Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Requiem

1.
Τα μάτια καρφώνονται στο τίμιο ξύλο των προσκυνημένων
Εκπέμπει φωτιά και σπασμένο γυαλί η τιμωρία των Ρωμαίων
Οι ψάλτες της τάξης λένε τα λόγια τους φωναχτά με το δάχτυλο σαν λόγχη
Το σπίτι εξαγνίζεται σε θηλιές από άτοκες δόσεις κι εγώ;
Χαρουμενότερος καλυτερότερος
Συντονισμένος από χρόνια στο δελτίο των οκτώ
Πρετεντερίζει η συχνότητα πίσω απ’ τα μάτια μου
Νομίζω πως μου ξεπλένουν στο μυαλό τα χρήματά τους.

2.
Η Ιερουσαλήμ πήρε φωτιά να χτίσει δάκρυα
Πραιτοριανοί κατακλύζουν τις γωνιές που κάποτε χόρευε το γιασεμί
Είναι από καιρό το χώμα δηλητήριο και φυτρώνει την ασχήμια
Ο Κήπος της Εδέμ μια waste land από βωβό ατσάλι και μπετόν.
Καταδικάζετε τους βανδαλισμούς, Ρωμαίοι, για τη σωτηρία;
Με ένα απεταξάμην η βιτρίνα θα ξαναμπεί στη θέση της συνείδησης
Κλαίει ο Διάβολος στον παράδεισο με το Θεό παρέα που τους έκλεψαν τους ρόλους
Άνθρωπος και Μισάνθρωπος ανέλαβαν στη Γη την Κρίση εργολαβία.

3.
Ο σκυφτός εργάτης γείτων απορεί «τι γυρεύω εγώ στη φωτιά;»
Ξέφυγε από το σκοτάδι για να τον βρει ένα άλλο πιο ανθρώπινο
Γιοι και κόρες αγανακτούν για την κατάντια του πατέρα τους
Λόγχη η αδικία σημαδεύει αδιακρίτως στα πλευρά τους.
Ο Μισάνθρωπος χτυπά εκεί απ’ όπου ο Θεός έφτιαξε το θήλυ
Πώς να υπάρξει αρσενικός μετά από τέτοια ύβρη;
Ερμαφρόδιτη η σωτηρία σαν τον εργολάβο της μας πνίγει
Ο Άνθρωπος ανήμπορος καταφεύγει στις μαρτυρίες των γραπτών του.

4.
Θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο
Θέλαμε να ελευθερώσουμε τις συνειδήσεις
Χάσαμε το μέτρο στις ειδήσεις
Σκάει η ενοχή στα κεφάλια μας σαν πέτρα απ’ το δρόμο.
Απότομος ο συναγερμός στον εύθραυστο κόσμο των υβριστών
Κάποιοι ραδιοκέφαλοι μικροί ξεφύγαν απ’ το τηλεκοντρόλ
Σηκώνονται τα στερεότυπα να αναχαιτίσουν την παραβίαση του θεάματος
Ο στόχος κλειδώθηκε είμαστε πάλι ασφαλείς στα νερά μας.

5.
Όλοι χαρουμενότεροι όλοι καλυτερότεροι
Θέλαμε να ταξιδέψουμε τις θάλασσες θέλαμε να πατήσουμε στη σελήνη
Τα συμπλέγματα των δυνατών σφαγιάσαν τους μακάριους των νησιών
Σημαίες ανέμισαν εκεί που δικαίωμα έχουν όλα τα μάτια της γης εξίσου.
Πρωθιερέα δεν με ξεγελάς μυρίζει θάνατο η πόλη
Θα μου δώσει κανείς μια εξήγηση για το αίμα στο νερό;
Νόμιζα πως η θεία κοινωνία ήταν το τελευταίο άδικο της Ιστορίας αίμα
Πάρε δέκα ευρώ να πιεις έναν καφέ αλλού και μην κάνεις ερωτήσεις.

6.
Τι είναι εκεί πίσω που δεν βλέπω Κύριε;
Λουλουδιασμένος μαντρότοιχος με κυπαρίσσια και γλυκιά υγρασία
Κηλίδες στάλες πορφυρές τρέχουν απ’ την τριανταφυλλιά που αναρριχιέται
Πίσω εκτελούν τους νέους με σφαίρες από απεμπλουτισμένη ουράνια αμνησία.
Δέκα στη σειρά κι άλλοι δέκα ακολουθούν
Οι ιερείς της εξέτασης εξομολογούν τους μίσχους που δεν θα καρπίσουν
«Μάνα, συγγνώμη που θα σε κάνω να κλάψεις πριν ανθίσω»
Κροταλίζουν τα αυτόματα ξεπουπουλιάζοντας αμέτρητα φτερά στα πεζοδρόμια.

7.
Confutatis maledictis [Όταν καταραστούν οι αμαρτωλοί]
Όταν η κατάρα φωλιάσει στο πάτημα της σκανδάλης
Flammis acribus addictis [Καταδικασμένοι στις φλόγες αμέτρητου αναθέματος]
Στέλνοντας φωτιά που τα πλευρά σας τώρα ξεψαχνίζει
Requiem aeternam dona eis Domine [Χάρισέ τους αιώνια ειρήνη Κύριε]
Ξεκουραστείτε απορημένα μου παιδιά
Dies irae dies illa [Μέρα οργής και επικείμενου ολέθρου]
Μέρα σκοτεινή θα γυρέψει το δίκιο σας στη φωτιά.

8.
Παύσατε πυρ! «Απεταξάμην» λεν οι επόμενοι δέκα κι οι μεθεπόμενοι μαζί.
Τους φορούν τη μάσκα του εκτελεστή και τους ξαμολούν
Σκυλιά του πολέμου φρεσκολεπιδωμένα συντονίζονται
Το σπαθί των γενίτσαρων σφάζει πιο εύκολα τα αδέρφια της ίδιας μάνας.
Ο Θεός εξομολογείται στον Διάβολο πως δεν ήταν αυτό το θέλημά Του
«Και τότε πως εγώ θα δικαιολογήσω την Κόλαση;» Του απαντά
Πήγε η ώρα μεσάνυχτα κι οι δυο τους τα πίνουν με τη θεία κοινωνία που ξέμεινε
Οι εκκλησίες του δήμου έχουν σαπίσει απ’ το πολύ το πότισμα.

