κορυφή πριν καν κάνουν το πρώτο τους βήμα. Σαν να ήταν πάντα εκεί. Μετέωροι. Κάνοντας κάθε φορά login στο Facebook βρίσκεσαι ανάμεσά τους. Αλλά τώρα, φεύγεις και ξαναμπαίνεις όποτε εσύ θες. Πριν βαρεθείς, πριν η λάμψη γίνει ρουτίνα, πριν εθιστείς και πέσεις. Αν δεχτούμε ότι ο εθισμός στη λάμψη είναι μεταδοτικός, η ίδια η λάμψη δεν θα σ’ άφηνε ποτέ να το δεις αυτό. Αλλά, τούτη τη φορά διαλέγεις εσύ πόσα διάσημα λεπτά, ή μάλλον πόσα διάσημα kilobytes, θα κρατήσει η όμορφη εικόνα του εαυτού σου. Διαλέγεις, πειραματίζεσαι με την εικόνα σου, διαλέγεις εσύ... Είναι πράγματι έτσι; Το Facebook έχει εξώφυλλο, μα δεν τελειώνει πραγματικά ποτέ. Όσο εύκολα γίνεσαι αγαπητός και διάσημος, τόσο εύκολα ξεφυλλίζεσαι και ξεχνιέσαι. Το να ανήκεις σε μια ομάδα είναι, τελικά, το ίδιο δύσκολο με το να ξέρεις ποιος είσαι. Κι έχει πολύ φως εκεί μέσα για να μπορέσεις να δεις καθαρά.