Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Lord of War


Η σύλληψη του Ρώσου έμπορου όπλων, Βίκτορ Μπουτ, έφερε στην επιφάνεια μια από τις τρομερότερες ιστορίες πολέμου, θυμίζοντας γιατί στην κούρσα των εξοπλισμών δεν υπάρχει ασημένιο μετάλλιο.


Η αποπνικτική ατμόσφαιρα θυμίζει πόλεμο που γίνεται μακριά και σε πολλά μέρη ταυτόχρονα. Μέσα στο μπαρ, κάθε λογής δολοφόνος βουτάει στο αλκοόλ μέχρι την επόμενη αποστολή του. Η παρέα ενός νεαρού, του ηλικιωμένου συνοδού του, του ανθρωποειδούς που περιμένει στην έξοδο κι ενός μικροσκοπικού ρομπότ φέρνει ένταση. Όπως σε κάθε καλή ιστορία, έτσι και στον «Πόλεμο των Άστρων» του Τζορτζ Λούκας, οι καλοί παλεύουν και νικούν. Στην παρέα των καλών προστίθεται ο αμφιλεγόμενος πιλότος, Χανς Σόλο, και ο τερατόμορφος λοστρόμος του. Η περιπέτεια άρχιζε. Το 1977, το φιλοθεάμον κοινό της Δύσης διασκέδαζε με σκηνές Φαρ Ουέστ από άλλους πλανήτες, ανακαλύπτοντας παρόλα αυτά τη σημασία που έχει το ντηλ με έναν καλό πιλότο, όταν κανείς θέλει να ξεφύγει από τους διώχτες του και να επιβιώσει.

Τριάντα χρόνια μετά, κάτω στη Γη, οι πόλεμοι παίζονται σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση χωρίς να ξεχωρίζουν οι καλοί από τους κακούς. Στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, υπάρχει έντονη η οσμή της ερήμου. Μόνο τα γκρίζα κτίρια σπάνε τη μονοτονία του ορίζοντα. Οι άνθρωποι κινούνται σταθερά σε καθορισμένες πορείες. Η στρατιωτική παρουσία είναι έντονη. Και ο πιο ανυποψίαστος παρατηρητής θα καταλάβαινε πως σε αυτό το χώρο συμβαίνουν πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται. Τα ανυψωτικά μηχανήματα έχουν πλημμυρίσει τις αποβάθρες φορτοεκφόρτωσης σαν μηχανικά μυρμήγκια, κουβαλώντας από βαρέλια πετρελαίου μέχρι αυτοκίνητα μεταφοράς προσωπικού και βέβαια εκείνες τις ατέλειωτες κούτες αλληλογραφίας με την κρυφή ιστορία της εποχής κωδικοποιημένη σε γράμματα, σφραγίδες και γραμματόσημα. Τα αμερικανικά μεταγωγικά, που έρχονται και φεύγουν κατά δεκάδες, επιχειρούν σε πληρότητα από την αρχή του πολέμου το 2003. Για τις δε αμερικανικές ιδιωτικές εταιρίες είναι πολύ επικίνδυνο να αναλάβουν τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού που περισσεύει. Η φύση απεχθάνεται τα κενά. Ακόμα και η φύση της ερήμου. Αυτή τη φορά το κενό στις μεταφορές καλούνται να καλύψουν αεροπορικές εταιρίες από γειτονικές χώρες με σαραβαλιασμένα αεροπλάνα και ριψοκίνδυνους πιλότους, συνήθως Ρώσους, που ταιριάζουν στο μισθοφορικό κλίμα που επικρατεί στη Βαγδάτη. Ο Χανς Σόλο του Λούκας δίνει τη θέση του σε έναν πιλότο της εποχής μας που το όνομά του δεν θα μάθουμε πιθανόν ποτέ. Στον πραγματικό πόλεμο, δεν υπάρχουν ήρωες. Όσα πιο πολλά ξέρεις, τόσο πιο εύκολα σκοτώνεσαι. Αν νομίζεις ότι ξέρεις τα πάντα, ή είσαι ήδη νεκρός, ή είσαι ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς Μπουτ, ο μεγαλύτερος και πιο αδίστακτος έμπορος όπλων της εποχής μας.

ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Είμαστε στο 2004 και από τα μέσα του έτους με αφορμή δημοσιεύματα σε αμερικανικό και βρετανικό τύπο, είχε αρχίσει να γίνεται φανερό στους Αμερικανούς αξιωματικούς του αεροδρομίου της Βαγδάτης πως θα αντιμετώπιζαν ένα επιπλέον πρόβλημα, αυτή τη φορά όχι στρατιωτικής φύσης. Ύστερα από άρθρο του Newsweek (20 Δεκ 2004), οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι στην Ουάσινγκτον έπρεπε με κάθε τρόπο να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις από τον ισχυρισμό πως η τεξανική μεταφορική εταιρία BRB -από αυτές που επιχειρούσαν στο αεροδρόμιο της ιρακινής πρωτεύουσας μεταφέροντας σκηνές του στρατού, υλικό και προσωπικό- άνηκε στον Βίκτορ Μπουτ. Ανάλογες εντυπώσεις είχε αφήσει η καταγγελία βρετανικής εφημερίδας νωρίτερα το ίδιο έτος για την εταιρία Irbis, η οποία υποστηρίχθηκε στο δημοσίευμα πως μετέφερε προκηρύξεις του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ από την Βάση της Κεντρικής Αεροπορικής Διοίκησης στο Κατάρ. Η αλήθεια δεν θα μπορούσε να είναι πιο ενοχλητική.

Βέβαια, το φορτίο αυτό ήταν κατά μια έννοια αθώο σε σχέση με το διαχρονικά τυπικό φορτίο των εξήντα και πλέον σκαφών του στόλου της ρωσικής Irbis Ο τριανταεπτάχρονος Βίκτορ Μπουτ –ή Βίκτορ Μπουλάκιν ή Βαντίμ Αμίνοφ, όπως αναφέρεται στα πολλά διαβατήριά του- είχε στείλει μέσω των αεροπλάνων του συστημένα από νάρκες και αυτόματα Καλάσνικοφ έως αντιαρματικά και πυραύλους άερος-εδάφους σε όλα σχεδόν τα πολεμικά πεδία μαχών της υφηλίου. Για κάθε χρόνο από το 1995, σχεδόν 500.000 άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους από τυφέκια σαν τα AK-47 -τα γνωστά καλάσνικοφ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Διεθνούς Αμνηστίας. Η ζήτηση του συγκεκριμένου όπλου αυξανόταν συνεχώς όσο τα πολεμικά μέτωπα ξεσπούσαν σε όλο και περισσότερες γωνιές του πλανήτη και έφτασε να αποτελεί το 1/5 από τα 500 εκατομμύρια μικρού μεγέθους όπλα που διακινούνταν παγκοσμίως, όπως ανακοινώθηκε δύο χρόνια μετά στο «UN World Conference on Small Arms and Light Weapons» (26 Ιουν 2006). Σύμφωνα με έγκυρους αμυντικούς αναλυτές, ο Μπουτ δεν είχε αφήσει πολέμαρχο -από τη Σιέρα Λεόνε μέχρι την Κολομβία και την Αγκόλα- που να μην προμήθευσε με καλάσνικοφ. Έχει λεχθεί πως όταν ξεσπά ένας πόλεμος, η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα. Μόνο που για τον Βίκτορ Μπουτ, σε αντίθεση με τους αξιωματικούς στη Βαγδάτη, αυτό ήταν κάτι που ουδέποτε τον αφορούσε. Αυτό που ήταν πάντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του ήταν το κέρδος.

Ήδη από το 2000, οι αμερικανικές αρχές ήταν ανάμεσα σε αυτούς που παρακολουθούσαν από κοντά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Ρώσου με την ελπίδα να καθηλώσουν το φορτίο θανάτου που τον έκανε πλουσιότερο κάθε φορά. Κατά καιρούς, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών είχε επανειλημμένα επιχειρήσει να παγώσει τις καταθέσεις του και να επιβάλει πρόστιμα σε όσους συνεργάζονταν μαζί του. Όμως, η πηγή του κακού βρισκόταν πολύ πιο κοντά από όσο θα μπορούσαν οι ιθύνοντες της Ουάσινγκτον να φανταστούν. Μεταξύ 2003 και 2004, η Irbis έφερε εκατομμύρια δολάρια στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Βίκτορ Μπουτ, πραγματοποιώντας εκατοντάδες πτήσεις στον εναέριο χώρο του Ιράκ, απ’ τις οποίες περίπου χίλιες ήταν στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Σύμφωνα με μεταγενέστερη αναφορά της Defense Logistics Agency, η συμφερόντων Μπουτ τεξανική εταιρία Air Bas προσγειώθηκε για ανεφοδιασμό σε αμερικανικών συμφερόντων εγκαταστάσεις ακριβώς 142 φορές μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου του 2004 -σχεδόν μία για κάθε μέρα.