9.
Χάνω το βηματισμό μου εφτά μερόνυχτα πάνω σε πέτρες ορφανές
Ξεθεωμένο βλέπω τον εργάτη να τις μαζεύει στο χαλάζι
Η ματιά καρφωμένη στον σταυρό αντικρίζει αλήθειες που δεν ήξερε
Μόνο η γέννα μπορεί την ύβρη να νικήσει.
Σταυροκοπιέται θηλυκά η μάνα πριν βυζάξει
Είδε κακό όνειρο πως της ‘παίρναν το μικρό της γιο από τη φάτνη
Μυρίζει κρινολούλουδα και προσεύχεται για όλα τα παιδιά
Η μάνα το νόημα του κόσμου κι ας βρέχει.

10.
Είναι τώρα μέρες που δεν σταματά να δακρύζει ο ουρανός
Ο Άνθρωπος είναι θυμωμένος φωνάζουν οι ιερείς
Θυσία ζητούν οι φανατικοί να πάρουν μπρος οι μηχανές
Κάνοντας τα φτερά δεκάευρα αυξάνουν το έλλειμμα των συνειδήσεων υπέρ τους.
Οι εργάτες δεν τολμούν να κοιτάξουν πίσω απ’ τον τοίχο
Τα τριαντάφυλλα τούς μιλούν αλλά δεν έχουν πια κουράγιο να μυρίσουν
Μόνο η μάνα ψάχνει τον μεγαλύτερό της
«Τον είδες, εσύ;» Όχι, Παναγία μου.

11.
Τα χαρουμενότερα πρόσωπά τους με τρομάζουν καθώς η μάνα χάνεται ανάμεσά τους
Ανάβω ένα κερί μα έχουν κόψει την απευθείας σύνδεση με τον παράδεισο
Την αλήθεια θα στην πει ο γκριζομάλλης κύριος με τα γραβατωμένα ράσα
Τραγκόφαλτσοι τραγόφατσοι οι ντεμέκ απόγονοι του Μελωδού ουρλιάζουν.
Που να κρυφτώ; Που να κρυφτώ; Που να κρυφτώ;
Δεν έχει στασίδι για ‘μένα ο ναός της ολιγαρχίας
Δεν έχει εικόνα να φιλήσω δεν έχει ήχους και μυρωδιές
Όλα στα πόδια μου και τίποτα να κρατήσω τη ψυχή μου ζεστή στις τριανταφυλλιές.

12.
Τα σκυλιά του πολέμου μαντρώνουν στο βάθος άλλους δέκα. Πυρ!
Το κερί μου τρεμοσβήνει στην καρδιά της μάνας που καταλαβαίνει
Το αίμα στη φάτνη ξεγελά τους γενίτσαρους του Ηρώδη
Το καράβι φυγαδεύει το μωρό της στους Αιγυπτίους.
Θα ξανάρθει ωραίος σαν Έλληνας με τον δωδεκάλογο του γύφτου σαν χειροβομβίδα
Θα Τον δω να μαστιγώνει τους τηλεναούς των υβριστών πατρίδα
Θα Τον μακαρίσω για τη φωτιά που θα ανάψει στα κιτάπια τους
Θα Τον αρνηθώ και θα τα ξαναχτίσω απ’ την αρχή πάνω σε μια πέτρα.

13.
Αλλά δεν έχουν νόημα τα ευαγγέλια τα ίδια των ιδίων
Τόσες δυναστείες Αιγυπτίων και ‘μείναν μόνο οι τάφοι τους σωρός από πέτρες
Χαρουμενότερος καλυτερότερος ξανά Ρωμαίος Άνθρωπος και Μισάνθρωπος μαζί
Σαν πόσους Πέτρους και Αυγουστιναίους θέλει για εξιλέωση ο καταραμένος;
Παίρνω ένα μαχαίρι και κόβω τα καλώδια που με ευνουχίζουν
Χωρίς δεσμά οι υβριστές να με εκτελέσουν δεν μπορούν
Τα μάτια παραμένουν καρφωμένα στον άδειο σταυρό και πια θυμούνται
Τα ικριώματα είναι που ‘φέραν τους βανδάλους της εξετουσίας.
Kyrie eleison. Christe eleison. Kyrie eleison.


13 Δεκεμβρίου 2008

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Η Δημιουργία

Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.

Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.

Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.

Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.

Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.

Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.

Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό
για όλη του τη ζωή.


Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.

Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά
των Ανθρώπων.


Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται
προς τα πάνω

σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν
τις προσευχές.


Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.

Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές
σειρές.

Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.

Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο
με τα μούτρα κρυμμένα.

Η ζωή συνεχίζεται.

Ο Θεός αντικρίζει την καρδιά του.
Πως τα κατάφεραν οι Άνθρωποι και ζουν;
Θέλει την καρδιά του πίσω, μα τότε θα πάψει η Ιστορία.
Ο Θεός αγαπά, ο Θεός υπομένει.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.

Τον έφτιαξαν κι ύστερα προσπαθούν να Τον καταλάβουν μέσα απ’ το αίμα τους.
Τους έδωσε την καρδιά του για να αντέξει την αλήθεια τους.
Πως αν αυτοί πεθάνουν, φεύγει κι αυτός μαζί τους.
Η Ιστορία Τού ξέσκισε τα σωθικά, στεγνώνοντάς τον από συναίσθημα.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.
Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια:

Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.

Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό για όλη του τη ζωή.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά των Ανθρώπων.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται προς τα πάνω
σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν τις προσευχές.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές σειρές.
Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο με τα μούτρα κρυμμένα.
Η ζωή συνεχίζεται.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.

…Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια.


15 Νοε 2008




Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007

Πόλεμος θεός πάντων

Ανάγκη για προστασία, ανάγκη για φόβο.
Τι μεγάλη προδοσία!
Όλοι είχαμε πιστέψει ότι δεν υπάρχει Θεός
και τώρα έρχεσαι και λες
"είναι στον άνθρωπο!"
Καταραμένα γονίδα...
Και πως να ξαναχτίσω τη ζωή μου απ' την αρχή
Θαρρώ πως άλλαξα λίγο μετά τα πέντε
σαν ένιωσα πόσο διαφορετική είναι η ζωή
απ' της μάνας την αγκαλιά
Υπάρχει λοιπόν Θεός;
Καταραμένη επιστήμη
Κάποτε τα χρονικά θα γράψουν
δύσκολη εποχή γι' αυτούς που σκέφτονταν
- Είμαστε τόσοι πολλοί, είμαστε τόσοι πολλοί!
- Αλίμονο!
Ξαναγυρνώ στον τρίτο αιώνα.
Το άλογό μου για την πίστη
Άλογο το βασίλειο κι ο θάνατος λογικός
Βασίλειο και θάνατος κονταροχτυπιούνται
Έχω παρέα ένα τσούρμο κι ακολουθώ
Απέναντι πολεμούν κι εγώ μυρίζω στις στάχτες τη νέα ζωή.

Ο Θεάνθρωπος της Ορλεάνης

Τέσσερα ερωτήματα αρκούν να καταδικάσουν τον Ποιητή.
Χώμα, νερό, γη κι ουρανός.
- Εις τον αιώνα των αιώνων...
"Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός", φωνάζουν οι Ταλιμπάν
Το σύνορο του Ατλαντικού
έχει γίνει των καιρών μας η δική μας Μεσοποταμία.
Σουνίτης για Σιίτης ήταν ο πεθερός σου;
Σκύλος που τον κυνηγούσαν πέτρινα δόγματα.
Δραπέτης με φωτοστέφανο.
Φονιάς Εσταυρωμένος.
Βρήκε τη δική του Μεδίνα στις αποβάθρες της Ορλεάνης.
Και το γένος του πουλώντας καπνό κι αλκοόλ αρχίνισε.
Για να μεθούν οι πιστοί σε ωκεανούς ευαγγελίων
πνίγοντας της παλιάς πατρίδας του φόβους
σε προσευχές και γονυκλισίες.
Ήρθε γυμνός και φεύγει εν δόξα.
Χώμα, νερό, γη κι ουρανός,
ευαγγελίζουν το Γένος.
Αλίμονο στον Ποιητή που σαν πεθάνουν οι πιστοί
μένει αυτός τελευταίος
να υμνήσει τον Θεό μέσα στον Άνθρωπο.
Αυτός μόνο ξέρει πως το πέμπτο ερώτημα
είναι στ' αλήθεια ένα ψέμα.
- Παρέμεινε παιδί της ερήμου κι όχι πεμπτουσία στο υπερπέραν.
Εις τον Αιώνα των Αιώνων εποίησε ύπουλα και σοφά
και στα ποτάμια της Ορλεάνης έφερε τους ανέμους του Ευφράτη.

Ιούλιος 2007

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2007

Εξομολόγηση

Δεν ξέρω πως αισθάνθηκα
σαν αντίκρισα μπροστά μου εκείνη την ακτή.
Δεν ήταν παρά μια όμορφη ακρογιαλιά
από εκείνες όπου θαρρώ ότι ο καθένας φυλά,
με την καρδιά του θύμησες προσωπικές, ψέματα και μυστικά,
από εκείνες τις ακρογιαλιές
που πάνω τους πατήσαμε με δύναμη
τα πρώτα βήματα λευτεριάς
ανέμελοι σαν ήμασταν μικροί.


Δεν ξέρω πως αισθάνθηκα
όταν πάτησα κι εγώ την χρυσαφένια άμμο
τα γόνατά μου με πρόδωσαν- ήταν μακρύ ταξίδι.
Έσκυψα να αφουγκραστώ τον ήχο από τα βήματα
όλων όσων πέρασαν την άμμο
και στιγμές από την ζωή τους χάραξαν,
απέναντι, στ’ αρμυροχτυπημένα βράχια.


Κι έτσι όπως ήμουν
ένιωσα τότε τον χρόνο να κυλά.
Το παρελθόν, παρόν και μέλλον με συναντά.
Στην μέση εγώ και γύρω μου ο κόσμος.
Κάθε εικόνα μπροστά μου πλανήτης άγνωστος
που χάνεται στο άπειρο του ηλιοβασιλέματος.
Κι εγώ σαν ήλιος καιω από συγκίνηση
για κάθε στιγμή που αναπνέω πάνω στην ζεστή άμμο
για κάθε σκέψη που περνά και στέκει στο μυαλό μου.


Και πρώτη μου σκέψη ο άνθρωπος και τούτη η γη μαζί.
Αλήθεια, ποιος άνθρωπος δεν ερωτεύεται αυτήν την γη.
Καιει σαν τους βράχους απ’ το λιοπύρι απέναντί του.
Βαραίνει σαν τα δέντρα από τους πολλούς καρπούς.
Κι από κάθε σχισμή της καρδιάς του,
σαν τα αγριολούλουδα που ριζώνουν στις πέτρες,
προβάλλει η αγάπη του, ο σεβασμός του, το δέος
γι’ αυτήν.


