Εκπέμπει φωτιά και σπασμένο γυαλί η τιμωρία των Ρωμαίων
Οι ψάλτες της τάξης λένε τα λόγια τους φωναχτά με το δάχτυλο σαν λόγχη
Το σπίτι εξαγνίζεται σε θηλιές από άτοκες δόσεις κι εγώ;
Χαρουμενότερος καλυτερότερος
Συντονισμένος από χρόνια στο δελτίο των οκτώ
Πρετεντερίζει η συχνότητα πίσω απ’ τα μάτια μου
Νομίζω πως μου ξεπλένουν στο μυαλό τα χρήματά τους.
2.
Η Ιερουσαλήμ πήρε φωτιά να χτίσει δάκρυα
Πραιτοριανοί κατακλύζουν τις γωνιές που κάποτε χόρευε το γιασεμί
Είναι από καιρό το χώμα δηλητήριο και φυτρώνει την ασχήμια
Ο Κήπος της Εδέμ μια waste land από βωβό ατσάλι και μπετόν.
Καταδικάζετε τους βανδαλισμούς, Ρωμαίοι, για τη σωτηρία;
Με ένα απεταξάμην η βιτρίνα θα ξαναμπεί στη θέση της συνείδησης
Κλαίει ο Διάβολος στον παράδεισο με το Θεό παρέα που τους έκλεψαν τους ρόλους
Άνθρωπος και Μισάνθρωπος ανέλαβαν στη Γη την Κρίση εργολαβία.
3.
Ο σκυφτός εργάτης γείτων απορεί «τι γυρεύω εγώ στη φωτιά;»
Ξέφυγε από το σκοτάδι για να τον βρει ένα άλλο πιο ανθρώπινο
Γιοι και κόρες αγανακτούν για την κατάντια του πατέρα τους
Λόγχη η αδικία σημαδεύει αδιακρίτως στα πλευρά τους.
Ο Μισάνθρωπος χτυπά εκεί απ’ όπου ο Θεός έφτιαξε το θήλυ
Πώς να υπάρξει αρσενικός μετά από τέτοια ύβρη;
Ερμαφρόδιτη η σωτηρία σαν τον εργολάβο της μας πνίγει
Ο Άνθρωπος ανήμπορος καταφεύγει στις μαρτυρίες των γραπτών του.
4.
Θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο
Θέλαμε να ελευθερώσουμε τις συνειδήσεις
Χάσαμε το μέτρο στις ειδήσεις
Σκάει η ενοχή στα κεφάλια μας σαν πέτρα απ’ το δρόμο.
Απότομος ο συναγερμός στον εύθραυστο κόσμο των υβριστών
Κάποιοι ραδιοκέφαλοι μικροί ξεφύγαν απ’ το τηλεκοντρόλ
Σηκώνονται τα στερεότυπα να αναχαιτίσουν την παραβίαση του θεάματος
Ο στόχος κλειδώθηκε είμαστε πάλι ασφαλείς στα νερά μας.
5.
Όλοι χαρουμενότεροι όλοι καλυτερότεροι
Θέλαμε να ταξιδέψουμε τις θάλασσες θέλαμε να πατήσουμε στη σελήνη
Τα συμπλέγματα των δυνατών σφαγιάσαν τους μακάριους των νησιών
Σημαίες ανέμισαν εκεί που δικαίωμα έχουν όλα τα μάτια της γης εξίσου.
Πρωθιερέα δεν με ξεγελάς μυρίζει θάνατο η πόλη
Θα μου δώσει κανείς μια εξήγηση για το αίμα στο νερό;
Νόμιζα πως η θεία κοινωνία ήταν το τελευταίο άδικο της Ιστορίας αίμα
Πάρε δέκα ευρώ να πιεις έναν καφέ αλλού και μην κάνεις ερωτήσεις.
6.
Τι είναι εκεί πίσω που δεν βλέπω Κύριε;
Λουλουδιασμένος μαντρότοιχος με κυπαρίσσια και γλυκιά υγρασία
Κηλίδες στάλες πορφυρές τρέχουν απ’ την τριανταφυλλιά που αναρριχιέται
Πίσω εκτελούν τους νέους με σφαίρες από απεμπλουτισμένη ουράνια αμνησία.
Δέκα στη σειρά κι άλλοι δέκα ακολουθούν
Οι ιερείς της εξέτασης εξομολογούν τους μίσχους που δεν θα καρπίσουν
«Μάνα, συγγνώμη που θα σε κάνω να κλάψεις πριν ανθίσω»
Κροταλίζουν τα αυτόματα ξεπουπουλιάζοντας αμέτρητα φτερά στα πεζοδρόμια.
7.
Confutatis maledictis [Όταν καταραστούν οι αμαρτωλοί]
Όταν η κατάρα φωλιάσει στο πάτημα της σκανδάλης
Flammis acribus addictis [Καταδικασμένοι στις φλόγες αμέτρητου αναθέματος]
Στέλνοντας φωτιά που τα πλευρά σας τώρα ξεψαχνίζει
Requiem aeternam dona eis Domine [Χάρισέ τους αιώνια ειρήνη Κύριε]
Ξεκουραστείτε απορημένα μου παιδιά
Dies irae dies illa [Μέρα οργής και επικείμενου ολέθρου]
Μέρα σκοτεινή θα γυρέψει το δίκιο σας στη φωτιά.