Η υπογραφή από τον Πρόεδρο Μπους το καλοκαίρι του 2004 νόμου, που απαγόρευε σε αμερικανούς πολίτες οποιαδήποτε επιχειρηματική συναλλαγή με τον Μπουτ και τις επιχειρήσεις του, δεν άλλαξε ουσιαστικά τίποτα. Οι δυσκολίες του πολέμου στο Ιράκ έδειξαν πως όταν οι εμπορικές αντιλήψεις δύο μερών ταυτίζονται, οι όποιες ιδεολογικές διαφορές τους μπορούν να περιμένουν. Οι αμερικανικές δυνάμεις κατοχής είχαν άμεση ανάγκη από εξυπηρετήσεις, όπως αυτές που μπορούσαν να προσφέρουν τα σαραβαλιασμένα αεροσκάφη του Μπουτ για να ανοικοδομήσουν το Ιράκ. Τα δημοσιεύματα κατέδειξαν πως συνεργάστηκαν μαζί του και έτσι απλά ο Μπουτ βγήκε ακόμα πλουσιότερος από άλλον ένα πόλεμο. Τελικά, ο Αμερικάνος φορολογούμενος συνείσφερε γύρω στα 60 εκατομμύρια δολάρια στις επιχειρήσεις του Μπουτ. Λιγότερα από τα 50 εκατομμύρια δολάρια που πήρε ο Μπουτ από τους Ταλιμπάν στα χρόνια της παντοδυναμίας τους, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90.

Ο ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΒΙΚΤΟΡ

Ήταν τότε που ξεκίνησαν όλα. Πριν από την παγκοσμιοποίηση ήταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης που έσπρωξε τον νεαρό Βίκτορ πιο κοντά στο εύκολο χρήμα από όσο επέτρεπε η ταπεινή καταγωγή του. Οι έμποροι όπλων δεν ανακαλύφτηκαν το 1990. Αυτό που έκανε ξεχωριστό τον Βίκτορ Ανατόλιεβιτς δεν ήταν ότι μπήκε στο παιχνίδι των εξοπλισμών, αλλά η ταχύτητα με την οποία διεκπεραίωνε τις υποθέσεις του. Όταν οι παραδοσιακοί παίκτες συνωστίζονταν στα κοσμοπολίτικα σαλόνια της Κυανής Ακτής και τα πανάκριβα ξενοδοχεία του πρώην ανατολικού μπλοκ, μετρώντας κέρδη από τη «Σύγκρουση των Πολιτισμών» και το «Τέλος της Ιστορίας, αυτός έκανε τη βρώμικη δουλειά σε απευθείας επαφή με τους υποψήφιους αγοραστές του, μη διστάζοντας να πετάει τα αεροπλάνα του στις ζούγκλες του Κονγκό και τους απόκρημνους στενούς αεροδιάδρομους στο Παντζίρ του Αφγανιστάν. Εκεί που άλλοι προμήθευαν μόνο τα απαραίτητα χαρτιά για τη μεταφορά του παράνομου φορτίου, αυτός πρόσφερε ολόκληρο το πακέτο -που περιλάμβανε και τη μεταφορά του «προϊόντος».

Οι μέθοδοi του Βίκτορ Μπουτ είναι αμφιλεγόμενοι, όσο αμφιλεγόμενη υπήρξε κι η ζωή του. Γεννημένος την 13η Ιανουαρίου 1967 στη Ντουσάνμπε του Τατζικιστάν –σύμφωνα με το διαβατήριό του- ή στο Ασγκαμπάντ του Τουρκμενιστάν –σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου σε συνέντευξή του σε ραδιοσταθμό της Μόσχας το 2002, ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς υπήρξε αξιωματικός της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας και απόφοιτος του φημισμένου Στρατιωτικού Ινστιτούτου Ξένων Γλωσσών της Μόσχας. Άριστος γνώστης Αγγλικών, Γαλλικών, Πορτογαλικών, Ουζμπεκικών και διαφόρων αφρικανικών γλωσσών βρέθηκε να δουλεύει ως μεταφραστής σε ειρηνευτικές αποστολές στην Αγκόλα στα τέλη του ’80. Ο ίδιος αρνείται αυτό που περιγράφουν οι μυστικές υπηρεσίες την Μ. Βρετανίας και την Ν. Αφρικής ως θητεία στην KGB -από το 1985 έως το 1989 με βάση τη Ρώμη. Όλοι, όμως, είναι σε θέση να γνωρίζουν πως το Ινστιτούτο Γλωσσών, όπου εκπαιδεύτηκε, αποτελούσε τον προθάλαμο για την GRU (Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών) -τη σοβιετική υπηρεσία που ήλεγχε τη ροή όπλων και χρήματος από την ΕΣΣΔ προς τα επαναστατικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου. Ευρωπαίοι αναλυτές πιστεύουν πως η GRU μεσολάβησε ώστε ο Μπουτ να αγοράσει με 120.000 δολάρια τρία παλιά «Αντόνοφ» από το παροπλισμένο στόλο της πρώην ΕΣΣΔ. Αρχίζοντας πτήσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος, στο Βέλγιο και τη Δανία, επεκτάθηκε γρήγορα στην Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική εκμεταλλευόμενος τις πολεμικές συγκρούσεις που η δεκαετία του ’90 δεν προλάβαινε να γεννάει. Οι χώρες όπου ο ΟΗΕ είχε επιβάλει εμπάργκο όπλων υπήρξαν ο παράδεισος των επιχειρήσεών του. Αυτές μέσα σε λίγα χρόνια έφτασαν να απασχολούν 350 ανθρώπους -από ριψοκίνδυνα πληρώματα και πληρώματα συντήρησης αεροσκαφών, μέχρι οικονομικούς συμβούλους και εκτιμητές διαμαντιών που ταξίδευαν μέχρι την Αφρική για να εκτιμήσουν την αξία των «ματωμένων διαμαντιών» με τα οποία ο Μπουτ συχνά πληρωνόταν.

Δημιουργώντας ένα αποτελεσματικό δίκτυο μεταφοράς και προμηθειών φρόντισε παρόλα αυτά να μην ακούγεται το όνομά του. Ενδεικτικά, το 1999, ο βρετανικός Observer έγραψε για έναν βρετανό πιλότο που επανειλημμένα παραβίαζε το εμπάργκο όπλων κατά του Σουδάν και ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Βίκτορ Μπουτ. Το 1997, η νοτιοαφρικανική εφημερίδα Business Day ανέφερε ότι η Air Cess –συμφερόντων Μπουτ- άνοιγε γραφείο στη Σουαζιλάνδη. Στις 25 Αυγούστου του 1995, η Agence France Presse δημοσίευσε την είδηση ότι αεροπλάνο της εταιρίας Transavia που άνηκε στον Βίκτορ Μπουτ αναχαιτίστηκε κοντά στην Κανταχάρ από τζετ των Ταλιμπάν, οι οποίοι βρήκαν σε αυτό 30 τόνους αυτόματων AK-47. Το φορτίο προοριζόταν για τους Μουτζαχεντίν του Αχμάντ Μασσούντ που πολεμούσαν ενάντια στο καθεστώς των Ταλιμπάν. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, ο Μπουτ απελευθέρωσε το αεροσκάφος του και το φορτίο του βρήκε παραλήπτη στο πρόσωπο των νέων του συμμάχων. Η εξέλιξη αυτή δεν απασχόλησε τους Δυτικούς, οι οποίοι είχαν ξεχάσει τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ και ασχολούνταν τώρα με τη Βοσνία. Μόνο όταν στην δεύτερη θητεία Κλίντον, οι Αμερικάνοι έβαλαν στο στόχαστρο τους Ταλιμπάν, άρχισαν να προσέχουν περισσότερο τις κινήσεις του Ρώσου. Ακόμα και τότε, όμως, αυτός εξακολουθούσε να μην αποτελεί προτεραιότητα στη διεθνή σκακιέρα. Απεναντίας, τελειοποιούσε το δίκτυό του, εκμεταλλευόμενος την αναρχία που έφερε η παγκοσμιοποίηση στις διεθνείς σχέσεις των κρατών.

