Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007

Η σκοπιά θέλει τον Γερμανό της


Θα φανταζόσασταν ποτέ Έλληνα χωρίς το κινητό του; Υπάρχει έστω κι ένας στον πλανήτη Ελλάδα που να μην έχει τραβήξει ή αποθηκεύσει κάθε λογής βιντεάκια στο κινητό του για διασκέδαση; Κι όμως, στην υποήπειρο με τους χακί ιθαγενείς, εκεί που οι ώρες μετράνε με σκοπιές και οι μέρες με αγγαρείες, τα κινητά με κάμερα απαγορεύονται. Τουλάχιστον για όσο παίρνει να ακουστεί το επόμενο κλικ…


Ως γνωστός τεχνολογικός πρωτοπόρος, ο ελληνικός στρατός επιτρέπει εντός του μόνο κινητά χωρίς κάμερα, τις γνωστές παντόφλες που όλοι αγαπήσαμε στις αρχές της δεκαετίας. Όπως, όμως, με πολλές απαγορεύσεις που αγνοούν την ψηφιακή πραγματικότητα, έτσι κι αυτή δεν θα μπορούσε παρά να αγνοηθεί de facto. Ο λόγος; Οι άνθρωποι κυνηγούν αιώνες τώρα την ευχαρίστηση και την αιωνιότητα. Άλλοτε με μαγγανείες και σταυρούς, άλλοτε με τέχνες και φιλοσοφία. Μόνο που σήμερα, όλοι μπορούν να την κατακτήσουν για τον εαυτό τους πατώντας απλά το πλήκτρο record ενός οποιουδήποτε κινητού. Απ’ τον φαντάρο που φωτογραφίζεται με φίλους στους θαλάμους, τον υπάξ που τραβά τις κανονιές του σε Νοεμβριάτικες ασκήσεις μέχρι τον φρεσκοξυρισμένο αστεράτο που συνωστίζεται με παλιούς συμμαθητές σε δεξιώσεις στο Πεντάγωνο, όλοι κάπου στην στολή κρύβουν ένα κινητό με κάμερα μαζί με τον καημό τους που θα βρίσκονται στο στρατό, άλλος για 12 μήνες, άλλος για 5 χρόνια κι άλλος για μια ολόκληρη ζωή, μαζί με τη λαχτάρα να περάσει ο καιρός όσο πιο εύκολα γίνεται. Αν τα κινητά ακόμα ζουν, τα κινητά με κάμερες ζουν και βασιλεύουν. Για να μας κάνουν πιο χαρούμενους σε καιρούς μοναξιάς. Ή έστω να το νομίζουμε.


Κάθεται στην σκοπιά του όλο και κάποιον περιμένοντας, αλλά δεν είναι ο Ράιαν. Έχει μαζί του όπλο-κράνος-εξάρτηση, πυρομαχικά, ενίοτε κι έναν ασύρματο μαζί με την ευχή του Άη Γιώργη. Επειδή όμως, όπως λέει ο θυμόσοφος λαός μας, κι ο άγιος φοβέρα θέλει, οι στρατευμένοι νέοι φροντίζουν να έχουν πάντα μαζί και το κινητό τους. Κανείς δεν θα μπορούσε να αποχωριστεί ό,τι τον ενώνει με τον γνωστό κόσμο της εποχής (γκόμενα, μαμά και κολλητούς), ενίοτε και με το υπερπέραν (αφεντικά, καθηγητές και σπιτονοικοκύρη). Πιο πέρα κι απ’ το υπερπέραν είναι εκεί που βρίσκεται κι ο στρατός κι άλλες τεράστιες μαύρες τρύπες. Να πιάνει άραγε σήμα; Μα, ασφαλώς! Απ’ τη στιγμή που θα νιώσεις το συμπαντικό κενό ανάμεσα στον εαυτό σου όπως ήταν έξω και σ’ αυτόν που γίνεσαι μέσα, θα καταφύγεις στο ευεργετικό πάτημα των πλήκτρων του κινητού σου. Το σύμπαν συνωμοτεί. Δεν είσαι ο ΕΤ, όμως κι εσύ θες να πας σπίτι. Κι επειδή οι αμέριμνες ποδηλατάδες αγκαλιά με την παιδούλα Μπάριμορ μάς τελείωσαν κιόλας από το ’80, τι πιο χαρούμενο από το να τραβάς βιντεάκια και φωτογραφίες πάνω στην καναδέζα με τον υιό του Μπαλούρδου και της Σούλας, τον ανιψιό Σαββίδη και τους υπόλοιπους απογόνους του Περάκη. Αν στη Λούφα και Παραλλαγή, οι φαντάροι διασκέδαζαν με πυροφάνι και ΥΕΝΕΔ, σήμερα διασκεδάζουν με megapixels και youtube. Έτη φωτός μπροστά. Οι θεωρητικοί του πολέμου από τον Χομπς μέχρι τον δικό μας Κονδύλη θα σήκωναν τα χέρια ψηλά μελετώντας στρατιώτες που στη θητεία τους έχουν στείλει αγύριστα περισσότερα mms από σφαίρες.


Είναι αυτό που οι απανταχού στρατοπεδάρχες προσπαθούν να πείσουν τους στρατιώτες τους: σκοπιά και χαρά! Στις ταινίες του Άιζενστάιν και τον επικό Αλεξάντερ Νιέφσκι, ο απλός κόσμος πλέον γίνεται πρωταγωνιστής του πολέμου. Σε καιρούς ειρήνης, ο απλός έλληνας στρατιώτης γίνεται πρωταγωνιστής της καθημερινότητάς του. Νέοι και ωραίοι δεν θα αφήσουν τίποτα να τους ρίξει το ηθικό. Ντυμένοι με παραλλαγές περπατούν σ’ ένα φανταρόδρομο με χαλίκια. Δίπλα τους η παρκαρισμένη καναδέζα αναπηδά πάνω στα γερασμένα της διαφορικά. Μέσα και πάνω κρεμασμένοι οι χακί ιθαγενείς. «Που πάτε;» ρωτούν. «Πάμε στη σκοπιά!» («we are going to the centry-box» όπως γράφει και ο μεταφρασμένος υπότιτλος στο βιντεάκι). «Bambacha! Bambacha!» Ανεβαίνουν. Κανείς δεν λείπει απ’ αυτήν τη βόλτα. Υπάρχει άραγε κανείς και τίποτα που να μπορεί να τους νικήσει;


  • Χρήση κινητού με κάμερα από αρχάριο: Μάς ειδοποιούν οι άλλοι για τις εφόδους, ξυπνάμε τη στιγμή που πρέπει, μάς διασκεδάζει με φιδάκι, πάκμαν και puzzlebobble, μιλάμε με το αίσθημα, μαλώνουμε με το αίσθημα, ακούμε ράδιο την κλήρωση του ChampionsLeague.
  • Χρήση κινητού με κάμερα από ξεψάρωτο: Φωτογραφίζουμε τον καψιμιτζή την ώρα που κοιμάται κάτω από τον πάγκο του ΚΨΜ. Τραβάμε βίντεο το μπουγέλωμα στους θαλάμους εν μέσω καύσωνα με 40 βαθμούς, κάνουμε διπλοσκοπιά παρέα με την οξυζενέ κατάκτηση απ’ το τοπικό μπαρ τις δύσκολες ώρες πριν χαράξει στο Πυθαγόρειο.
  • Χρήση κινητού με κάμερα από grand-master. Τσαντίζουμε τον αγαπημένο μας καραβανά και τραβάμε κρυφά να λέει θα σε καμπανιάσω αλα Πατέλης. Παίζουμε τον ύμνο της Σοβιετικής Ένωσης την ώρα της λάντζας στα μαγειρεία. Ζηλεύουμε όσους υπηρέτησαν στο Φυλάκιο της Άχνας και είπαμε να στήσουμε ανάλογο σκηνικό στη βυσματική παραμεθόριο του Υμηττού. Γράφουμε Ιστορία χορεύοντας ζεϊμπέκικο με τον Τούρκο συνάδελφο πάνω στη γέφυρα των Κήπων.