Κι έτσι όλοι αισθάνονται σαν την βλέπουν.
Μα απ’ όλους περισσότερο την σέβεται και την αγαπά αυτός που την ορίζει
γιατί εγώ δεν θα ένιωθα αυτά που νιώθω τώρα αν ήταν αλλιώς.
Ποτισμένη με αγάπη η λωρίδα αυτή ανθεί μες στην ψυχή μου
κι όπως εκείνος της δίνει ζωή, αφέντης
και δούλος της στους αιώνες, προσφέροντας ψυχή, λόγο και σκέψη,
έτσι κι εγώ, σε υπόκλιση βαθιά με σεβασμό σκύβω
κι ευχαριστώ για την εύνοια της
να με δεχτεί στους άμετρους κόλπους της δικής της μαγείας.


Τι κι αν μας ‘μάθαν αλλιώς.
Με φωτιά και μ΄ αέρα σφυρηλατήθηκαν τούτα τα περιγιάλια
- και το σίδερο ας μένει βαθιά σφηνωμένο στα κεφάλια των ασεβών
που τα βήματά τους αφήνουν σημάδια μιαρά
που οι καρδιές τους μαράζι κατέχουν και φθόνο,
για την εύνοια που δεν είχαν κι ούτε θα’ χουν.
Για τα μυστικά που δεν αισθανθήκανε από φόβο για την αλήθεια τους.
Για τους ήχους που δεν άκουσαν στην φασαρία των φριχτών τους φωνών.


Εκεί, που χτυπάνε τα κύματα
και την τραχιά ψυχή μας σμιλεύουν.
Εκεί, που σφυρίζει ο βοριάς
και με νέα πνοή γεμίζει τα στήθια μας
σαν έχουν πια αδειάσει από αλαζονία και έχθρα
για το απέναντι που τώρα πατώ.


Κι όσες έρχονται φεύγουν,
ταξιδιώτες ακούραστοι, οι σκέψεις χάνονται εκεί που η μέρα αρχίζει,
αφήνοντας μια λάμψη στο πρόσωπό μου.
Ένας γαλάζιος ουρανός με σκεπάζει
και κάθε στιγμή γίνεται αιώνας
και κάθε αιώνας στιγμή…
Πόσοι άνθρωποι ζήσανε, πόσοι πεθάναν
πόσοι έρωτες, πόσες μάχες, πόσα βήματα μπρος και πόσα πίσω.
Κάθε ένας διαβαίνει τα μονοπάτια της Ιστορίας
ως εκεί που η γενιά του ορίζεi.
Kαι η δική του Ιστορία τελειώνει εκεί.
Παραπέρα σαν πάει άλλοι ορίζουν
κατά πως νιώθουν ότι έχουν ανάγκη να ζήσει η γενιά τους.
Ας είναι λοιπόν η δική μου Ιστορία
σεβασμός και φιλία και ειρήνη μαζί.


Και τότε θα φεύγω απ’ αυτά τ’ ακρογιάλια
στα βράχια αφήνοντας το πέρασμά μου.
Και θα ξανάρχομαι για ν’ αντικρίζω μονάχα
τον ήλιο πως δύει στην δική μου την χώρα.
Και μύθοι αιώνων θα ζωντανεύουν
στιγμή προς στιγμή σαν θα χτίζω την Ιστορία,
γκρεμίζοντας τείχη και σημαίες του μίσους.
Όταν τα σύννεφα θ’ ανταμώνουν ψηλά
του Διομήδη και του Γλαύκου το αντάμωμα θα θυμάμαι
και το μπαΪράκι μου θ’ ανεμίζει εκεί πάνω
μέχρι η βροχή να τ’ απλώσει στην γη σαν σπονδή,
από εκείνους που με όρκους φιλίας δέθηκαν
σ’ αυτούς που τους όρκους ξέρουν με την ψυχή τους να τηρούνε
για πάντα.


Έτσι σκεφτόμουν το απόγευμα εκείνο.
Κι όπως οι ώρες κυλούσαν, ήρθε η γαλήνη να με σκεπάσει
σαν έφυγε από πάνω μου το βάρος των λογισμών μου
για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, ποια η αλήθεια και ποιο το ψέμα.
Κι άνεμοι μ’ έφεραν στην χώρα μου πίσω.
Τα δε βήματά μου σβήστηκαν απ’ την χρυσαφένια άμμο
και η πνοή μου στα κύματα χάθηκε μαζί με τον ήλιο.
Ότι απέμεινε ήταν η γνώση
θεμέλιο στ΄ άπαρτα της λευτεριάς μου κάστρα,
ευλογία απ’ αυτές που δεν χαρίζονται
μα που ο άνθρωπος κατακτά στις χαμένες ακτές της ψυχής του.

Νοέμβριος 2006


[Βραβείο Abdi Ipekci 1996, Κωνσταντινούπολη]

Η κιθάρα του Γεωργιανού

Στις καπνισμένες στέγες της Αλβιώνας ήμουνα
φοιτητάκος απ’ αυτούς που η αρχοντιά σας
έστειλε μια κάποια εποχή να βρουν το μέλλον,
μιας κι η πατρίδα δεν μπορούσε.
Γυροβολούσα τα απογεύματα,
τριγύριζα τις νύχτες,
και τα πρωινά
μια ομίχλη στο τζάμι στο δωμάτιο
ερχόταν και μου μιλούσε αγχωμένη
για τη μέρα, όπως τη νόμιζε να καταφτάνει βαριά,
μα που μάς βάραινε τελικά τόσο
όσο ένα φύλλο του φθινοπώρου.