Για να έχει κανείς το δικαίωμα σε διεθνείς πτήσεις πρέπει να εγγράφει τα αεροσκάφη του σε κρατικά μητρώα. Για κάθε χώρα αντιστοιχεί μια σειρά γραμμάτων η οποία επιτρέπει την αναγνώρισή των αεροσκαφών από τις κατά τόπους αρχές όταν αυτά πετούν διεθνώς. Εγγράφοντας τα ίδια αεροσκάφη σε διαφορετικά μητρώα, ο Μπουτ απόφευγε τους προβλεπόμενους ελέγχους και πετούσε όπου και όπως ήθελε. Σύμφωνα με μια έρευνα των Ηνωμένων Εθνών από το 2000, ο Μπουτ συχνά επέλεγε να εγγράφει τα αεροσκάφη του στη Λιβερία του δικτάτορα Τσαρλς Τέυλορ, χώρα που είχε πουλήσει το μητρώο της σε ιδιωτικούς φορείς συμφερόντων του ίδιου. Με έδρα το Κεντ της Αγγλίας, το λιβεριανό Aircraft Registration Bureau πρόσφερε ένα πλήρες πακέτο υπηρεσιών από πιστοποιητικά καταλληλότητας πτήσεων, έγγραφα πτήσης, άδειες μεταφορών μέχρι πιστοποίηση πληρώματος σκαφών. Το γραφείο ήλεγχε επίσης το μητρώο της Ισημερινής Γουινέας. Με μερικές απλές εντολές στον υπολογιστή τα αεροσκάφη του Μπουτ εγγράφονταν εκεί υπό την επωνυμία Air Cess -όταν ασκούνταν διεθνείς πιέσεις στη Λιβερία να τα αποσύρει. Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους Ντάγκλας Φάρα και Στήβεν Μπράουν, που έχουν γράψει εκτεταμένα για αυτόν, ο Μπουτ χρησιμοποιούσε ως βάση σχεδόν όλων των πτήσεών του -από και προς τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας και την Μέση Ανατολή- το μικρό σεϊχάτο της Σαρίγια στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η κίνηση αυτή ήταν ευφυής, σχεδόν προφητική για μια εποχή που είδε το ριζοσπαστικό Ισλάμ να δημιουργεί εστίες αστάθειας παγκοσμίως. Τα ΗΑΕ ήταν η μόνη χώρα μαζί με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία που είχαν αναγνωρίσει την κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Την κυβέρνηση που πρόσφερε χώρο και προστασία στην Αλ Κάιντα και τον Οσάμα Μπιν Λάντεν. Το μικρό αεροδρόμιο της Σαρίγια ήταν ένας πλανήτης παρανομίας πολύ μακριά από τη Δύση, μα τόσο κοντά στα συμφέροντά της. Η περιπέτεια μόλις άρχιζε, χωρίς κανείς να μπορεί να πει με σιγουριά αν κάποτε θα είχε αίσιο τέλος και για ποιον.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ

Στις αρχές της νέας χιλιετίας, ο Βίκτορ Μπουτ είχε προλάβει να αναδείχτει στον μεγαλύτερο έμπορο όπλων του πλανήτη και υπήρξε η προσωποποίηση αυτού που πολλοί ακαδημαϊκοί ανά τον κόσμο περιέγραψαν θεωρητικά ως την υπερεθνική απειλή στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης. Άλλοι τον χαρακτήρισαν ως τον «Mr. McDonald’s του λαθρεμπορίου όπλων». Κανείς, όμως, δεν περίμενε το ξημέρωμα της 11ης Σεπτεμβρίου. Η διεθνείς κοινότητα υπέστη σοκ. Και για αυτούς που κινδύνευαν περισσότερο, είχε πολλή μεγαλύτερη σημασία πια το ποιος ήλεγχε τις ροές όπλων σε χώρες που υπέθαλπαν την τρομοκρατία. Από ένα σημείο και μετά οι πιέσεις υπήρξαν ασφυκτικές, με τις ΗΠΑ να στρέφονται για βοήθεια στις κυβερνήσεις της Νοτίου Αφρικής – όπου είχαν την έδρα τους μερικές από τις εταιρίες του Μπουτ- και του Βελγίου – όπου η αστυνομία επιδίωκε να σχηματίσει κατηγορίες εναντίον του Ρώσου για ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Όμως, ελλείψει στοιχείων και επαρκούς συνεννόησης, οι αμερικανικές προσπάθειες δεν απέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν τον Φεβρουάριο του 2002, η βελγική δικαιοσύνη κατάφερε τελικά να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες και να εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του για ξέπλυμα ποσού 325 εκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ 1994 και 2001, αυτός ιδιώτευε ασφαλής στη Μόσχα. Η Ρωσική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος έκδοσής του, αφού κατά την κρίση της δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις που να τον καταδικάζουν.

Μπορεί οι κατηγορίες να έμειναν στο ράφι, όμως αυτό που φάνηκε ξεκάθαρα στη συνέχεια ήταν πως για τους λόγους που ο Μπουτ αποτελούσε εχθρό για την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν για τους ίδιους λόγους και άσπονδος βοηθός τους. Ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 και η άνευ προηγουμένου ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων σε Ιράκ και Αφγανιστάν δημιούργησαν μια τεράστια ζήτηση στην αγορά μεταφοράς πολεμικού υλικού. Οι νόμοι της αγοράς λειτούργησαν πάλι υπέρ του Βίκτορ Ανατόλιεβιτς. Είναι ασαφές υπό ποιες συνθήκες βρέθηκαν αεροσκάφη του να εξυπηρετούν τις ανάγκες των δυνάμεων κατοχής στο Ιράκ. Η εταιρία KBR, την οποία οι Αμερικανοί ανακάλυψαν με αμηχανία στα δημοσιεύματα του 2004, επρόκειτο για τη «Kellogg, Brown & Root», θυγατρική της γνωστής Halliburton -που παλιότερα διοικούσε ο Αντιπρόεδρος Τσέηνυ. Η αντίδραση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων απέναντι στις εξελίξεις υπήρξε ετεροβαρής. Σύμφωνα με το περιοδικό Foreign Policy (Νοε/Δεκ 2006), η αμερικανική πολεμική αεροπορία κατήργησε τα συμβόλαια προμήθειας καυσίμων με τις εν λόγω εταιρίες. Ο στρατός, όμως, ισχυρίστηκε πως δεν είχε την αρμοδιότητα να καταγγείλει τα σχετικά συμβολαίων. Οι πτήσεις μεταφοράς για την KBR συνεχίστηκαν μέχρι τα τέλη του 2005. Η εταιρία το διέψευσε. Ανάλογες πτήσεις έγιναν και προς την αεροπορική βάση Μπαγκράμ του Αφγανιστάν. Ο Μπουτ φαινόταν ασταμάτητος.

Στις 26 Απριλίου 2005, εννέα μήνες μετά τον νόμο του 2004 και τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν, το όνομα του Ρώσου εμπόρου θα φιγουράρει σε υπηρεσιακή αναφορά του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών (Απρ 2005), μαζί με αυτό των συνεργατών του Σεργκέι Ανατόλιεβιτς Μπουτ, Ρίτσαρντ Αμάρ Σίσακλι, Σεργκέι Ντενισένκο και Βάλερυ Νάιντο, τις επωνυμίες δεκατεσσάρων αερομεταφορικών εταιριών και δεκαέξι άλλων επιχειρήσεων του, στις οποίες και επιβάλλονται οικονομικές κυρώσεις. Όμως, η εφαρμογή των κυρώσεων από την Κεντρική Στρατιωτική Διοίκηση στο Ιράκ καθυστέρησε σιωπηρά μέχρι να λήξουν τα συμβόλαιά που έτρεχαν. Στις 30 Νοεμβρίου 2005, η απαγόρευση κατά των τριάντα αυτών εταιριών υιοθετήθηκε από την Επιτροπή για την Λιβερία του Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σε συνέχεια του ψηφίσματος 1532 (2004) και του 1521 (2003) τα οποία επέβαλαν εμπάργκο όπλων, απαγόρευση εισόδου και πάγωμα λογαριασμών σε όσους σχετίζονταν με τον εμφύλιο στη Λιβερία, ανάμεσά τους οι Σίσακλι και Νάυντο.