Σεπτέμβριος 2007

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2007

Εξομολόγηση

Δεν ξέρω πως αισθάνθηκα
σαν αντίκρισα μπροστά μου εκείνη την ακτή.
Δεν ήταν παρά μια όμορφη ακρογιαλιά
από εκείνες όπου θαρρώ ότι ο καθένας φυλά,
με την καρδιά του θύμησες προσωπικές, ψέματα και μυστικά,
από εκείνες τις ακρογιαλιές
που πάνω τους πατήσαμε με δύναμη
τα πρώτα βήματα λευτεριάς
ανέμελοι σαν ήμασταν μικροί.


Δεν ξέρω πως αισθάνθηκα
όταν πάτησα κι εγώ την χρυσαφένια άμμο
τα γόνατά μου με πρόδωσαν- ήταν μακρύ ταξίδι.
Έσκυψα να αφουγκραστώ τον ήχο από τα βήματα
όλων όσων πέρασαν την άμμο
και στιγμές από την ζωή τους χάραξαν,
απέναντι, στ’ αρμυροχτυπημένα βράχια.


Κι έτσι όπως ήμουν
ένιωσα τότε τον χρόνο να κυλά.
Το παρελθόν, παρόν και μέλλον με συναντά.
Στην μέση εγώ και γύρω μου ο κόσμος.
Κάθε εικόνα μπροστά μου πλανήτης άγνωστος
που χάνεται στο άπειρο του ηλιοβασιλέματος.
Κι εγώ σαν ήλιος καιω από συγκίνηση
για κάθε στιγμή που αναπνέω πάνω στην ζεστή άμμο
για κάθε σκέψη που περνά και στέκει στο μυαλό μου.


Και πρώτη μου σκέψη ο άνθρωπος και τούτη η γη μαζί.
Αλήθεια, ποιος άνθρωπος δεν ερωτεύεται αυτήν την γη.
Καιει σαν τους βράχους απ’ το λιοπύρι απέναντί του.
Βαραίνει σαν τα δέντρα από τους πολλούς καρπούς.
Κι από κάθε σχισμή της καρδιάς του,
σαν τα αγριολούλουδα που ριζώνουν στις πέτρες,
προβάλλει η αγάπη του, ο σεβασμός του, το δέος
γι’ αυτήν.


Κι έτσι όλοι αισθάνονται σαν την βλέπουν.
Μα απ’ όλους περισσότερο την σέβεται και την αγαπά αυτός που την ορίζει
γιατί εγώ δεν θα ένιωθα αυτά που νιώθω τώρα αν ήταν αλλιώς.
Ποτισμένη με αγάπη η λωρίδα αυτή ανθεί μες στην ψυχή μου
κι όπως εκείνος της δίνει ζωή, αφέντης
και δούλος της στους αιώνες, προσφέροντας ψυχή, λόγο και σκέψη,
έτσι κι εγώ, σε υπόκλιση βαθιά με σεβασμό σκύβω
κι ευχαριστώ για την εύνοια της
να με δεχτεί στους άμετρους κόλπους της δικής της μαγείας.


Τι κι αν μας ‘μάθαν αλλιώς.
Με φωτιά και μ΄ αέρα σφυρηλατήθηκαν τούτα τα περιγιάλια
- και το σίδερο ας μένει βαθιά σφηνωμένο στα κεφάλια των ασεβών
που τα βήματά τους αφήνουν σημάδια μιαρά
που οι καρδιές τους μαράζι κατέχουν και φθόνο,
για την εύνοια που δεν είχαν κι ούτε θα’ χουν.
Για τα μυστικά που δεν αισθανθήκανε από φόβο για την αλήθεια τους.
Για τους ήχους που δεν άκουσαν στην φασαρία των φριχτών τους φωνών.


Εκεί, που χτυπάνε τα κύματα
και την τραχιά ψυχή μας σμιλεύουν.
Εκεί, που σφυρίζει ο βοριάς
και με νέα πνοή γεμίζει τα στήθια μας
σαν έχουν πια αδειάσει από αλαζονία και έχθρα
για το απέναντι που τώρα πατώ.


Κι όσες έρχονται φεύγουν,
ταξιδιώτες ακούραστοι, οι σκέψεις χάνονται εκεί που η μέρα αρχίζει,
αφήνοντας μια λάμψη στο πρόσωπό μου.
Ένας γαλάζιος ουρανός με σκεπάζει
και κάθε στιγμή γίνεται αιώνας
και κάθε αιώνας στιγμή…
Πόσοι άνθρωποι ζήσανε, πόσοι πεθάναν
πόσοι έρωτες, πόσες μάχες, πόσα βήματα μπρος και πόσα πίσω.
Κάθε ένας διαβαίνει τα μονοπάτια της Ιστορίας
ως εκεί που η γενιά του ορίζεi.
Kαι η δική του Ιστορία τελειώνει εκεί.
Παραπέρα σαν πάει άλλοι ορίζουν
κατά πως νιώθουν ότι έχουν ανάγκη να ζήσει η γενιά τους.
Ας είναι λοιπόν η δική μου Ιστορία
σεβασμός και φιλία και ειρήνη μαζί.


Και τότε θα φεύγω απ’ αυτά τ’ ακρογιάλια
στα βράχια αφήνοντας το πέρασμά μου.
Και θα ξανάρχομαι για ν’ αντικρίζω μονάχα
τον ήλιο πως δύει στην δική μου την χώρα.
Και μύθοι αιώνων θα ζωντανεύουν
στιγμή προς στιγμή σαν θα χτίζω την Ιστορία,
γκρεμίζοντας τείχη και σημαίες του μίσους.
Όταν τα σύννεφα θ’ ανταμώνουν ψηλά
του Διομήδη και του Γλαύκου το αντάμωμα θα θυμάμαι
και το μπαΪράκι μου θ’ ανεμίζει εκεί πάνω
μέχρι η βροχή να τ’ απλώσει στην γη σαν σπονδή,
από εκείνους που με όρκους φιλίας δέθηκαν
σ’ αυτούς που τους όρκους ξέρουν με την ψυχή τους να τηρούνε
για πάντα.


Έτσι σκεφτόμουν το απόγευμα εκείνο.
Κι όπως οι ώρες κυλούσαν, ήρθε η γαλήνη να με σκεπάσει
σαν έφυγε από πάνω μου το βάρος των λογισμών μου
για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, ποια η αλήθεια και ποιο το ψέμα.
Κι άνεμοι μ’ έφεραν στην χώρα μου πίσω.
Τα δε βήματά μου σβήστηκαν απ’ την χρυσαφένια άμμο
και η πνοή μου στα κύματα χάθηκε μαζί με τον ήλιο.
Ότι απέμεινε ήταν η γνώση
θεμέλιο στ΄ άπαρτα της λευτεριάς μου κάστρα,
ευλογία απ’ αυτές που δεν χαρίζονται
μα που ο άνθρωπος κατακτά στις χαμένες ακτές της ψυχής του.