8.
Παύσατε πυρ! «Απεταξάμην» λεν οι επόμενοι δέκα κι οι μεθεπόμενοι μαζί.
Τους φορούν τη μάσκα του εκτελεστή και τους ξαμολούν
Σκυλιά του πολέμου φρεσκολεπιδωμένα συντονίζονται
Το σπαθί των γενίτσαρων σφάζει πιο εύκολα τα αδέρφια της ίδιας μάνας.
Ο Θεός εξομολογείται στον Διάβολο πως δεν ήταν αυτό το θέλημά Του
«Και τότε πως εγώ θα δικαιολογήσω την Κόλαση;» Του απαντά
Πήγε η ώρα μεσάνυχτα κι οι δυο τους τα πίνουν με τη θεία κοινωνία που ξέμεινε
Οι εκκλησίες του δήμου έχουν σαπίσει απ’ το πολύ το πότισμα.
9.
Χάνω το βηματισμό μου εφτά μερόνυχτα πάνω σε πέτρες ορφανές
Ξεθεωμένο βλέπω τον εργάτη να τις μαζεύει στο χαλάζι
Η ματιά καρφωμένη στον σταυρό αντικρίζει αλήθειες που δεν ήξερε
Μόνο η γέννα μπορεί την ύβρη να νικήσει.
Σταυροκοπιέται θηλυκά η μάνα πριν βυζάξει
Είδε κακό όνειρο πως της ‘παίρναν το μικρό της γιο από τη φάτνη
Μυρίζει κρινολούλουδα και προσεύχεται για όλα τα παιδιά
Η μάνα το νόημα του κόσμου κι ας βρέχει.
10.
Είναι τώρα μέρες που δεν σταματά να δακρύζει ο ουρανός
Ο Άνθρωπος είναι θυμωμένος φωνάζουν οι ιερείς
Θυσία ζητούν οι φανατικοί να πάρουν μπρος οι μηχανές
Κάνοντας τα φτερά δεκάευρα αυξάνουν το έλλειμμα των συνειδήσεων υπέρ τους.
Οι εργάτες δεν τολμούν να κοιτάξουν πίσω απ’ τον τοίχο
Τα τριαντάφυλλα τούς μιλούν αλλά δεν έχουν πια κουράγιο να μυρίσουν
Μόνο η μάνα ψάχνει τον μεγαλύτερό της
«Τον είδες, εσύ;» Όχι, Παναγία μου.
11.
Τα χαρουμενότερα πρόσωπά τους με τρομάζουν καθώς η μάνα χάνεται ανάμεσά τους
Ανάβω ένα κερί μα έχουν κόψει την απευθείας σύνδεση με τον παράδεισο
Την αλήθεια θα στην πει ο γκριζομάλλης κύριος με τα γραβατωμένα ράσα
Τραγκόφαλτσοι τραγόφατσοι οι ντεμέκ απόγονοι του Μελωδού ουρλιάζουν.
Που να κρυφτώ; Που να κρυφτώ; Που να κρυφτώ;
Δεν έχει στασίδι για ‘μένα ο ναός της ολιγαρχίας
Δεν έχει εικόνα να φιλήσω δεν έχει ήχους και μυρωδιές
Όλα στα πόδια μου και τίποτα να κρατήσω τη ψυχή μου ζεστή στις τριανταφυλλιές.
12.
Τα σκυλιά του πολέμου μαντρώνουν στο βάθος άλλους δέκα. Πυρ!
Το κερί μου τρεμοσβήνει στην καρδιά της μάνας που καταλαβαίνει
Το αίμα στη φάτνη ξεγελά τους γενίτσαρους του Ηρώδη
Το καράβι φυγαδεύει το μωρό της στους Αιγυπτίους.
Θα ξανάρθει ωραίος σαν Έλληνας με τον δωδεκάλογο του γύφτου σαν χειροβομβίδα
Θα Τον δω να μαστιγώνει τους τηλεναούς των υβριστών πατρίδα
Θα Τον μακαρίσω για τη φωτιά που θα ανάψει στα κιτάπια τους
Θα Τον αρνηθώ και θα τα ξαναχτίσω απ’ την αρχή πάνω σε μια πέτρα.
13.
Αλλά δεν έχουν νόημα τα ευαγγέλια τα ίδια των ιδίων
Τόσες δυναστείες Αιγυπτίων και ‘μείναν μόνο οι τάφοι τους σωρός από πέτρες
Χαρουμενότερος καλυτερότερος ξανά Ρωμαίος Άνθρωπος και Μισάνθρωπος μαζί
Σαν πόσους Πέτρους και Αυγουστιναίους θέλει για εξιλέωση ο καταραμένος;
Παίρνω ένα μαχαίρι και κόβω τα καλώδια που με ευνουχίζουν
Χωρίς δεσμά οι υβριστές να με εκτελέσουν δεν μπορούν
Τα μάτια παραμένουν καρφωμένα στον άδειο σταυρό και πια θυμούνται
Τα ικριώματα είναι που ‘φέραν τους βανδάλους της εξετουσίας.
Kyrie eleison. Christe eleison. Kyrie eleison.