Παρόλα αυτά, κανείς δεν έβλεπε με ποιο τρόπο οι όποιες κυρώσεις θα εμπόδιζαν κατ’ ουσιαστικό τρόπο τις δραστηριότητες του Μπουτ. Πόσο μάλλον την πιθανότητα να βρεθεί ενώπιον την δικαιοσύνης, ώστε να πάψει δια παντός το εμπόριο θανάτου που είχε στήσει εδώ και είκοσι χρόνια -κάνοντας ακόμα και το Χόλυγουντ το 2005 να του κλείσει το μάτι με την ταινία «Lord of War» («O Κυρίαρχος του Παιχνιδιού»). Οι απειλές των ΗΠΑ, αλλά και της Μεγάλης Βρετανίας προς χώρες όπως το Κονγκό και η Τανζανία που συναλλάσσονταν μαζί του δεν έδειξαν να πτοούν τον «έμπορο του θανάτου της Αφρικής» -όπως τον είχε αποκαλέσει από τις έδρες του Βρετανικού Κοινοβουλίου ο Άγγλος Υπουργός Εξωτερικός Πήτερ Χέιν το 2000. Εξάλλου, πάντα κάπου αλλού ένας πόλεμος ήταν έτοιμος να ξεσπάσει. Στο Ιράκ πάτησε το πόδι του μετά τους πεζοναύτες. Πάντα στην ώρα του. Εκμεταλλευόμενος τις ελλείψεις των εκεί γραφειοκρατικών μηχανισμών, αλλά και το πλεονέκτημα του να κινείται πολύ πιο γρήγορα από τους φιλόδοξους διώκτες του, ο Βίκτορ Μπουτ κατάφερνε πάντα να κλείνει τα συμβόλαια που ήθελε. Ό χρόνος που περνούσε, αλλά και ο πόλεμος που ερχόταν ήταν για αυτόν χρήμα.

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Από τις πολυτελείς επαύλεις του στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, απολαμβάνοντας την οικογενειακή γαλήνη που του πρόσφεραν η γυναίκα του, Άλα και η γεννημένη το 1994 κόρη του, βλέποντας ίσως τις συνέχειες του «Πολέμου των Άστρων» του Λούκας, ο 41χρονος Μπουτ θα μπορούσε εύκολα να πιστέψει πως είναι ανίκητος. Σε τίποτα δεν θα θύμιζε τον άνθρωπο που το εφτά χρόνια νωρίτερα το 2001 στο Κονγκό με είκοσι πάνοπλους στρατιώτες του πολέμαρχου Ζαν Πιερ Μπεμπά πέρασε με ελικόπτερα τα σύνορα και επέδραμε σε μια μικρή πόλη της Ουγκάντας διατάζοντας τους κατοίκους της να βρουν μπύρα που είχε τελειώσει από τις προμήθειές του πληρώματός του. Περισσότερο θα θύμιζε έναν τυπικό υπάλληλο κάποιας εταιρίας, παρά τον άνθρωπο που έκανε business με διαμάντια, νάρκες, καλάσνικοφ, σφαίρες και ρουκέτες για ελικόπτερα, ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με πολέμαρχους όπως οι Μασούντ, Μομπούτου, Τέυλορ και Μπεμπά. Ο Βίκτορ Μπουτ είναι ένας απλός γρίφος που κανείς δεν μπορεί να λύσει. Είναι ο άνθρωπος που συνέδραμε με ανθρωπιστική βοήθεια προς τα θύματα του καταστροφικού τσουνάμι στην Ινδονησία το 2004 και αυτός που διερεύνησε τις πιθανότητες επενδυτικών ευκαιριών στην αγροτική παραγωγή και τις τηλεπικοινωνίες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, εκφράζοντας το ενδιαφέρον του για την προώθηση των εθνικών πάρκων άγριας φύσης στη χώρα. Ο Ρουσλάν Πούκοβ, διευθυντής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών και Τεχνολογιών της Μόσχας χαρακτηρίζει τον Βίκτορ Μπουτ ώς «άνθρωπο της περιπέτειας που δεν έχει καμία σχέση με τους κλασικούς εμπόρους όπλων. Έχει το χάρισμα να επηρεάζει τους γύρω του και το προνόμιο να βγάζει χρήματα, αλλά μόνο σε εγκαταλειμμένες αγορές χωρών υπό το καθεστώς διεθνούς εμπάργκο, όπου κανένας άλλος δεν θα τολμούσε να πουλήσει».

Το 2007, εκδόθηκε το βιβλίο «Merchant of Death: Money, Guns, Planes, and the Man Who Makes War Possible». Οι συγγραφείς του βιβλίου, Ντάγκλας Φάρα και Στήβεν Μπράουν, αποκάλυπταν πως ο στόλος του Μπουτ πραγματοποίησε μεταφορές περίπου 10.000 όπλων στους κολομβιανούς αντάρτες του FARC μεταξύ Δεκεμβρίου 1998 και Απριλίου 1999. Δέκα χρόνια μετά, μια ανύποπτη είδηση της 1 Μαρτίου 2008 για τον θάνατο του νούμερο δύο στην ιεραρχία του FARC, Ραούλ Ρέγιες θα σημάνει την αρχή του τέλους, τόσο ήσυχα, όσο ήταν η αρχή. Σε συγκρούσεις των επαναστατικών δυνάμεων με τον κολομβιανό στρατό μέσα στα σύνορα του γειτονικού Εκουαδόρ, ο 59χρονος Λουίς Έντγκαρ Ντεβία, γνωστός ως «Ρέγιες» έπεφτε νεκρός. Οι κυβερνητικές δυνάμεις διέλυσαν από έδαφος και αέρα το στρατόπεδο των ανταρτών που βρισκόταν ένα μίλι από τα σύνορα, κατάσχοντας ανάμεσα στο πολεμικό υλικό και έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έξι μέρες μετά, ο Βίκτορ Μπουτ κατευθυνόταν αεροπορικώς από τη Μόσχα προς την Ταϋλάνδη για να διαπραγματευτεί την πώληση όπλων πέντε εκατομμυρίων δολαρίων στους απεσταλμένους του FARC.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Σαρλ ντε Μοντεσκιέ είχε πει πως μια αυτοκρατορία θεμελιωμένη στον πόλεμο μπορεί να συντηρηθεί μόνο με πόλεμο. Ακόμα κι αν δεν το είχε διαβάσει, ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς θα πρέπει να το είχε καλά στο νου πως δεν είχε επιλογή να σταματήσει αυτό που ξεκίνησε πριν είκοσι σχεδόν χρόνια. Όμως σε έναν πόλεμο παίρνουν μέρος πάντα περισσότεροι από ένας άνθρωποι, κι αυτό σημαίνει πως και για τους υπόλοιπους θα ίσχυε το ίδιο. Κανένας δεν σταματά. Φάνηκε, λοιπόν, πως και οι εχθροί του δεν σταμάτησαν. Κι αυτή τη φορά αποδείχτηκαν αποτελεσματικοί, μάλλον γιατί ήταν περισσότερο αποφασισμένοι. Ο Ρόμπερτ Ζαχάριεβιτς, πράκτορας της Αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών (DEA) επιβεβαίωσε στον Economist (15 Μαρ 2008) πως οι σύνδεσμοι της DEA προσποιήθηκαν τους αγοραστές. Η Υπηρεσία εξέδωσε διεθνές ένταλμα σύλληψης. Οι αστυνομικές δυνάμεις της Ταϋλανδης συνέλαβαν τον Μπουτ στο ξενοδοχείο του στη Μπανγκόκ στις 6 Μαρτίου.

Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν αυτό είναι το τέλος. Οι υποθέσεις για το αν θα βρεθεί ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου, για το αν η σύλληψή του σημαίνει ότι οι Ρώσοι έπαψαν να τον προστατεύουν, για το αν οι Αμερικανοί επιθυμούν πράγματι να ριχτεί φως στις υποθέσεις του και για το αν, εν τέλει, μαζί του θα κλείσει ένας κύκλος αίματος που άνοιξε το ’90 για να συνεχιστεί με αμείωτη ένταση στις μέρες μας, δίνουν και παίρνουν. Όποιο να είναι και όποτε έρθει αυτό το τέλος, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα ξαναϋπάρξει παρόμοια περίπτωση σαν αυτή του Μπουτ. Όχι επειδή η τιμή των AK-47 στη Σομαλία έπεσε το 2007 στα 15 δολάρια, ούτε γιατί η Ρωσία δεν είναι πια το ξέφραγο αμπέλι που ήταν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι γιατί στο μέλλον φιγούρες σαν αυτή του Βίκτορ Ανατόλιεβιτς Μπουτ θα πάψουν να μας κάνουν εντύπωση. Το κοινό της Δύσης δεν χρειάζεται άλλους πλανήτες για να δει πόλεμο. Και κανείς δεν είναι τόσο μακριά ώστε να κάνει πως δεν τον αγγίζει. Το μόνο κοινό που ίσως είχε ο Χανς Σόλο με τον Βίκτορ Μπουτ είναι πως κανείς τους δεν ζήτησε να γίνει ήρωας. Δυστυχώς για τον κόσμο, ο Ρώσος πρώην πιλότος έχει όλο το χρόνο του... κόσμου για να το καταφέρει.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Animus sanctus



Ο Ραφαέλ Ναδάλ ετοιμάζεται να αποδείξει για άλλη μια φορά πως είναι ο κακός δαίμονας του άγιου Ρότζερ Φέντερερ.