Νοέμβριος 2006


[Βραβείο Abdi Ipekci 1996, Κωνσταντινούπολη]

Η κιθάρα του Γεωργιανού

Στις καπνισμένες στέγες της Αλβιώνας ήμουνα
φοιτητάκος απ’ αυτούς που η αρχοντιά σας
έστειλε μια κάποια εποχή να βρουν το μέλλον,
μιας κι η πατρίδα δεν μπορούσε.
Γυροβολούσα τα απογεύματα,
τριγύριζα τις νύχτες,
και τα πρωινά
μια ομίχλη στο τζάμι στο δωμάτιο
ερχόταν και μου μιλούσε αγχωμένη
για τη μέρα, όπως τη νόμιζε να καταφτάνει βαριά,
μα που μάς βάραινε τελικά τόσο
όσο ένα φύλλο του φθινοπώρου.


Ξημέρωνε
και στ’ άλλο δωμάτιο δίπλα μου
κάποιος είχε ξυπνήσει νωρίτερα.
Σκάλιζε στην κιθάρα του ήχους νοσταλγικούς,
-ίσα να ακουει μονάχα αυτός-
τα πνιχτά και υγρά ψηφιδωτά μιας παλιάς του εικόνας.
(Μην τυχόν κι αναστατώσει κανέναν)
Μα εγώ τον άκουγα.
(Γιατί κι εγώ μια τέτοια εικόνα θα βασάνιζα απο βραδύς στο μυαλό μου
κι ας βάραινε απ’ έξω η ομίχλη)
Ήταν ο φίλος μου ο Γεωργιανός.
Ξένος κι αυτός.
Ποτέ δεν είχε μιλήσει για μουσική.
Σίμωσα το ίδιο απόγευμα και τον ρώτησα.
«Γιατί παίζεις μόνο το πρωί κρυφά απ’ όλους τους άλλους;»
Δεν ήταν δικιά του η κιθάρα μα του τη χάρισαν, μου ‘πε.
Τα τραγούδια μόνο ήταν δικά του.
«Πριν από ‘μένα άλλοι την κράτησαν.
Και κάθε φορά που ‘φτάναν οι μέρες του γυρισμού
τη χάριζαν στον επόμενο»


Κάπως έτσι η κιθάρα του φίλου μου του Γεωργιανού
είχε αλλάξει τέσσερα χέρια μέχρι να την κρατήσω κι εγώ.
Έπαιζα τα πρωινά όπως όλοι είχαν παίξει πιο πριν,
το ίδιο σιγά και δακρυσμένα.
Κι οι μέρες περνούσαν στις καπνισμένες στέγες της Αλβιώνας.
Γυροβολούσα τα απογεύματα,
τριγύριζα τις νύχτες
και τα πρωινά
έδιωχνα την ομίχλη πετώντας της ήχους.
Τελικά, κανέναν δεν ξύπνησα.
Οι μέρες ανάλαφρα έφυγαν
και κανένας δε βρέθηκε να πάρει την ξεφτισμένη κιθάρα μαζί του.
Την έφερα πίσω, λοιπόν,
και πολύ το μετάνιωσα.
Την έβλεπα στο σαλόνι κι έμοιαζε τόσο φυλακισμένη!
Μα πιο πολύ φανταζόμουνα τ’ άδεια πρωινά
του άγνωστου έκτου συμφοιτητή μου!


Σήμερα,
βρέθηκα σε κάποια σχολή και τα παιδιά με κοιτούσαν,
καθώς άφηνα την κιθάρα στο αμφιθέατρο κι έφευγα.
Μέσα της έριξα αυτό το σημείωμα
με την ελπίδα πως η περιέργεια πάντα νικάει τη ντροπή.
Δάκρυσα όταν βγήκα στο δρόμο.
Μα έτσι ήταν σωστό, έλεγα στον εαυτό μου.
Ακόμα κι αν δε βρέθηκε κάποιος να μου την πάρει
έπρεπε με κάθε τρόπο να συνεχίσει να φεύγει.
Γιατί, οι άνθρωποι φεύγουν,
μα οι ομίχλες είναι πάντα εκεί.
Και μόνη αλήθεια του κόσμου
όταν το χέρι του πρώτου
έδωσε δύναμη και παρηγοριά στον επόμενο
και η ομίχλη καθάρισε.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2007

Βόλτα στην Πατησίων

Πρώτο έτος
και σπίτι να βρει δεν μπόρεσε
-αυτό που έκανε όνειρα τον Αύγουστο-
με δωμάτιο, σαλόνι και κουζίνα.
Ένα ισόγειο προσωρινά,
τέσσερα επί πέντε μέτρα δωμάτιο
μ’ ένα μπαλκόνι για να αναπνέει
μ’ ένα νεροχυτάκι να επιζεί
κι ένα μπανάκι να ξεπλένει τα πάθη της, στη γωνία.
Φοιτήτρια νεαρή και δεν άντεχε
τη ψυχή της να φυλακίζει,
σε τέσσερις τοίχους βαμμένους με υγρασία
να κλείνει τα απογεύματα.
Και τούτες τις κατσαρίδες δεν τις είχε γνωρίσει στο σπίτι της.
Έπαιρνε, λοιπόν, όσα χρήματα είχε
και ξεπόρτιζε να ψάξει τα χρώματα
-αυτά που της είπαν πως λούζουν την πόλη.


Πλατεία Βικτωρίας και τα πρόσωπα άλλα.
Δεν ξέρει κανέναν.
Ο περιπτεράς τής χάρισε τα ρέστα απ’ την τηλεκάρτα.
(Κάτι είναι κι αυτό)
Και το καρτοτηλέφωνο στέκει αδειανό
-ευκαιρία να μιλήσει με τους δικούς της.
Μα το προσπέρασε τώρα.
Τα φώτα στο βάθος την παρασύρουν
-εύκολα το βλέπει κανείς, κοιτώντας την απ’ το παγκάκι.
Να ‘ναι καλό αυτό ή κακό;
Ο μητέρα της είπε μόνο αν έχει δουλειά
-μα έτσι ποτέ τα βαρκάκια δεν θα ‘βγαιναν στα ανοιχτά.


Οδός Πατησίων και Χέυδεν γωνία.
Η ταχύτητα την αναστατώνει.
Το ύψος επίσης.
Κι όλα πολλά, πάρα πολλά.
Τα κτίρια μεγάλα κι οι άνθρωποι ζωντανοί.
(Όχι αυτή η ζωντάνια που γνώριζε στο χωριό
-όταν όλοι σταμάταγαν να μιλούν μόλις πλησίαζες)
Μια ζωντάνια αδιάφορη για τον άλλον,
-ιδιαίτερα μάλλον προσωπική.
Φτιαγμένη μονάχα για αυτούς
κι ας πήγαιναν πέντε πέντε στο πεζοδρόμιο.