Ξημέρωνε
και στ’ άλλο δωμάτιο δίπλα μου
κάποιος είχε ξυπνήσει νωρίτερα.
Σκάλιζε στην κιθάρα του ήχους νοσταλγικούς,
-ίσα να ακουει μονάχα αυτός-
τα πνιχτά και υγρά ψηφιδωτά μιας παλιάς του εικόνας.
(Μην τυχόν κι αναστατώσει κανέναν)
Μα εγώ τον άκουγα.
(Γιατί κι εγώ μια τέτοια εικόνα θα βασάνιζα απο βραδύς στο μυαλό μου
κι ας βάραινε απ’ έξω η ομίχλη)
Ήταν ο φίλος μου ο Γεωργιανός.
Ξένος κι αυτός.
Ποτέ δεν είχε μιλήσει για μουσική.
Σίμωσα το ίδιο απόγευμα και τον ρώτησα.
«Γιατί παίζεις μόνο το πρωί κρυφά απ’ όλους τους άλλους;»
Δεν ήταν δικιά του η κιθάρα μα του τη χάρισαν, μου ‘πε.
Τα τραγούδια μόνο ήταν δικά του.
«Πριν από ‘μένα άλλοι την κράτησαν.
Και κάθε φορά που ‘φτάναν οι μέρες του γυρισμού
τη χάριζαν στον επόμενο»


Κάπως έτσι η κιθάρα του φίλου μου του Γεωργιανού
είχε αλλάξει τέσσερα χέρια μέχρι να την κρατήσω κι εγώ.
Έπαιζα τα πρωινά όπως όλοι είχαν παίξει πιο πριν,
το ίδιο σιγά και δακρυσμένα.
Κι οι μέρες περνούσαν στις καπνισμένες στέγες της Αλβιώνας.
Γυροβολούσα τα απογεύματα,
τριγύριζα τις νύχτες
και τα πρωινά
έδιωχνα την ομίχλη πετώντας της ήχους.
Τελικά, κανέναν δεν ξύπνησα.
Οι μέρες ανάλαφρα έφυγαν
και κανένας δε βρέθηκε να πάρει την ξεφτισμένη κιθάρα μαζί του.
Την έφερα πίσω, λοιπόν,
και πολύ το μετάνιωσα.
Την έβλεπα στο σαλόνι κι έμοιαζε τόσο φυλακισμένη!
Μα πιο πολύ φανταζόμουνα τ’ άδεια πρωινά
του άγνωστου έκτου συμφοιτητή μου!


Σήμερα,
βρέθηκα σε κάποια σχολή και τα παιδιά με κοιτούσαν,
καθώς άφηνα την κιθάρα στο αμφιθέατρο κι έφευγα.
Μέσα της έριξα αυτό το σημείωμα
με την ελπίδα πως η περιέργεια πάντα νικάει τη ντροπή.
Δάκρυσα όταν βγήκα στο δρόμο.
Μα έτσι ήταν σωστό, έλεγα στον εαυτό μου.
Ακόμα κι αν δε βρέθηκε κάποιος να μου την πάρει
έπρεπε με κάθε τρόπο να συνεχίσει να φεύγει.
Γιατί, οι άνθρωποι φεύγουν,
μα οι ομίχλες είναι πάντα εκεί.
Και μόνη αλήθεια του κόσμου
όταν το χέρι του πρώτου
έδωσε δύναμη και παρηγοριά στον επόμενο
και η ομίχλη καθάρισε.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2007

Βόλτα στην Πατησίων

Πρώτο έτος
και σπίτι να βρει δεν μπόρεσε
-αυτό που έκανε όνειρα τον Αύγουστο-
με δωμάτιο, σαλόνι και κουζίνα.
Ένα ισόγειο προσωρινά,
τέσσερα επί πέντε μέτρα δωμάτιο
μ’ ένα μπαλκόνι για να αναπνέει
μ’ ένα νεροχυτάκι να επιζεί
κι ένα μπανάκι να ξεπλένει τα πάθη της, στη γωνία.
Φοιτήτρια νεαρή και δεν άντεχε
τη ψυχή της να φυλακίζει,
σε τέσσερις τοίχους βαμμένους με υγρασία
να κλείνει τα απογεύματα.
Και τούτες τις κατσαρίδες δεν τις είχε γνωρίσει στο σπίτι της.
Έπαιρνε, λοιπόν, όσα χρήματα είχε
και ξεπόρτιζε να ψάξει τα χρώματα
-αυτά που της είπαν πως λούζουν την πόλη.


Πλατεία Βικτωρίας και τα πρόσωπα άλλα.
Δεν ξέρει κανέναν.
Ο περιπτεράς τής χάρισε τα ρέστα απ’ την τηλεκάρτα.
(Κάτι είναι κι αυτό)
Και το καρτοτηλέφωνο στέκει αδειανό
-ευκαιρία να μιλήσει με τους δικούς της.
Μα το προσπέρασε τώρα.
Τα φώτα στο βάθος την παρασύρουν
-εύκολα το βλέπει κανείς, κοιτώντας την απ’ το παγκάκι.
Να ‘ναι καλό αυτό ή κακό;
Ο μητέρα της είπε μόνο αν έχει δουλειά
-μα έτσι ποτέ τα βαρκάκια δεν θα ‘βγαιναν στα ανοιχτά.


Οδός Πατησίων και Χέυδεν γωνία.
Η ταχύτητα την αναστατώνει.
Το ύψος επίσης.
Κι όλα πολλά, πάρα πολλά.
Τα κτίρια μεγάλα κι οι άνθρωποι ζωντανοί.
(Όχι αυτή η ζωντάνια που γνώριζε στο χωριό
-όταν όλοι σταμάταγαν να μιλούν μόλις πλησίαζες)
Μια ζωντάνια αδιάφορη για τον άλλον,
-ιδιαίτερα μάλλον προσωπική.
Φτιαγμένη μονάχα για αυτούς
κι ας πήγαιναν πέντε πέντε στο πεζοδρόμιο.