Οι θεατές της 5 Ιουνίου του 2005 στο στάδιο Ρολάν Γκαρός του Παρισιού βρίσκονταν μπροστά σε ένα παράξενο θέαμα. Τα κεφάλια όλων είχαν καρφωθεί στην επιβλητική μορφή ενός δεκαεννιάχρονου από την Ισπανία που διεκδικούσε τον πρώτο του τίτλο σε τελικό Grand Slam και έχει δηλώσει πριν τον αγώνα ότι είναι ένα μεγάλο όνειρό του να κερδίσει στην πρώτη του εμφάνιση στο συγκεκριμένο τουρνουά. Έχοντας στα ημιτελικά αποκλείσει το μεγάλο φαβορί, τον Ελβετό Ρότζερ Φέντερερ, δεν άφηνε περιθώριο σ’ αυτούς που πίστευαν ότι το τένις είναι πάνω από όλα ευελιξία και ταχύτητα να τον υποτιμήσουν. Το γαλλικό κοινό ήταν εξαρχής εναντίον του, αποδοκιμάζοντας «αυτόν τον μυώδη κτίστη» σε κάθε ευκαιρία. Απέναντί του, στεκόταν αμήχανος ο Μαριάνο Πουέρτα, πρωταθλητής της Αργεντινής. Ο αγώνας άρχισε. Ο νεαρός Ισπανός έχασε το πρώτο σετ, πήρε όμως πανεύκολα τα άλλα δύο. Το χωμάτινο γήπεδο δονούνταν από τις φωνές των λατίνων φαν των δύο παικτών. «Castigalo» στα ισπανικά σημαίνει «κατάστρεψέ τον». Μια παρότρυνση που θα μπορούσε να αναφέρεται και στους δύο αντιπάλους. Όμως, ταίριαζε μόνο σε έναν. Στο τέταρτο και πιο συγκλονιστικό -όπως αποδείχτηκε- σετ, ο ύψους 1,86 και 81 κιλών, ηλιοκαμμένος τενίστας, με το ιδρωμένη πράσινη φανέλα και τους καλογυμνασμένους δικέφαλους, μπήκε σαν ταύρος σε αρένα. Το ταμπλό θα γράψει το τελικό 3-1 με 6-7, 6-3, 6-1 και 7-5 υπέρ του Ισπανού. Όλοι αιφνιδιασμένοι μίλησαν για άθλο. Την ίδια χρονιά αυτός ο δεκαεννιάχρονος κατάφερε να κερδίσει έντεκα τίτλους. Περισσότερο από άθλος, ο τελικός του 2005 ήταν η αρχή μιας τρομακτικά ωραίας ιστορίας. Με πρωταγωνιστή τον Ραφαέλ Ναδάλ Παρέρα από την Μαγιόρκα.

ΧΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΡΥΛΟ

Το ιδιαίτερο επίτευγμα του Ράφα, όπως τον αποκαλούν οι φίλοι και θαυμαστές του, είναι ότι συνεχίζει έκτοτε να κερδίζει πάντα στο ίδιο τουρνουά. Το Ρολάν Γκαρός, ή Γαλλικό Όπεν όπως είναι γνωστό από το 1968, θεωρείται από τους περισσότερους ειδικούς το σπίτι του τένις στο χώμα. Ο θρύλος του τουρνουά πάει πολλές δεκαετίες πίσω. Το 1927, οι αποκαλούμενοι και «Τέσσερις Σωματοφύλακες», Ζακ Μπρυνιόν, Ζαν Μποροτρά, Ανρι Κοσέ και Ρενέ Λακόστ, νίκησαν τους Αμερικανούς πρωταθλητές μέσα στο σπίτι τους, φέρνοντας στη Γαλλία το πολυπόθητο Davis Cup. Παρόλα αυτά, δεν υπήρχαν στάδια στη Γαλλία που να μπορούν να στεγάσουν τις φιλοδοξίες για συνέχιση μιας τέτοιας επιτυχίας στο μέλλον. Τρια εκτάρια γης στο Porte d’Auteuil ήταν το δώρο της γαλλικής κυβέρνησης, που σε συνεργασία με το κλαμπ «French Stadium», αποφάσισε να χτίσει το Κεντρικό Στάδιο σ’ αυτό το προάστιο του Παρισιού. Ονομάστηκε «Ρολάν Γκαρός» προς τιμήν του Γάλλου αεροπόρου που πρώτος διέσχισε τη Μεσόγειο το 1913, για να πεθάνει σαν ήρωας πολέμου λίγο μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου. Το κόκκινο χωμάτινο τερέν του γηπέδου έχει πάνω του τις πατημασιές από τις αμέτρητες μονομαχίες μεγάλων τενιστών, αλλά και τα σημάδια από τις εκτοπίσεις Εβραίων από τους Ναζί που το χρησιμοποιούσαν ως φυλακή. Όλα αυτά κάνουν το Ρολάν Γκαρός έναν ιερό τόπο που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Έναν τόπο, όπου η Ιστορία γράφεται με πολλούς και συχνά αντιφατικούς τρόπους.

Η ιστορία του Ραφαέλ Ναδάλ είναι τέτοια. Γιός του πετυχημένου επιχειρηματία, Σεμπαστιάν Ναδάλ, επηρεάστηκε από τους θείους του που ήταν -επίσης πετυχημένοι- αθλητές. Ο Τόνι Ναδάλ, τενίστας σε εθνικό επίπεδο και ο Μίγκελ Άνχελ Ναδάλ, ποδοσφαιριστής που έπαιξε σε τρία Μουντιάλ με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας -γνωστός με το παρατσούκλι «το Κτήνος της Μπαρτσελόνα»- έβαλαν τον τετράχρονο Ράφα σε ένα δύσκολο στραυροδρόμι. Στον αθλητισμό πάντα υπάρχουν κακοτοπιές. Αλλά το παρελθόν της οικογένειας τού εξασφάλιζε πως ό,τι και να επέλεγε θα ήταν το ίδιο δυνατός και αποφασισμένος. Οι Ναδάλ ζούσαν στο Μανακόρ της Μαγιόρκα από τον 14ο αιώνα. Όπως οι περισσότεροι κάτοικοι των Βαλεαρίδων, έχουν και αυτοί καταλανική καταγωγή. Αιώνες πολέμων και κατακτήσεων σε αυτήν την μικρή γωνία της Μεσογείου, έχουν κάνει τους κατοίκους της σκληρούς, έτοιμους να καταστρέψουν κάθε αντίπαλο και να μην σταματούν, μέχρι να νιώσουν πως η απειλή έχει εκλείψει. Σε ηλικία δώδεκα ετών, ο Ράφα αποφάσισε τελικά να ακολουθήσει καριέρα τενίστα και όχι αυτήν του ποδοσφαιριστή, με προπονητή τον θείο του.

Από τότε έμαθε να «θυμώνει» με τη μπάλα του τένις και να την καρφώνει με όλη τη δύναμη που του επέτρεπε το τεράστιο σώμα του στο τερέν του αντιπάλου. Η επιτυχία τον κυνηγά σε κάθε σήκωμα της ρακέτας. Ο κόσμος του τένις είναι ένας κόσμος λαμπερός, όπου ρέει άφθονος χρυσός και ασήμι. Τα έπαθλα από τις νίκες και συμμετοχές του στα μεγαλύτερα τουρνουά του πλανήτη αρκούν για να εξασφαλίσουν ότι το όνομα των Ναδάλ θα συνεχίσει να εκφράζει μια σταθερή αξία δύναμης και αναγνώρισης στο χρόνο. Ο ίδιος θα παραμείνει ένα απλό παιδί που αγαπάει την οικογένεια και την πατρίδα του περισσότερο από κάθε τι. Παίζει play-station, λατρεύει το ποδόσφαιρο, πηγαίνει για ψάρεμα και μπάλα με τους φίλους του. Μένει στα καλύτερα ξενοδοχεία του κόσμου και συγκεντρώνει πάνω του τα βλέμματα των μεγαλύτερων ελίτ, όμως πάντα επιστρέφει στο Μανακόρ. «Ποτέ δεν σκέφτηκα να αφήσω τους δικούς μου. Το καλύτερο μέρος στον κόσμο είναι το σπίτι μου. Να ζω με τους θείους μου και τους γονείς μου μια φυσιολογική ζωή. Τα υπόλοιπα είναι μπούρδες» δηλώνει όπου σταθεί.