Περπατούσε πάντοτε δέκα λεπτά προς τ’ αριστερά.
Τόσα της έφταναν πριν την πιάσουν οι τύψεις
μιας και φοβόταν να παει μακρύτερα.
Τόσο απείχε και το σπίτι της απ’ την πλατεία στο χωριό.
Πιο πέρα ήταν χωράφια να πάει κανείς.
Μα εδώ...
Οι άλλοι προχώραγαν, και το κυριότερο,
άλλοι τόσοι ερχόντουσαν προς αυτήν.
Από που;
Ένιωθε να λιποθυμά μπρος στην αποκάλυψη του μεγέθους.
Φώτα, χρώματα, χάος και φώς.
Βάθος ανεξερεύνητο μες στη νύχτα που έπεφτε.
Ψίθυροι και κραυγές, κόρνες και φρένα
σαν σε παρέλαση Σειληνών σε πόλη παρθένων.
Η ατμόσφαιρα μύριζε ερωτική
σ’ ενα δρόμο όπου όλοι ήταν απώντες.
Κάποιος την έσπρωξε κατά λάθος.
(Μια κάποια άλλη ίσως φορά)


Έστριψε ξανά προς τα πίσω
και στο πρώτο σαντουιτσάδικο έφτιαξε το φαγητό της.
Δεν πεινούσε
αλλά ήθελε κάτι να κάνει.
Ταυτότητά της το τοστ, μα για πόσο;
Πόσο στέκει αμίλητος στο κελί ο φυλακισμένος
πριν βγει στο προαύλιο;
Πόσο κάθεται αγναντεύοντας ο ναυαγός στην ακτή
πριν ψάξει στο δάσος;
Δεν μάθαμε ποτέ την ιστορία εκείνου του κοριτσιού.
Ίσως τη συναντήσαμε σε κάποια ορκωμοσία.
Ίσως πάλι την προσπεράσαμε βιαστικά να μοιράζει φυλλάδια.
Κι ίσως να ζήσαμε πάνω της άλλη μια ξεχασμένη νύχτα.
Το βράδυ εκείνο,
το κορίτσι κοιμήθηκε ήσυχα
κρατώντας στα χέρια τις σημειώσεις απ’ το μάθημα της προηγούμενης μέρας.

Μαγική ώρα

Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που η πόλη ξυπνά από τύψεις
για τις μέρες που χάνονται…
Για τις μέρες που χάνονται και πρωινά δεν κοιτούν.
Παρά μόνο το βλέμμα σκυφτό απ’ τα βάρη κρατούν
σε ηλιοβασιλέματα μωβ σαν το πένθος,
σαν σ’ έβαλαν να ξυπνάς με σημάδι
- πάνε είκοσι χρόνια τώρα – τα νικημένα σου νιάτα.


Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που το κρύο κάνει διακρίσεις
και τους φαρδύστερνους εκδικείται…
Θαρρείς και επέλεξαν μόνοι να βάζουν το στήθος τους
πρώτοι στα δύσκολα,
πρώτοι τη μέρα, τελευταίοι τη νύχτα.
Με τι κουράγιο κρατιέσαι, καημένε μου, ακόμα απ’ τη λαβή;
Ποτέ δεν άκουσες στις ειδήσεις για τα δικά σου
τα κατορθώματα.
Κι ας ήταν πολλά.


Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που ο καφές αχνιστός σιγοψήνει το σπίτι
και οι μνήμες ξυπνούν σαν σπασμένα μπισκότα…
Η αθωότητα έφυγε στο δεύτερο κιόλας πρωί.
Μόνη σύντροφος, τώρα τα πρωινά,
η λαβή σ’ εκείνο το τρόλεϋ που ποτέ δεν την πρόσεξες.
Μάρτυρας της ζωής σου
σαν γυναικείο κορμί που μαζι σου γερνά,
χάντρα κομπολογιού χαραγμένη με ατέλειωτες προσδοκίες
όσων την κράτησαν με άνευρο χέρι και φλογισμένη καρδιά.
Σιγοσβήνει.


Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που τα παιδιά κουνούν τα χέρια στο στήθος
και τα μικρά κεφαλάκια τους ψάχνουν στον ουρανό για εικόνες…
Αλήθεια, πώς να ‘ναι τώρα το ηλιοβασίλεμα;
Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ακόμα με προκαλείς.
Μόνη σου αντιστέκεσαι στις άλλες μου ώρες.
Αντάρτισσα στον πόλεμο των τηλεπρωινών
ακούραστη βγαίνεις στις γωνιές που κρύβεται το φώς
- λίγο πριν το υποτάξει η μέρα - και πετάς προκηρύξεις
αέρινες.


Ώρα πρωινή, ώρα μαγική, μείνε λίγο ακόμα.
Τη συντροφιά σου αναζητώ από μικρός
στις αυλές που κλείνουν τη ψυχή μου.


Αθήνα, Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2003

Σε μια ώρα

Στου φεγγαριού το σημάδι που χάνεται στο βάθος μισό
στροβίλι η σκέψη θολό σαν τα σύννεφα
σε μια ώρα ίσως να βρέξει, σε μια ώρα -ίσως και όχι.

Στο φωτισμένο παράπορτο απέναντι π’ αγρυπνά όλη νύχτα
μια ίντσα η απόσταση μικρή σαν το χέρι μωρού γυμνόστηθης μάνας
σε μια ώρα ίσως να κλάψει, σε μια ώρα -ίσως και όχι.

Στου δρόμου τις άσπρες σκιές κάτω απ’ τον γερασμένο λαμπτήρα
η φωνή μιας θείας Σβετλάνας χοντρή σαν τα χρόνια της ξενιτειάς
σε μια ώρα ίσως πάρει τηλέφωνο, σε μια ώρα -ίσως και όχι.

Στο σκοτάδι του κήπου πίσω απ’ την μάντρα τη γκρίζα του παλιού σινεμά
δυο καρέκλες το σκέπασμα σαν ξωκκλήσι σκυλιών και απόκληρων
σε μια ώρα ίσως ουρλιάξει την πείνα του, σε μια ώρα -ίσως και όχι.

Στη νύχτα τη ναρκωμένη που τη ζεστοσκέπαστη πόλη απλώνει με φως ως τα πέρα
σκόρπιες εικόνες σιωπής φωναχτής τα ονειρά μας σαν άστρα βρεγμένα
σε μια ώρα ίσως στεγνώσουν τα δάκρυα, σε μια ώρα –ναι- θα στεγνώσουν.


Αθήνα, Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2003

Revolution

Αρματηλάτες τρομεροί ξεπεζέψαν
την τραγική τους μοίρα και ξανάρθαν
αντιμέτωποι με το παρελθόν τους
που είχαν ξεχάσει.
Κροταλίζαν τα όπλα τους
σαν τα απιθώναν στο πλάι
και αστράφταν τα κράνη στη χαίτη
καθώς το βλέμμα το άγριο ανέτελλε
πιο θυμωμένο κι απ’ τον αέρα,
πιο οργισμένο κι από τη θάλασσα.


Ξεπεζέψαν αδίστακτοι για μια μόνο στιγμή,
ίσα που ν’ αδειάσει ο συρφετός
που ‘χε κάτσει στο σβέρκο ξεδιάντροπα
του γένους το ευγενικό.
Βγαλμένος απ’ άλλη εποχή ο όχλος
τραβούσε το μέλλον στο παρελθόν
θαρρείς σκηνικό του ο χρόνος στημένο
μ’ επιθυμίες λαχταριστές που δεν ήρθαν
μ’ αποτυχίες ξορκισμένες που έμειναν
και ταπεινώσεις που φωνή να φωνάξουν
δεν είχαν.