Περπατούσε πάντοτε δέκα λεπτά προς τ’ αριστερά.
Τόσα της έφταναν πριν την πιάσουν οι τύψεις
μιας και φοβόταν να παει μακρύτερα.
Τόσο απείχε και το σπίτι της απ’ την πλατεία στο χωριό.
Πιο πέρα ήταν χωράφια να πάει κανείς.
Μα εδώ...
Οι άλλοι προχώραγαν, και το κυριότερο,
άλλοι τόσοι ερχόντουσαν προς αυτήν.
Από που;
Ένιωθε να λιποθυμά μπρος στην αποκάλυψη του μεγέθους.
Φώτα, χρώματα, χάος και φώς.
Βάθος ανεξερεύνητο μες στη νύχτα που έπεφτε.
Ψίθυροι και κραυγές, κόρνες και φρένα
σαν σε παρέλαση Σειληνών σε πόλη παρθένων.
Η ατμόσφαιρα μύριζε ερωτική
σ’ ενα δρόμο όπου όλοι ήταν απώντες.
Κάποιος την έσπρωξε κατά λάθος.
(Μια κάποια άλλη ίσως φορά)


Έστριψε ξανά προς τα πίσω
και στο πρώτο σαντουιτσάδικο έφτιαξε το φαγητό της.
Δεν πεινούσε
αλλά ήθελε κάτι να κάνει.
Ταυτότητά της το τοστ, μα για πόσο;
Πόσο στέκει αμίλητος στο κελί ο φυλακισμένος
πριν βγει στο προαύλιο;
Πόσο κάθεται αγναντεύοντας ο ναυαγός στην ακτή
πριν ψάξει στο δάσος;
Δεν μάθαμε ποτέ την ιστορία εκείνου του κοριτσιού.
Ίσως τη συναντήσαμε σε κάποια ορκωμοσία.
Ίσως πάλι την προσπεράσαμε βιαστικά να μοιράζει φυλλάδια.
Κι ίσως να ζήσαμε πάνω της άλλη μια ξεχασμένη νύχτα.
Το βράδυ εκείνο,
το κορίτσι κοιμήθηκε ήσυχα
κρατώντας στα χέρια τις σημειώσεις απ’ το μάθημα της προηγούμενης μέρας.

Μαγική ώρα

Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που η πόλη ξυπνά από τύψεις
για τις μέρες που χάνονται…
Για τις μέρες που χάνονται και πρωινά δεν κοιτούν.
Παρά μόνο το βλέμμα σκυφτό απ’ τα βάρη κρατούν
σε ηλιοβασιλέματα μωβ σαν το πένθος,
σαν σ’ έβαλαν να ξυπνάς με σημάδι
- πάνε είκοσι χρόνια τώρα – τα νικημένα σου νιάτα.


Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που το κρύο κάνει διακρίσεις
και τους φαρδύστερνους εκδικείται…
Θαρρείς και επέλεξαν μόνοι να βάζουν το στήθος τους
πρώτοι στα δύσκολα,
πρώτοι τη μέρα, τελευταίοι τη νύχτα.
Με τι κουράγιο κρατιέσαι, καημένε μου, ακόμα απ’ τη λαβή;
Ποτέ δεν άκουσες στις ειδήσεις για τα δικά σου
τα κατορθώματα.
Κι ας ήταν πολλά.


Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που ο καφές αχνιστός σιγοψήνει το σπίτι
και οι μνήμες ξυπνούν σαν σπασμένα μπισκότα…
Η αθωότητα έφυγε στο δεύτερο κιόλας πρωί.
Μόνη σύντροφος, τώρα τα πρωινά,
η λαβή σ’ εκείνο το τρόλεϋ που ποτέ δεν την πρόσεξες.
Μάρτυρας της ζωής σου
σαν γυναικείο κορμί που μαζι σου γερνά,
χάντρα κομπολογιού χαραγμένη με ατέλειωτες προσδοκίες
όσων την κράτησαν με άνευρο χέρι και φλογισμένη καρδιά.
Σιγοσβήνει.


Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που τα παιδιά κουνούν τα χέρια στο στήθος
και τα μικρά κεφαλάκια τους ψάχνουν στον ουρανό για εικόνες…
Αλήθεια, πώς να ‘ναι τώρα το ηλιοβασίλεμα;
Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ακόμα με προκαλείς.
Μόνη σου αντιστέκεσαι στις άλλες μου ώρες.
Αντάρτισσα στον πόλεμο των τηλεπρωινών
ακούραστη βγαίνεις στις γωνιές που κρύβεται το φώς
- λίγο πριν το υποτάξει η μέρα - και πετάς προκηρύξεις
αέρινες.


Ώρα πρωινή, ώρα μαγική, μείνε λίγο ακόμα.
Τη συντροφιά σου αναζητώ από μικρός
στις αυλές που κλείνουν τη ψυχή μου.


Αθήνα, Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2003

Σε μια ώρα

Στου φεγγαριού το σημάδι που χάνεται στο βάθος μισό
στροβίλι η σκέψη θολό σαν τα σύννεφα
σε μια ώρα ίσως να βρέξει, σε μια ώρα -ίσως και όχι.

Στο φωτισμένο παράπορτο απέναντι π’ αγρυπνά όλη νύχτα
μια ίντσα η απόσταση μικρή σαν το χέρι μωρού γυμνόστηθης μάνας
σε μια ώρα ίσως να κλάψει, σε μια ώρα -ίσως και όχι.

Στου δρόμου τις άσπρες σκιές κάτω απ’ τον γερασμένο λαμπτήρα
η φωνή μιας θείας Σβετλάνας χοντρή σαν τα χρόνια της ξενιτειάς
σε μια ώρα ίσως πάρει τηλέφωνο, σε μια ώρα -ίσως και όχι.

Στο σκοτάδι του κήπου πίσω απ’ την μάντρα τη γκρίζα του παλιού σινεμά
δυο καρέκλες το σκέπασμα σαν ξωκκλήσι σκυλιών και απόκληρων
σε μια ώρα ίσως ουρλιάξει την πείνα του, σε μια ώρα -ίσως και όχι.

Στη νύχτα τη ναρκωμένη που τη ζεστοσκέπαστη πόλη απλώνει με φως ως τα πέρα
σκόρπιες εικόνες σιωπής φωναχτής τα ονειρά μας σαν άστρα βρεγμένα
σε μια ώρα ίσως στεγνώσουν τα δάκρυα, σε μια ώρα –ναι- θα στεγνώσουν.