Είναι μόλις εικοσιενός, αλλά συμπεριφέρεται πολύ πιο ώριμα. Τον περασμένο Ιανουάριο ανακοίνωσε στο Τένις Κλαμπ του Μανακόρ την ίδρυση του Ιδρύματος Ράφα Ναδάλ με έδρα τη γενέτειρα του. Στο εγχείρημά του αυτό έχει την υποστήριξη όλης της οικογένειάς του. Ο προσανατολισμός του ιδρύματος είναι προς την κοινωνική βοήθεια και ανάπτυξη. «Τα πάω πολύ καλά και χρωστάω στην κοινωνία», θα πει. Ο Ράφα συνηθίζει να παρατηρεί καλά γύρω του τον κόσμο και δείχνει να καταλαβαίνει πολύ καλά ποια είναι η πραγματικότητα. «Ένα μήνα πριν ήμουν στο Τσενάι της Ινδίας και η αλήθεια είναι ότι εδώ πέρα περνάμε πολύ καλά». Μαζί με τον Ίκερ Κασίγιας της Ρεάλ είχαν παίξει παλιότερα σε φιλανθρωπικό αγώνα με σκοπό την καταπολέμηση της ελονοσίας. «Μαζέψαμε χρήματα που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί. Πρέπει να ευχαριστήσω τον Ίκερ που με κάλεσε. Τώρα ήρθε η ώρα να κάνω τη δική μου προσπάθεια και να αποφασίσω για το που θα πηγαίνουν τόσα χρήματα. Όπως όταν παίζω, κι εδώ θα δώσω το 100% των δυνάμεών μου. Εξάλλου, κάποια στιγμή το τένις θα σταματήσει». Το Ίδρυμα διακηρύττει πως επιδιώκει την προώθηση των σπορ ως εργαλείο ένταξης για όλες αυτές τις ομάδες αποκλεισμένων και κυρίως για τα παιδιά και τους νέους.

Ακόμα κι αν αναγκάζεται να ταξιδεύει πολύ, ακόμα κι οι θεατές φαίνεται να μην τον συμπαθούν εκ πρώτης όψης, ο Ραφαέλ Ναδάλ είναι ένας ευγενικός τύπος που ξέρει τένις και απολαμβάνει να νικάει και να προσφέρει. Είναι, ίσως αυτό που τρομάζει περισσότερο. Σε έναν κόσμο εκλεκτών και ευγενών, όπως το τένις, η κορυφή χωράει μόνο έναν, κι αυτή τη στιγμή, στην κορυφή υπάρχει ένας Άγιος που κανείς δεν θα ήθελε να τον δει να αποκαθηλώνεται.

FOR THE FATHER AND THE FATHERLAND

Ο Ραφαέλ Ναδάλ έχει καταφέρει να είναι ο σπουδαιότερος τενίστας του κόσμου, πλην ενός πολύ καλού Ελβετού. Από τον Απρίλιο του 2005 βρίσκεται στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης του επαγγελματικού τένις, πίσω απ` τον Ρότζερ Φέντερερ. Αν ο Ναδάλ είναι ένα μεσογειακό «τέρας» έτοιμο να πετάξει στη θάλασσα τον αντίπαλο με όπλο την ακλόνητη θέλησή του, ο Φέντερερ συμβολίζει την βορειοευρωπαϊκή καλοκουρδισμένη μηχανή που υπολογισμένα και σταθερά κάνει τη νίκη αυτονόητο προνόμιό της. Όμως, το 2006, ενώ με όλους τους υπόλοιπους ο Φέντερερ είχε ένα σερί νικών 90-1, εναντίον του Ναδάλ υστερούσε με 2-4, κάνοντας τη μηχανή να φαίνεται σκουριασμένη. Ο Ναδάλ έχει γίνει ο κακός δαίμονας του Φέντερερ. Για τους πιστούς του Ελβετού, αυτό φαντάζει με ιεροσυλία. Για αυτούς, το τένις ζει την «Εποχή Φέντερερ». Σε μια Δύση, που ανέκαθεν αρεσκόταν σε κάθε λογής μανιχαϊσμούς, η μονομαχία των δύο αποτελεί για τους πιστούς του καθενός την ύψιστη «θρησκευτική» ηδονή. Φέτος, τα δύο ιερά τέρατα του τένις αντιμετώπισαν μια οδυνηρή έκπληξη στα πρόσωπα των Νόβακ Ντζόκοβιτς και Μάρντυ Φίς, χάνοντας 6-3 και 6-2 σετ αντίστοιχα στο τελευταίο Pacific Life Open. Νωρίτερα στο Αυστραλιανό Όπεν απώλεσαν επίσης και οι δύο την ευκαιρία να προκριθούν στον τελικό. Ο Άγγελος και ο Δαίμονας των κορτ ακόμα δεν έχουν νικήσει φέτος σε μεγάλο τελικό. Φαίνεται μοιραίο να λύσουν τις όποιες διαφορές τους στο επερχόμενο Γαλλικό Όπεν.

Από το 2005, Ραφαέλ Ναδάλ και Ρότζερ Φέντερερ κυριαρχούν στο παγκόσμιο τένις, κατακτώντας έντεκα Grand Slams και δεκαενιά από τους εικοσιεπτά Μάστερς τίτλους. Παρότι ο εξαιρετικός Ντζόκοβιτς κέρδισε και τους δύο διαδοχικά φέτος σε Καλιφόρνια και Αυστραλία αντίστοιχα, εντούτοις τίποτα και κανένας δεν δείχνει ακόμα ικανός να μπει ανάμεσά τους. Στον περυσινό τελικό του Pacific Life, όπου ο Ναδάλ κέρδισε τον νεαρό Σέρβο, όλοι θυμούνται τον Ισπανό να σπάει κυριολεκτικά το άτυχο μπαλάκι σε ένα από τα θεαματικά σερβίς του. Η δύναμή του μέσα στο παιχνίδι είναι παροιμιώδης, ικανή να σκανδαλίσει το φλέγμα και του πιο αγγλοσάξονα θεατή.

Αλλά, παρατηρώντας τον στο κορτ, δεν είναι μόνο οι εκπληκτικές του σωματικές ικανότητες που σκανδαλίζουν και τραβούν την προσοχή. Ο Ραφαέλ είναι, ίσως, ο πιο προληπτικός από τους τενίστες αυτού του επιπέδου. Οι κινήσεις του -όχι μόνο στο παιχνίδι- δηλώνουν, αν μη τι άλλο, άνθρωπο με εξαντλητική πειθαρχία και προσήλωση. For the father and the fatherland. Πριν από κάθε αγώνα κάνει μπάνιο. Στο διάλειμμα του αγώνα απλώνει μια πετσέτα κάτω απ’ το στήθος του, ανοίγει δύο μπουκάλια νερό ταυτόχρονα και παίρνει ανεξήγητα δυο γουλιές απ’ το καθένα, για να τοποθετήσει και τα δύο ύστερα δίπλα δίπλα κάτω απ’ την καρέκλα του με ευθυγραμμισμένες τις ταμπέλες τους. Όταν ο διαιτητής καλεί αυτόν και τον αντίπαλό του για το στρίψιμο του νομίσματος, ο Ναδάλ πάντα κάνει τον άλλο να περιμένει. Τρέχει με κινήσεις μπόξερ μέχρι το δίχτυ για να επιστρέψει σπριντάροντας πίσω στη βασική γραμμή. Όταν αυτό το ιδιότυπο τελετουργικό λαμβάνει τέλος, αφήνει την πετσέτα στα παιδιά των πάγκων και αγγίζει διαδοχικά τις κάλτσες του, πρώτα την δεξιά και μετά την αριστερή, που είναι τέλεια αναδιπλωμένες στις γυμνασμένες γάμπες του. Φαίνεται κουραστικό και μόνο στη σκέψη. Καθόλου, βέβαια, κουραστικό για τον ίδιο τον Ναδάλ, έναν δεξιόχειρα, που παίζει με το αριστερό, καθηλώνοντας τον αντίπαλο στο κέντρο. Πέρα απ’ τις προλήψεις που καίνε τον εγκέφαλο, στο παιχνίδι του ο Ραφαέλ δεν πρόκειται ποτέ να δείξει πνευματική κατάπτωση.