Κι ως στέκονταν αντιμέτωποι
με τα σχοινιά του χρέους κομμένα
πολλοί αιώνες περάσαν από μπροστά τους,
μνήμες του νεκρού πριν τον θάνατο
σαν δραπετεύουν μια ώρα νωρίτερα,
λεύτερες απ’ ανάγκες και συμβιβασμούς,
πως η ζωή δεν πάει άλλο
και εκεί σε μια στάλα γης αποφάσισε
να ξεπεζέψει τον Χρόνο.


Κοιτιόνταν ο ένας τον άλλο στα μάτια
μα του σκλάβου τα μάτια χαμήλωναν
σαν χτυπούσε βαθιά στην καρδιά του η αμαρτία
και βροντάστραφτε καταπάνω στο νου
η λεπίδα η τρομερή,
βαπτισμένη στα ιερά και τα όσια του Έθνους,
άγιασμα κάποτε των πολλών και σήμερα
όρκος στα στόματα λίγων.
Κι έτσι όρμηξαν.


Τη θάλασσα νόμιζαν πως είχαν από παλιά
και τον αέρα τον εθνεγέρτη σύμμαχο,
-μα αλίμονο, οι καιροί τα σημάδια αλλάζουν-
βγάλαν τα κράνη και με το μάτι του χρέους πιστέψαν
πως τον όχλο θα γύριζαν στις φωλιές του
ξεβρωμίζοντας απ’ την ύβρι το Ιερό.
Μα ούτε αυτός υπολόγιζε τα πράγματα ως ήρθαν
θαρρείς λογισμός και ψυχή είχαν από καιρό ξεχάσει τη κολλεγιά τους.
Η θάλασσα βάφτηκε κόκκινη
και ο αέρας μώβιασε απ’ τη μανία.
Τα άλογα ξεχυθήκαν στα τσιμεντένια τα αλώνια,
ο Χρόνος και η Μοίρα ξεσέλωτα αφήνιασαν
καιρό ως είχαν να τρέξουν χωρίς ορμηνίες.


Θρήνος και αγαλλίαση, αίμα και προσευχή.
Στη λάσπη καταχωνιάστηκαν τα κουφάρια των αφεντάδων.
Απάνου φυτρώσαν γρασίδι και μάρμαρο οι Επίγονοι
τιμώντας την πρώτη κραυγή, την πρώτη ορμή.
Στ’ άλογα φόρεσαν χαλινάρια
την ουτοπία σταυλίσαν μ’ εφτα καρότσια σανό
και στο Χρόνο αφέντες τη Μοίρα αρχίνισαν
να πλάθουν καταπώς τα ανθρώπινα αντικρίζουν τον κόσμο.
Αρματηλάτες σεβαστοί τη λεπίδα βαστάξαν
κι ως το βάρος της να συνηθίσουν απ’ των αιώνων το αίμα
στο θρονί το επίχρυσον έγειραν
αντιμέτωποι με το μέλλον τους
που είχαν ξεχάσει.


Αθήνα, Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2003

Μικροαστική Μελαγχολία - Α’. Το Βαλς Των Χαμένων Ευκαιρίων

Ο ρυθμός σε κυριεύει όταν χορεύεις το βάλς των χαμένων ευκαιριών.
Ένα δωμάτιο με άντρες σαν κι εσένα γεμάτο,
στο πιάνο ένας μεσιέ καραφλούλης με κόκκινα απ’ το κρασί μαγουλάκια
και πάνω του μια μετρέζα –όπως θα ‘λεγε κι η γιαγιά σου την κόρη του καφετζή

5 με τα μπούτια γυμνά και τα βυζιά πεταμένα βγάζει κραυγές Βερολινέζικες.
Στο διπλανό τα κορίτσια σας χαριετίζονται στα κρυφά και σας περιμένουν
-ώ, δεν τις ήθελες μαζί, αλλά καλό να ακούγονται τα χαμηλόφωνα τσιρίγματα από
κάπου κοντά,
προάγγελος της καλής συζυγικής αγκαλιάς που είναι πάντα εκεί-
στο δώμα, που το ‘λεγε μειδιώντας ο μουστάκιας παππούς σου γυναικωνίτη.

10 «Τσιλιμπού-τσιλιμπούρδ, τραγούδ-τραγουδείς!»,
όψη ανδρός, άνθρωπος ως και ανήρ πεφταστήρ
κι άλλες κρασιού αναθυμιάσεις γλεντιού, «πιάσε λίγο κι εσύ...»
δέρμα λευκό νιωθοκοιτάς σαν της Παναγίας «...μα δεν μπορείς να τ’ αγγίξεις! Χε!»
Είναι πίσω από τζάμι και πευκοκορνίζα, δωρεά ευσεβών ιδιοκτητών καμπαρέ κι άλλων θεαμάτων

15 κι είσαι ταγμένος, ρε, από γονείς και θεούς να συνε(χίκ!)σεις το ελάχιστο ανεκτό της ζωής
το ελάχιστο κοινό αξιοπρεπές απ’ την φάρα των Ανθρώπων, κατάρα!
Έι, οι πουτάνες είναι για ‘σένα μόνο τις ώρες που δραπετεύεις
μικροφυλακισμένος της ζωής των πρέπει σου.
«Σεξοχασκόγελος με την κυρα-Σουσού για κοντόβρακος δράκος στο Σέιχ Σού;»

20 Αλίμονο, διαλέγεις ελεύθερα το δάσος των χαμένων «σού» ευκαιριών:
να κάψεις, να ρημάξεις και ξανά την άλλη μέρα να λουφάξεις.
Σε βλέπει ο καραφλούλης και ξεκαρδίζεται
πως αυτός ο κουλός και στραβός και κοντός μές στα πέπλα
της Κίρκης Κίρκωφ απ’ το Κερατσίνι είναι πνιγμένος

25 και η «όψη ανδρός» μονάχα να ρίχνει ματιές
(μήπως άλλα συμβαίνουν στο δώμα, ανήσυχος);
«Ουχουχού! Κερασφόρος θεός ο μικροαστός Παντελεήμων!», χθόνιος στην όψη,
ε, να μην είναι δείγμα γνησίας καταγωγής οι ρυτίδες της γης και το κέρατο;
Τι λεει γι’ αυτό ο θεός Νιόνιος απ’ το βουνό της καμμένης συνείδησης των αστών, την Πεντέλη;

30 Τον παίρνει παιδί του τον Παν-τε-λή στα θέατρα και τα θέρετρα της μνήμης των ασεβών;
Επιδαύριων αστών, ασεβών ασβών το ανάγνωσμα, πιάστε τις μύτες σας
γιατί το λιβάνι της τελετής είναι νοθευμένο σαν Κυριακή με χειροκροτήματα πίστης
«ευλόγησον δέσποτα τα ανομήματα των παιδιών σου!»
Παίζει το πιάνο κι ο Βάιλ ο Γερμαναράς ζωντανεύει στις νύχτες των χρόνων μας

35 λες κι ήταν ανέκαθεν το τραγούδι του μέρος της νυχτοφαντασίας μας σαν τ’ αστέρια που πέφτουν.
Κάποιοι είν’ το μέτρο της κοινωνίας, κάποιοι είναι ο όρος ο μέσος.
«Φέρτε τον όρο, φέρτε ορό, γιατί ο Άνθρωπος ασθενεί! Δεν τον βλέπετε;»
«Μα από πάντα υπήρχαν οι όροι, σου λέω, μην είμαστε κυνικοί και κακοί με τον Άνθρωπο!»
«Μα τώρα είναι πολλοί όλοι αυτοί οι μικροί μέσοι όροι, να πάρει,