Αθήνα, Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2003

Revolution

Αρματηλάτες τρομεροί ξεπεζέψαν
την τραγική τους μοίρα και ξανάρθαν
αντιμέτωποι με το παρελθόν τους
που είχαν ξεχάσει.
Κροταλίζαν τα όπλα τους
σαν τα απιθώναν στο πλάι
και αστράφταν τα κράνη στη χαίτη
καθώς το βλέμμα το άγριο ανέτελλε
πιο θυμωμένο κι απ’ τον αέρα,
πιο οργισμένο κι από τη θάλασσα.


Ξεπεζέψαν αδίστακτοι για μια μόνο στιγμή,
ίσα που ν’ αδειάσει ο συρφετός
που ‘χε κάτσει στο σβέρκο ξεδιάντροπα
του γένους το ευγενικό.
Βγαλμένος απ’ άλλη εποχή ο όχλος
τραβούσε το μέλλον στο παρελθόν
θαρρείς σκηνικό του ο χρόνος στημένο
μ’ επιθυμίες λαχταριστές που δεν ήρθαν
μ’ αποτυχίες ξορκισμένες που έμειναν
και ταπεινώσεις που φωνή να φωνάξουν
δεν είχαν.


Κι ως στέκονταν αντιμέτωποι
με τα σχοινιά του χρέους κομμένα
πολλοί αιώνες περάσαν από μπροστά τους,
μνήμες του νεκρού πριν τον θάνατο
σαν δραπετεύουν μια ώρα νωρίτερα,
λεύτερες απ’ ανάγκες και συμβιβασμούς,
πως η ζωή δεν πάει άλλο
και εκεί σε μια στάλα γης αποφάσισε
να ξεπεζέψει τον Χρόνο.


Κοιτιόνταν ο ένας τον άλλο στα μάτια
μα του σκλάβου τα μάτια χαμήλωναν
σαν χτυπούσε βαθιά στην καρδιά του η αμαρτία
και βροντάστραφτε καταπάνω στο νου
η λεπίδα η τρομερή,
βαπτισμένη στα ιερά και τα όσια του Έθνους,
άγιασμα κάποτε των πολλών και σήμερα
όρκος στα στόματα λίγων.
Κι έτσι όρμηξαν.


Τη θάλασσα νόμιζαν πως είχαν από παλιά
και τον αέρα τον εθνεγέρτη σύμμαχο,
-μα αλίμονο, οι καιροί τα σημάδια αλλάζουν-
βγάλαν τα κράνη και με το μάτι του χρέους πιστέψαν
πως τον όχλο θα γύριζαν στις φωλιές του
ξεβρωμίζοντας απ’ την ύβρι το Ιερό.
Μα ούτε αυτός υπολόγιζε τα πράγματα ως ήρθαν
θαρρείς λογισμός και ψυχή είχαν από καιρό ξεχάσει τη κολλεγιά τους.
Η θάλασσα βάφτηκε κόκκινη
και ο αέρας μώβιασε απ’ τη μανία.
Τα άλογα ξεχυθήκαν στα τσιμεντένια τα αλώνια,
ο Χρόνος και η Μοίρα ξεσέλωτα αφήνιασαν
καιρό ως είχαν να τρέξουν χωρίς ορμηνίες.


Θρήνος και αγαλλίαση, αίμα και προσευχή.
Στη λάσπη καταχωνιάστηκαν τα κουφάρια των αφεντάδων.
Απάνου φυτρώσαν γρασίδι και μάρμαρο οι Επίγονοι
τιμώντας την πρώτη κραυγή, την πρώτη ορμή.
Στ’ άλογα φόρεσαν χαλινάρια
την ουτοπία σταυλίσαν μ’ εφτα καρότσια σανό
και στο Χρόνο αφέντες τη Μοίρα αρχίνισαν
να πλάθουν καταπώς τα ανθρώπινα αντικρίζουν τον κόσμο.
Αρματηλάτες σεβαστοί τη λεπίδα βαστάξαν
κι ως το βάρος της να συνηθίσουν απ’ των αιώνων το αίμα
στο θρονί το επίχρυσον έγειραν
αντιμέτωποι με το μέλλον τους
που είχαν ξεχάσει.


Αθήνα, Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2003

Μικροαστική Μελαγχολία - Α’. Το Βαλς Των Χαμένων Ευκαιρίων

Ο ρυθμός σε κυριεύει όταν χορεύεις το βάλς των χαμένων ευκαιριών.
Ένα δωμάτιο με άντρες σαν κι εσένα γεμάτο,
στο πιάνο ένας μεσιέ καραφλούλης με κόκκινα απ’ το κρασί μαγουλάκια
και πάνω του μια μετρέζα –όπως θα ‘λεγε κι η γιαγιά σου την κόρη του καφετζή

5 με τα μπούτια γυμνά και τα βυζιά πεταμένα βγάζει κραυγές Βερολινέζικες.
Στο διπλανό τα κορίτσια σας χαριετίζονται στα κρυφά και σας περιμένουν
-ώ, δεν τις ήθελες μαζί, αλλά καλό να ακούγονται τα χαμηλόφωνα τσιρίγματα από
κάπου κοντά,
προάγγελος της καλής συζυγικής αγκαλιάς που είναι πάντα εκεί-
στο δώμα, που το ‘λεγε μειδιώντας ο μουστάκιας παππούς σου γυναικωνίτη.