ΝΕΜΕΣΙΣ

Αν το τένις είναι ένα παιχνίδι που θυμίζει τελετουργία υψηλής πνευματικότητας, τότε το τένις στο χώμα είναι η ύψιστη εκδήλωσή της. Εκεί ο Ναδάλ κυριολεκτικά δεν έχει αντίπαλο, μιας και κατέχει το μεγαλύτερο ρεκόρ συνεχόμενων νικών σε χωμάτινη επιφάνεια. Το σερί του φτάνει τις 81 νίκες (το μεγαλύτερο στην ιστορία του αντρικού τένις) από τον Απρίλιο του 2005 έως τον Μάιο του 2007, όταν δηλαδή ο Φέντερερ έκανε το break στο Μάστερς του Αμβούργου, επικρατώντας με 2-1 σετ (2-6, 6-2, 6-0). Απρόβλεπτος όπως πάντα, ο Ισπανός σταρ ζήτησε «ιπποτικά» από τον αντίπαλό του να του υπογράψει αυτόγραφο στο μπλουζάκι που φορούσε. Ήξερε πως, εν’ όψει Ρολάντ Γκαρός τον Ιούνιο, είχε την παράδοση μαζί του. Απ’ την άλλη, ο Ελβετός, αφού έσπασε το σερί του Ράφα σε χωμάτινο έδαφος, διατηρούσε την ελπίδα να επαναλάβει το κατόρθωμά του Αμβούργου για να ικανοποιήσει το μεγάλο του όνειρο: να κατακτήσει και τα τέσσερα Grand Slam (Αυστραλιανό, Ρολάν Γκαρός, Γουίμπλεντον, Αμερικανικό) σε μια χρονιά. Αυτό που μόλις πέντε αθλητές και αθλήτριες το έχουν καταφέρει στην ιστορία του παγκόσμιου τένις.

Τελικά, φαίνεται πως επικράτησαν οι προλήψεις έναντι της λογικής. Ο Ναδάλ θα κερδίσει τον Φέντερερ σε έναν συγκλονιστικό τελικό, όπου ο Ισπανός άσος επιβλήθηκε με 3-1 σετ (6-3, 4-6, 6-3, 6-4). Έτσι, ο Ναδάλ έγινε ο πρώτος άνδρας μετά τον μεγάλο Μπγιορν Μποργκ το 1980, που κατακτά τρεις διαδοχικές φορές το Ρολάν Γκαρός. Ο θριαμβευτής, εμφανώς ενθουσιασμένος από το θρίαμβό του, τόνισε: «Είναι αλήθεια. Αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, όμως δούλεψα πολύ σκληρά για να φτάσω μέχρι εδώ. Είμαι πολύ ευτυχισμένος και παράλληλα, αισθάνομαι και λίγο στεναχωρημένος για τον Ρότζερ, ο οποίος είναι φίλος και πραγματικός πρωταθλητής». Ο μεταφραστής μετάφρασε λάθος και οι θεατές νόμισαν ότι ο Ναδάλ επευφημούσε τον εαυτό του, αποδοκιμάζοντάς τον άδικα για άλλη μια φορά. Από την πλευρά του ο Φέντερερ, θα δηλώσει: «Φυσικά και είμαι στεναχωρημένος. Όμως πάλεψα και προσπάθησα. Θα επιστρέψω του χρόνου και θα κάνω το παν για να κατακτήσω αυτό το τουρνουά, το οποίο λατρεύω». Ένα χρόνο μετά, οι δυο τους μοιάζουν με πληγωμένα θηρία. Η συνάντηση που όλοι περιμένουν θα έκανε ακόμα και τον Ρενέ Λακόστ από εκεί που είναι να λοξοκοιτάξει προς το γήπεδο που ο ίδιος δόξασε ογδόντα χρόνια νωρίτερα. Στις υψηλές τελετουργίες, οι παρόντες είναι πάντα περισσότεροι από αυτούς που μπορεί κανείς να μετρήσει με το μάτι. Ακόμα κι αν στο τέλος νικούν οι δαίμονες.

Η νέα ερωμένη του βασιλιά


"Ω, καιροί, ω ήθη!" Με τα βλέμματα ενός ολόκληρου κόσμου στραμμένα πάνω τους, η -γυναίκα του Προέδρου- Κάρλα Μπρούνι ,αποδεικνύει τη σημασία του να είσαι ο -Γάλλος Πρόεδρος- Νικολά Σαρκοζύ.


Η 14η Νοεμβρίου ήταν μια μέρα εκπλήξεων για τους κοσμικούς κύκλους των Παρισίων. Στο προάστιο Marnes-la-Coquette, κανείς απ’ τους παρευρισκόμενους στο πάρτι του Ζακ Σεγκελά δεν φανταζόταν την εξέλιξη της βραδιάς. Οι καιροί που ο γηραιός οικοδεσπότης και πασίγνωστος διαφημιστής είχε λόγο στις δημόσιες σχέσεις όλων των Γάλλων Προέδρων απ’ τον Μιτεράν και μετά είχαν παρέλθει. Η Γαλλία είχε περάσει πλέον στην εποχή του Super Sarko, ενός 52άχρονου Προέδρου για τον οποίο έχει από καιρό φανεί πως βλέπει τη Γαλλική Δημοκρατία περισσότερο ως καλοβαλμένη ερωμένη, παρά ως γυμνόστηθη επαναστάτρια.

Ο Πρόεδρος περνούσε το κατώφλι της βίλας του Σεγκελά όταν αντίκρισε την Κάρλα Μπρούνι. Ο μύθος θέλει την Κάρλα, πρώην μοντέλο και νυν τραγουδοποιός, να παίζει κιθάρα τη στιγμή ακριβώς που καταφτάνει στο πάρτι ο Νικολά Σαρκοζί. Δεν ξέρουμε αν ο φιλοαμερικανός Γάλλος Πρόεδρος είναι φαν της φολκ ποπ μουσικής – που αρέσει στην Κάρλα, όχι όμως και στους κριτικούς της. Απέχοντας πολύ απ’ το να θυμίζει το «Πριν το Ξημέρωμα», η συνάντησή τους, έστω και υπό τους ήχους γλυκερών μελωδιών, έγινε σε ένα επιβλητικό σαλόνι με όλα τα τυπικά της γαλλικής αριστοκρατίας. Οι συστάσεις δεν θα μπορούσαν, φυσικά, να λείψουν. Όμως, ακόμα και σ’ αυτό, τα ήθη της προεδρίας είχαν αλλάξει. Η Κάρλα άφησε την κιθάρα στο πλάι και οι δυο τους κουβέντιαζαν συνέχεια, ενώ στο τέλος έφυγαν μαζί, κάτι που δεν παρέμεινε ασχολίαστο, αφού ο Super Sarko δεν έκανε τίποτα για να κρύψει τη διάθεσή του απέναντι στην Ιταλίδα καλλονή.

Ο επόμενος μήνας τούς έφερε ακόμα πιο κοντά. Κι αν πιστέψουμε τα έντυπα που ήθελαν τον Γάλλο Πρόεδρο να ακυρώνει το δείπνο του με τον Μουαμάρ Καντάφι για να βρεθεί μαζί της, τότε σίγουρα εκείνες οι κουβέντες στο Marnes-la-Coquette δεν αφορούσαν πολιτική ή τέχνη. Στα μέσα Δεκεμβρίου, οι δυο τους αποτόλμησαν και την πρώτη κοινή δημόσια εμφάνιση στη Eurodisney, με τον 6άχρονο γιο της Μπρούνι και τη μητέρα της. Η αδερφή της, Βαλέρια, θα ισχυριστεί στα περισσότερα έντυπα, που προστρέχουν για δηλώσεις τού ασυνήθιστου αυτού προεδρικού περιβάλλοντος, πως «η Κάρλα είναι απόλυτα ερωτευμένη», προσθέτοντας με νόημα: «Όταν η αδερφή μου θέλει κάποιον, τον παίρνει. Ακόμα και τώρα που είναι σχεδόν 40, ερωτεύεται σαν 16άχρονη!».