40 και το σαλόνι του Μεγάλου Χορού των Ευκαιριών δεν μπορεί να κοντρολάρει
τις παράνομες ματιές, τ’ αγυρτοσαλιαρίσματα και να σουτάρει
τις λιγωμένες τους για θέαμα κι ηδονή ψυχές!»
Κάθονται, λοιπόν, και κοιτούν, κάθονται και προσμένουν, κάθονται τρεις φορές κι αγωνιούν
όπως τρείς γεμάτες σταυροκοπιούνται κι άλλες τρείς καταριούνται το γένος τους

45 -γιατί τρία;- έτσι από εκτόνωση, από ξέσκασμα ξαναμμένης ξεφτίλας –τρία ξανά.
Ξι, ένα γράμμα διπλό που κανένα δημοτικάκι δεν του το ‘παν διπλό
και γι’ αυτό –δες τα γραπτά «που μένουν» και πες μου κσεκάθαρα-
πόσα ξι είν’ τα ίδια σε τάση και σχήμα χερομολυβογραφημένα;
Κανένα! Αλλ’ όλα αλλιώτικα κι αγχωμένα, να δεις!

50 «Λόλα! Λολίτα, την ψυχή του κυρίου σταμάτα να βασανίζεις!»
«Έλ-όου- ελ-αίυ, έλ-όου-βι-ή, μια αμαρτία όλη η Γη!»
Χα! Ορνιθοσκαλίσματα και μυγοχέσματα τα γράμματά μας...
Λες να ‘ναι παρόμοιες οι φωνές μας σαν ζητάμε απ’ τον άλλον να μας προσέξει;
«Έχω ανάγκη να σου υπογράψω συμβόλαιο

55 πως ζω κι αναπνέω τον ίδιο αέρα που σε τυλίγει κι εσένα»
(Μεταφράζω για τους κουφούς και γκαβούς και αναίσθητους:
«Μα θέλω ταυτόχρονα να το σκίσω σαν μ’ εμποδίζει να δω
μονάχος εγώ πως είναι πίσω απ’ το ουράνιο τόξο τα δένδρα του παραδείσου!»)
Αυτό είναι το βάλς των ονείρων σου.

60 Αιώνια ίδια τα βήματα στο παρκέ της καλογυαλισμένης συνείδησης των «σού»!
Παμ-παμ-παμ, πάραμ-παμ, παμ-παμ-παμ, πάραμ-παμ (ξου!)
παμ-παμ-πάμε γρήγορα πριν μας προλάβουν τα όνειρα των άλλων!
Μα ολονών τα όνειρα σταματούν σαν ξημερώνει, τι λέω...
...κι είν’ τέτοια η λέξη –κατάρα- από ξι που κανείς δεν τη γράφει το ίδιο!

65 «Κανένα ξημέρωμα δεν αρχίζει το ίδιο για όλους...»
Το όνειρο βουλιάζει στο μαξιλάρι και ακούγεται σαν ρολόι κινέζικο που χτυπά
και λεει παρά έξι
κι έξω ακόμη η νύχτα χορεύει και ξεσκά
κι εσύ;

Η χαρά των τίτλων τέλους και μια σειρά από ατυχή γεγονότα


Στο τέλος της ταινίας Lemony Snicket – A Series of Unfortunate Events και μετά από ένα αίσιο παραμυθένιο τέλος, ο αμφιβληστροειδής του θεατή καταιγίζεται από γραφικά και εικόνες εξαίσιας ομορφιάς, σχεδόν μαγικά. Ο θεατής, άλλος ένας ήρωας της καθημερινότητας, μαγεύεται κι είναι σίγουρος πως μόνο αυτός αναγνωρίζει το όνομα του δημιουργού στους τίτλους τέλους. Η αλήθεια είναι πως αν δεν είσαι ο αμέριμνος Μπαγκς Μπάννυ και όλο κάτι άπιαστο κυνηγάς, τότε μάλλον είσαι ο Έλμερ Φαντ και δεν το ‘χεις καταλάβει..


Τα ωραία γραφικά
κι οι γλυκές μουσικές είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος για να περιμένει κάποιος τους τίτλους τέλους μιας ταινίας και να μην φύγει με το που κλείνει και η τελευταία σκηνή στο όνομα του σκηνοθέτη. Θα σας χαροποιούσε ιδιαίτερα αν νιώθατε κι εσείς πως μετέχετε σε μια τέτοια οικογένεια θεατών, που κάθεται στο τέλος καρτερικά και δεν βγαίνει απ’ τους πρώτους στο σινεμά, ή δεν τρέχει κατευθείαν στο ψυγείο όταν τελειώνει το
home-DVD. Μια τέτοια οικογένεια δεν θα μπορούσε παρά να αποτελείται από ιδιαίτερους ανθρώπους, ανθρώπους ξεχωριστούς. Ανθρώπους που ξέρουν από κινηματογράφο, ικανούς να αναγνωρίσουν στο όνομα του τρίτου καμεραμάν μια αποκατεστημένη βέρζιον του δικού τους εαυτού. Πιθανόν, τα δεύτερα δισκάκια απ’ το DVD club της γειτονιάς σας με τα αγγαρεμένα σχόλια του σκηνοθέτη (που συνήθως δεν κοπιάρει κανείς) να φτιάχτηκαν ειδικά για σας, τους εραστές κάθενός απ' τα επτάρια της έβδομης τέχνης. Ο οποιοσδήποτε, εξάλλου, δικαιούται να νιώθει υπερήφανος για πράγματα που οι άλλοι δεν φαίνεται να προσέχουν. Πόσο μάλλον να εκτιμούν, αφού εν προκειμένω μιλάμε για κάτι τόσο όμορφο και ξεχωριστό.


Ναι, αναγνώστη,
μιλάμε για τους τίτλους τέλους μιας ταινίας. Μην το θεωρείς ασήμαντο. Απ’ τα παιδικά της εποχής της ΕΡΤ2 θυμάσαι με δέος το λιοντάρι της
MGM, κι εφόσον εν προκειμένω πρόκειται για τίτλους τέλους, το that’s all folks με τον Μπαγκς ακόμα να σου κλείνει το μάτι πριν πέσεις για ύπνο. Ένα τέτοιο μαγικό Σαββατιάτικο πρωινό ήταν που αποφάσισες ότι στις επόμενες απόκριες θα ντυνόσουν Μπαγκς, άντε, άμα ήσουν το χοντρό σπασικλάκι του Δημοτικού, Έλμερ Φαντ. Γιατί, λοιπόν, με τέτοιο παρελθόν να μην νιώθεις τώρα στα τριαντα φέυγα σου ένας Γκοντάρ ο Νεότερος; Όταν μπορείς και διαβάζεις -στα γαλλικά παρακαλώ- με ποιους ήθελε να πει τι-πως-και-που ο Δάσκαλος στους τίτλους τέλους; Αλλα, ας μην το χοντραίνουμε. Τα πράγματα είναι πιο απλά και ενίοτε χολυγουντιανά. Γιατί στον Σνίκετ, να μην σου αναγνωρίσουν κάτι, φερειπείν, από το attitude του Κόμη Όλαφ, κατα κόσμον Τζιμ Κάρεϋ, όταν μόνο εσύ ξέρεις το όνομα της make up artist που τον έκανε να φαίνεται θείος
κακός, δυο γενιές μεγαλύτερος, έτοιμος να κατασπαράξει τα φτωχά ορφανά Μπωντλαίρ; (Απλές απορίες) Γιατί, άραγε;