10 «Τσιλιμπού-τσιλιμπούρδ, τραγούδ-τραγουδείς!»,
όψη ανδρός, άνθρωπος ως και ανήρ πεφταστήρ
κι άλλες κρασιού αναθυμιάσεις γλεντιού, «πιάσε λίγο κι εσύ...»
δέρμα λευκό νιωθοκοιτάς σαν της Παναγίας «...μα δεν μπορείς να τ’ αγγίξεις! Χε!»
Είναι πίσω από τζάμι και πευκοκορνίζα, δωρεά ευσεβών ιδιοκτητών καμπαρέ κι άλλων θεαμάτων

15 κι είσαι ταγμένος, ρε, από γονείς και θεούς να συνε(χίκ!)σεις το ελάχιστο ανεκτό της ζωής
το ελάχιστο κοινό αξιοπρεπές απ’ την φάρα των Ανθρώπων, κατάρα!
Έι, οι πουτάνες είναι για ‘σένα μόνο τις ώρες που δραπετεύεις
μικροφυλακισμένος της ζωής των πρέπει σου.
«Σεξοχασκόγελος με την κυρα-Σουσού για κοντόβρακος δράκος στο Σέιχ Σού;»

20 Αλίμονο, διαλέγεις ελεύθερα το δάσος των χαμένων «σού» ευκαιριών:
να κάψεις, να ρημάξεις και ξανά την άλλη μέρα να λουφάξεις.
Σε βλέπει ο καραφλούλης και ξεκαρδίζεται
πως αυτός ο κουλός και στραβός και κοντός μές στα πέπλα
της Κίρκης Κίρκωφ απ’ το Κερατσίνι είναι πνιγμένος

25 και η «όψη ανδρός» μονάχα να ρίχνει ματιές
(μήπως άλλα συμβαίνουν στο δώμα, ανήσυχος);
«Ουχουχού! Κερασφόρος θεός ο μικροαστός Παντελεήμων!», χθόνιος στην όψη,
ε, να μην είναι δείγμα γνησίας καταγωγής οι ρυτίδες της γης και το κέρατο;
Τι λεει γι’ αυτό ο θεός Νιόνιος απ’ το βουνό της καμμένης συνείδησης των αστών, την Πεντέλη;

30 Τον παίρνει παιδί του τον Παν-τε-λή στα θέατρα και τα θέρετρα της μνήμης των ασεβών;
Επιδαύριων αστών, ασεβών ασβών το ανάγνωσμα, πιάστε τις μύτες σας
γιατί το λιβάνι της τελετής είναι νοθευμένο σαν Κυριακή με χειροκροτήματα πίστης
«ευλόγησον δέσποτα τα ανομήματα των παιδιών σου!»
Παίζει το πιάνο κι ο Βάιλ ο Γερμαναράς ζωντανεύει στις νύχτες των χρόνων μας

35 λες κι ήταν ανέκαθεν το τραγούδι του μέρος της νυχτοφαντασίας μας σαν τ’ αστέρια που πέφτουν.
Κάποιοι είν’ το μέτρο της κοινωνίας, κάποιοι είναι ο όρος ο μέσος.
«Φέρτε τον όρο, φέρτε ορό, γιατί ο Άνθρωπος ασθενεί! Δεν τον βλέπετε;»
«Μα από πάντα υπήρχαν οι όροι, σου λέω, μην είμαστε κυνικοί και κακοί με τον Άνθρωπο!»
«Μα τώρα είναι πολλοί όλοι αυτοί οι μικροί μέσοι όροι, να πάρει,

40 και το σαλόνι του Μεγάλου Χορού των Ευκαιριών δεν μπορεί να κοντρολάρει
τις παράνομες ματιές, τ’ αγυρτοσαλιαρίσματα και να σουτάρει
τις λιγωμένες τους για θέαμα κι ηδονή ψυχές!»
Κάθονται, λοιπόν, και κοιτούν, κάθονται και προσμένουν, κάθονται τρεις φορές κι αγωνιούν
όπως τρείς γεμάτες σταυροκοπιούνται κι άλλες τρείς καταριούνται το γένος τους

45 -γιατί τρία;- έτσι από εκτόνωση, από ξέσκασμα ξαναμμένης ξεφτίλας –τρία ξανά.
Ξι, ένα γράμμα διπλό που κανένα δημοτικάκι δεν του το ‘παν διπλό
και γι’ αυτό –δες τα γραπτά «που μένουν» και πες μου κσεκάθαρα-
πόσα ξι είν’ τα ίδια σε τάση και σχήμα χερομολυβογραφημένα;
Κανένα! Αλλ’ όλα αλλιώτικα κι αγχωμένα, να δεις!

50 «Λόλα! Λολίτα, την ψυχή του κυρίου σταμάτα να βασανίζεις!»
«Έλ-όου- ελ-αίυ, έλ-όου-βι-ή, μια αμαρτία όλη η Γη!»
Χα! Ορνιθοσκαλίσματα και μυγοχέσματα τα γράμματά μας...
Λες να ‘ναι παρόμοιες οι φωνές μας σαν ζητάμε απ’ τον άλλον να μας προσέξει;
«Έχω ανάγκη να σου υπογράψω συμβόλαιο

55 πως ζω κι αναπνέω τον ίδιο αέρα που σε τυλίγει κι εσένα»
(Μεταφράζω για τους κουφούς και γκαβούς και αναίσθητους:
«Μα θέλω ταυτόχρονα να το σκίσω σαν μ’ εμποδίζει να δω
μονάχος εγώ πως είναι πίσω απ’ το ουράνιο τόξο τα δένδρα του παραδείσου!»)
Αυτό είναι το βάλς των ονείρων σου.

60 Αιώνια ίδια τα βήματα στο παρκέ της καλογυαλισμένης συνείδησης των «σού»!
Παμ-παμ-παμ, πάραμ-παμ, παμ-παμ-παμ, πάραμ-παμ (ξου!)
παμ-παμ-πάμε γρήγορα πριν μας προλάβουν τα όνειρα των άλλων!
Μα ολονών τα όνειρα σταματούν σαν ξημερώνει, τι λέω...
...κι είν’ τέτοια η λέξη –κατάρα- από ξι που κανείς δεν τη γράφει το ίδιο!

65 «Κανένα ξημέρωμα δεν αρχίζει το ίδιο για όλους...»
Το όνειρο βουλιάζει στο μαξιλάρι και ακούγεται σαν ρολόι κινέζικο που χτυπά
και λεει παρά έξι
κι έξω ακόμη η νύχτα χορεύει και ξεσκά
κι εσύ;