Αλίμονο, αλλά
η απάντηση έρχεται απρόσμενα δύο καθίσματα παραδίπλα στην πίσω σειρά. Είναι εκείνη η ασπρομάλλα γιαγιά που, πρώτον, είναι δυο γενιές μεγαλύτερη από σένα, δεύτερον, βλέπει δύο γενιές παραπάνω σινεμά απο σένα και, τρίτον -και χειρότερο, έχει ζήσει στην Αμερική δυο γενιές πριν απο ‘σενα. Αρκετές όλες για να ξεχωρίζει στο όνομα εκείνης της
Vania Pappas κάπου στη μέση των τίτλων τέλους το όνομα της εγγονής της και με περηφάνια να το διαλαλεί στην αειθαλή παρέα της. Σαν ίππος στο L12 της αίθουσας του Απόλλωνα, η γιαγιά Παπακάτι με μια ματιά ελιγμού κατατροπώνει το πιόνι της K10 (δηλαδή εσένα) που νόμιζε ότι ήταν αξιωματικός και κοίταζε τη πίσω αριστερή διαγώνιο σαν μαύρος νάρκισσος. «Να, στην ίδια ηλικία με το παλληκάρι είναι η Ευανθία μας!» (Παλληκάρι;) Για ‘σένα μιλάει! Ξαφνικά, ο κόσμος από σελιλόιντ και αστρόσκονη που περίτεχνα και με κόπο έπλασες καταρρέει. Η εκλεκτή οικογένεια των "τιτλάκηδων" έχει και μέλη που δεν τα περίμενες. Και, δυστυχώς, αν η γιαγιά Παπακάτι έχει και λεει για τ’ όνομα της εγγονής της, με τρόμο συνειδητοποιείς πως άλλοι τιτλάκηδες απλά έχουν χόμπυ να ψαρεύουν απ’ τους τίτλους τέλους ονόματα που ελληνοφέρνουν αναφωνόντας «να, κι αυτός Έλληνας είναι». Ω, επίβουλες Μούσες! Οι παρα-φινάτοι μικροαστοί των 60’s εισέβαλαν και στο πιο απόρθητο οχυρό των εκλεκτών 00’s
! Θα προτιμούσες τότε, ναι, να βγείς γρήγορα απ’ το σινεμά και να ανάψεις δυο τζούρες στα γρήγορα στη Σταδίου, μήπως και επανέλθει το στραπατσαρισμένο σου κοσμοπολίτικο ίματζ στα σωστά όριά του -παίρνοντας κάτι απ’ τα φώτα των αυτοκινήτων, κάτι απ’ τις βιτρίνες του Άττικα πιο πάνω, κάτι τελοσπάντων απ’ τη βραδινή μποέμ/ιλουστρασιόν Αθήνα.


Θα αναρωτιέσαι, αναγνώστη,
προς τι όλο το κακό για τη μια αυτή φορά που έχασες τη γκλαμουριά σου, αφού και καιρό έχεις να πας σινεμά και συνήθως στο διάλειμμα όποτε πας η φίλη σου σού ζητά να φύγετε γιατί το έργο δεν της αρέσει. Μην κολλάς τώρα που μια γριά και δέκα νοματαίοι κάθονται στο τέλος και αστράφτουν περισσότερο από ‘σένα. Δες το κάπου σαν μια ευκαιρία να πάρεις θάρρος και την επόμενη φορά να διώξεις τη χαζοφίλη σου και να αγνοήσεις τις γριές κλώσσες φεύγοντας μονάχα αφότου έχει αρχίσει η επόμενη προβολή στις 11. Αλλά, τελικά, μάλλον το κακό είναι σε ‘σενα τον ίδιο. Αναλογίσου, αναγνώστη, αν το χειμώνα που έρχεται μπορείς να είσαι μαζί στ’ αλήθεια με όλους όσους νομίζεις ότι πρέπει να είσαι. Σκέψου αν ανήκεις πράγματικά εκεί που θες να πιστεύεις ότι ανήκεις. Γιατί κυνηγάς ανώφελα τις λάθος εικόνες, τις λάθος στιγμές; Μήπως τελικά, ήρθαν οι τίτλοι τέλους για κάποια πράγματα; Μήπως πρέπει να αρχίσεις να κάνεις πράγματα καινούρια ή να τα πάρεις από την αρχή; Αν και παραμύθι, στο τέλος, τα ορφανά Μπωντλαίρ σώθηκαν και κανείς δεν ξανάδε τον κακό θείο τους. Μια κακή δουλειά, μια κακή οικογένεια, μια κακή σχέση, είναι, παν’ απ’ όλα, να μην είσαι ο εαυτός σου. Όχι, ο οποιοσδήποτε εαυτός σου, μα ο καλύτερος απ’ όσους κρύβεις. Μόνο που τώρα δεν μπορείς να ντυθείς Μπαγκς -αν αυτό είναι το καλύτερο για ‘σενα, ούτε είσαι ο Τζιμ Κάρευ. Αδιέξοδο; Δεν πειράζει! Κάποιος είσαι τελοσπάντων. Τουλάχιστον, σου αρέσουν τα γραφικά της ταινίας. Και στο σινεμά να μην πας, θα τα ξαναδείς στο βίντεο, στο δεύτερο δισκάκι. Μόνος εσύ ανάμεσα στους πολλούς θα απολαύσεις αυτό που οι άσχετοι αγνοούν. Θα έχει και μπυρίτσες στο ψυγείο. Και που ξέρεις; Ίσως την επόμενη φορά, που θα είσαι έτοιμος ψυχολογικά να πας στον Απόλλωνα, να είναι κι η
miss Vania Pappas
στην αίθουσα ψάχνοντας ανιματέρ γαμπρό!


(...Πραγματικός ο εαυτός σου, Έλμερ Φαντ!)


Ιούλιος 2007

Digiholic celebrities (ή πως να γίνεις θεός στο Facebook)



"Άρχισε σαν ένα αστείο
Ένα απ' τα πειράγματά μου για να δω
Εάν με κάποιο τρόπο θα μπορούσα να σε φτάσω

Βούτηξα στις ακτές σου
Μέσα από ένα ανοιχτό παράθυρο
Ίσα μόνο για να σε βρω τελείως μονάχο

Πρέπει να σε επμιστευτώ ξέρεις
Φάντασμα ψηφιακό
Αλλά φοβάμαι ότι υπάρχει τόσος πολύς χρόνος
Μονάχα γιατί το εσύ που ήξερα ξεθωριάζει"

(Tori Amos, Digital Ghost, 2007)



Ένα «βιβλίο με πρόσωπα» τείνει να κατακτήσει όλο και περισσότερους νέους που ζουν κι αναπνέουν στο ίντερνετ. Είναι πρόσωπα καθημερινά, γήινα, που ανακαλύπτουν συνήθειες και φίλους απ’ όλο τον κόσμο, κυνηγώντας την πιο υποτιμημένη ανάγκη της εποχής μας: την ανάγκη να ανήκεις σε μια ομάδα.


Αν για κάθε νέο αντιστοιχεί και μια ιδέα, τότε η ομορφιά δεν θα μπορούσε παρά να έχει αμέτρητα πρόσωπα. Κι αν ο κόσμος είναι τόσο μικρός που να χωράει σε ένα βιβλίο, τότε τα πρόσωπα αυτά θα έφτιαχναν το πιο ωραίο εξώφυλλο. Στη παγκόσμια κοινότητα του Facebook αρκετοί νέοι είναι «διάσημοι» για πολλά πράγματα. Άλλοι γιατί έκαναν σπουδαίες πράξεις (ή έστω έτσι διατείνονται), άλλοι γιατί έκαναν όσα οι υπόλοιποι δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν, άλλοι γιατί είναι απλά ο (ωραίος ή άσχημος) εαυτός τους κι άλλοι γιατί είναι απλά αναγνωρίσιμοι, κατά το ελληνικότερον, celebrities. Αυτό το τελευταίο πολλά faces/πρόσωπα θα ‘θελαν να το είχαν. Γιατί το να είσαι διάσημος όλοι κάποτε το ονειρεύτηκαν. Στη δεκαετία του ’60, αυτό θα σήμαινε τουλάχιστον δεκαπέντε γουορχολικά λεπτά μπροστά στους δέκτες μιας ασπρόμαυρης philips. Στη δική μας, όμως, εποχή μεταφράζεται σε άπειρα pixels και kilobytes εκτεθειμένα στα ψηφιχολικά βλέμματα εκατομμυρίων χρηστών του ίντερνετ. Σ’ αυτήν την περίπτωση διάσημος δεν είναι μόνο αυτός που εκτίθεται μα κι αυτός που εκθέτει. Η λάμψη συνεγείρει το ψηφιακό πλήθος εγκλωβίζοντας στις σελίδες του παγκόσμιου ιστού την εικόνα που όλοι θα ήθελαν για τον εαυτό τους.

Το Facebook ήρθε να καταγράψει στις σελίδες του κάθε εκατοστό νεανικής ματαιοδοξίας. Από την Ωραία Ελένη ως την Έλενα Παπαρίζου, οι Έλληνες πάντα είχαν μια δικαιολογία για να ξεκινήσουν πολύχρονο πόλεμο (για ένα αδειανό πουκάμισο καταπώς λέει ο ποιητής). Φαν και αντιφάν της λυγερόκορμης ευρωπερσόνας απ’ τη Σβεριγγία στήνουν ιστοσελίδες-παγίδες για κάθε τολμηρό συνομήλικο που ψάχνει φίλους. Κάποιες χιλιετίες πριν, ο τυφλός Όμηρος είδε αυτό που σήμερα οι περισσότεροι γραφιάδες αρνούνται να δουν: ότι ο πόλεμος μεταξύ των ανθρώπων φτάνει να γίνεται στο τέλος πόλεμος μεταξύ των θεών τους. Ο ψηφιακός ιστός της ματαιοδοξίας πλέκεται από κοινού, από εκθέτες και εκτιθέμενους (ή εκτεθειμένους). Τόσο που στο τέλος να μην έχει σημασία ποιος πρώτος τον έφτιαξε. Η ιστοσελίδα του God Sakis είναι ταυτόχρονα το μέρος που ο Θεός αποκαλύπτεται στους πιστούς του, αλλά και το μέρος συνάθροισης των απανταχού πιστών. Ανακαλύπτοντας στο Facebook τον χρήστη Despoina Vandi, δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος αν είναι πράγματι η Θεά ή κάποιο άγνωστο πρόσωπο που βρήκε την ευκαιρία να μεταμορφωθεί σ’ Αυτήν. Πατώντας το “poke” κάνεις φλερτ στο είδωλό σου. Γίνεσαι το ίδιο το είδωλο για να ανακαλύψεις σε κάθε επόμενο “poke” των άλλων πως είναι να σε λατρεύουν. Το «βιβλίο με τα πολλά πρόσωπα» γίνεται έτσι η αρχή για πολλές όμορφες και (εξω)γήινες φιλίες. Η ματαιοδοξία του ενός δίνει τη θέση της στη σιγουριά της ομάδας και το πρόσωπο της Άννας της διπλανής πόρτας μοιάζει σαν να βγήκε απ’ το τελευταίο εξώφυλλο της θεάς Άννας που όλοι νομίζουμε πως ξέρουμε.

Στην μικρούτσικη εποχή μας, οι Έλληνες celebrities είναι τόσοι πολλοί όσο πολλά είναι τα πρόσωπα των θαυμαστών τους. Κι όσο πιο νέοι οι θαυμαστές, τόσο πιο σίγουρο πως οι θεοί δεν θα πεθάνουν ποτέ. Τελικά, αδικούμε τους διάσημους άγνωστους του Facebook αν μιλάμε μόνο για ματαιοδοξία. Είναι νέοι και ωραίοι και θέλουν να νιώθουν έτσι χωρίς να πρέπει να το αποδεικνύουν συνεχώς. Θέλουν να ανήκουν κάπου όπου να μπορούν οι άλλοι να τους καταλαβαίνουν με την πρώτη ματιά. Μα πολύ περισσότερο θέλουν να ανήκουν κάπου όπου θα μπορούν να μην νιώθουν ευάλωτοι. Μοναδικό όπλο τους το χιούμορ. Παίζουν με τα στερεότυπα, παίζουν με τις αποστάσεις, παίζουν με τα ονόματα, παίζουν με την καθημερινότητα. Νιώθουν πρωτοετείς σε μια ζωή που δε λεει να αρχίσει. Κι ας έχουν adsl σύνδεση με το παρόν. Στις δεκαετίες των μπαμπάδων τους είχε νόημα να γίνεις διάσημος, ξεκινώντας άσημος από τα πολύ σκοτεινά υπόγεια για να δείξεις στον κόσμο του δρόμου ως που φτάνει η κορυφή - χωρίς στο τέλος να μπορείς να ξεφύγεις απ’ την εκτυφλωτική λάμψη και τη μοιραία πτώση. Οι δικοί μας σημερινοί celebrities έχουν προλάβει να κατακτήσουν την κορυφή πριν καν κάνουν το πρώτο τους βήμα. Σαν να ήταν πάντα εκεί. Μετέωροι. Κάνοντας κάθε φορά login στο Facebook βρίσκεσαι ανάμεσά τους. Αλλά τώρα, φεύγεις και ξαναμπαίνεις όποτε εσύ θες. Πριν βαρεθείς, πριν η λάμψη γίνει ρουτίνα, πριν εθιστείς και πέσεις. Αν δεχτούμε ότι ο εθισμός στη λάμψη είναι μεταδοτικός, η ίδια η λάμψη δεν θα σ’ άφηνε ποτέ να το δεις αυτό. Αλλά, τούτη τη φορά διαλέγεις εσύ πόσα διάσημα λεπτά, ή μάλλον πόσα διάσημα kilobytes, θα κρατήσει η όμορφη εικόνα του εαυτού σου. Διαλέγεις, πειραματίζεσαι με την εικόνα σου, διαλέγεις εσύ... Είναι πράγματι έτσι; Το Facebook έχει εξώφυλλο, μα δεν τελειώνει πραγματικά ποτέ. Όσο εύκολα γίνεσαι αγαπητός και διάσημος, τόσο εύκολα ξεφυλλίζεσαι και ξεχνιέσαι. Το να ανήκεις σε μια ομάδα είναι, τελικά, το ίδιο δύσκολο με το να ξέρεις ποιος είσαι. Κι έχει πολύ φως εκεί μέσα για να μπορέσεις να δεις καθαρά.

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007