ΑΥΤΟΣ, ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Αν κανείς είχε την πολυτέλεια να παρακολουθεί τη ζωή της Κάρλα Μπρούνι όλα αυτά τα χρόνια, είναι κάτι που θα ξέρει ήδη. Η ομορφιά της πάντα γοήτευε τα media. Οι ερωτικές της κατακτήσεις περισσότερο. Στη Γαλλία, καταγράφονται τα ονόματα του δικηγόρου Άρνο Κλάρσφελντ, των ηθοποιών Βίνσεντ Πέρεζ και Σαρλ Μπέρλινγκ, καθώς και αυτό του πρώην Σοσιαλιστή πρωθυπουργού Λοράν Φαμπιούς. Εκτός Γαλλίας, μπορεί κανείς να αναφέρει τα ονόματα των Μικ Τζάγκερ, Έρικ Κλάπτον, Ντόναλντ Τραμπ και Κέβιν Κόστνερ. Για κάποιες απ’ αυτές τις σχέσεις, η Κάρλα πήρε το προσωνύμιο «αντροχωρίστρα» – και όχι άδικα, όπως θα έλεγε η κυρία Τζάγκερ. Κάποιες άλλες σχέσεις της –επαγγελματικές αυτή τη φορά– την έκαναν ένα απ’ τα είκοσι πιο καλοπληρωμένα μοντέλα της δεκαετίας του ’90, με αποδοχές που έφτασαν να αγγίζουν τα 7,5 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Στο λεύκωμα της ζωής της, έχουν αφήσει την υπογραφή τους οι κορυφαίοι της μόδας. Οι Christian Dior, Paco Rabanne, Sonia Rykiel, Christian Lacroix, Karl Lagerfeld, John Galliani, Yves Saint-Laurent, Chanel, Versace έχουν ντύσει την ωραία Ιταλίδα με εικόνες και υποσχέσεις που το βλέμμα ενός εγωκεντρικού Προέδρου θα απολάμβανε με κατακτητική διάθεση, όπως σε κάποια εποχή παλιότερα ο Καίσαρας την Κλεοπάτρα.

Η σημειολογία εδώ είναι εκπληκτική. Ανήμερα Χριστουγέννων, ένα κονβόι από θωρακισμένα αυτοκίνητα της αιγυπτιακής Προεδρίας κατευθυνόταν προς το φημισμένο ξενοδοχείο «Winter Palace», στην ανατολική πλευρά του Νείλου, στο Λούξορ. Σαρκοζί και Μπρούνι, με γυαλιά ηλίου και casual ρούχα, εγκαινίαζαν το ρόλο του προεδρικού ζεύγους μακριά απ’ τη Γαλλία. Ακολουθούσε η επίσημη επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στον Αιγύπτιο ομόλογό του. Όλοι αναρωτήθηκαν αν η καινούργια πρώτη κυρία της Γαλλίας θα ήταν η 39χρονη Μπρούνι. Στην πολιτική, οι απρόσμενοι έρωτες νομιμοποιούνται έξω απ’ το σπίτι και μακριά απ’ τους συγγενείς. Είναι κι αυτό πολιτική, όπως και να ’χει.

Όμως, η ματαιοδοξία καθρεφτίζεται το ίδιο εύκολα στο Νείλο όπως στο Σηκουάνα^ κάθε φορά αλλάζουν μόνο τα ιερά. Ο καθολικός Σαρκοζί, δύο φορές χωρισμένος και ελάχιστο καιρό μετά το χωρισμό του απ’ τη Σεσιλιά, επισκέφτηκε τον Πάπα στις 26 Δεκεμβρίου. Πολλοί θα μειδίασαν ειρωνικά, βλέποντάς τον μόνο του χωρίς τη φίλη του. Ακόμα και για τον Γάλλο Καίσαρα, οι τοίχοι του Βατικανού βαραίνουν περισσότερο απ’ τους ασβεστόλιθους του Λούξορ. Είναι κάτι που η ωραία Κάρλα θα πρέπει να συνηθίσει. Γυναίκες των Γαλατών αρχηγών υπήρξαν απ’ την Ντανιέλ του Μιτεράν και την Ιωσηφίνα του Ναπολέοντα μέχρι τη Μαρία Αντουανέτα του Λουδοβίκου και την Μπονεμίνα του Μαζεστίξ. Καμιά δεν βρέθηκε στο πλευρό του άντρα της χωρίς το φόβο της απώλειας.

Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

Τελικά, φαίνεται πως ακόμα κι αν δεν μίλησαν για πολιτική εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου, αυτή πάντα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή της Μπρούνι. Ίσως το σημαντικότερο. Η Κάρλα γεννήθηκε στο Τορίνο, απ’ τον Αλμπέρτο Μπρούνι-Τεντέσκι, τον μεγιστάνα των ελαστικών αυτοκινήτου Pirelli (ο οποίος ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντά του συνέθετε και όπερες), και την πιανίστα Μαρίζα Μπορίνι. Ήταν μόλις πέντε χρονών όταν η οικογένειά της απειλήθηκε απ’ τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Ιταλία για το Παρίσι. Οι γονείς της την έστειλαν σε ιδιωτικό σχολείο, ενώ παράλληλα έκανε μουσική μαθαίνοντας πιάνο και κιθάρα. Στις καλοκαιρινές τους διακοπές επέστρεφαν στην κοιλάδα του Πάδου, στο εξοχικό σπίτι όπου ο συλλέκτης πατέρας της διατηρούσε αντίκες και δεχόταν επισκέπτες όπως η Μαρία Κάλας και ο Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν.

Η Μπρούνι ήταν ακόμα έφηβη όταν αποφάσισε να παρατήσει τις πολλά υποσχόμενες σπουδές αρχιτεκτονικής στη Σορβόννη για να ασχοληθεί με το μόντελινγκ. Μετά από δέκα χρόνια στις πασαρέλες, καταφεύγει σε θεραπεία για να αντιμετωπίσει την απώλεια του πατέρα της και βάζει τέλος στην καριέρα της. Αρχίζει μια νέα, ως τραγουδίστρια αυτή τη φορά. Το πρώτο της άλμπουμ είναι το φολκ «Quelqu’un m’a dit» (Κάποιος μου είπε), που μπορεί να αποδοκιμάστηκε απ’ τους κριτικούς, αλλά πούλησε δύο εκατομμύρια αντίτυπα. Πέντε χρόνια μετά, τον Ιανουάριο του 2007, κυκλοφορεί το «No promises» (Χωρίς υποσχέσεις), που μελοποιεί πάνω σε ποιήματα των Γέιτς, Έμιλι Ντίκινσον και Ντόροθι Πάρκερ.

Η προσωπική της ζωή παραμένει το ίδιο άστατη. Ζώντας με τον εκδότη Ζαν-Πολ Εντοβέν, ερωτεύεται τον γιο του, Ραφαέλ, ο οποίος ήταν παντρεμένος με τη Ζιστίν Λεβί, κόρη του φιλόσοφου Μπερνάρ-Ανρί Λεβί. Το ζευγάρι χωρίζει κι αυτό που μένει, πέρα απ’ το βάρος μιας νέας δύσκολης σχέσης για την Κάρλα, είναι το εκδικητικό μπεστ σελερ της Ζιστίν με τίτλο «Rien de grave» (Τίποτα σοβαρό) και θέμα το χωρισμό. Σ’ αυτό, η εγκαταλειμμένη σύζυγος χαρακτηρίζει την αντίζηλό της ως προσευχόμενο mantis με χαμόγελο Εξολοθρευτή. Η Κάρλα κι ο Ραφαέλ κάνουν ένα παιδί, τον Ορελιάν, και χωρίζουν. Παρόλα αυτά, εκείνη θα αρνηθεί τα προσωνύμια που της χαρίζουν αφειδώς κάποιοι κι έχουν να κάνουν με τις σχέσεις και τους χωρισμούς της. «Προτιμώ να χαρακτηριστώ κυνηγός παρά μεταχειρισμένη», θα δηλώσει. «Κυνηγός δεν είναι κακός χαρακτηρισμός για μια γυναίκα». Τον περασμένο Φεβρουάριο θα δηλώσει ότι περιστασιακά είναι μονογαμική, αλλά προτιμά την πολυγαμία και την πολυανδρία. «Η αγάπη κρατάει πολύ, αλλά ο πόθος δύο, το πολύ τρεις εβδομάδες». Δεν φοβάται να μιλήσει ανοιχτά για το σεξ. «Είναι πολύ ευχάριστο. Ένα απ’ τα πλεονεκτήματα του να μεγαλώνεις. Με το χρόνο γίνεται ολοένα και πιο αισθησιακό, πιο απολαυστικό». Οι φίλοι της μιλούν για μια καλλιεργημένη γυναίκα, από καλό σπίτι, που δεν θα προκαλούσε τέτοιες αντιδράσεις με τις επιλογές της αν δεν ήταν η φημισμένη Κάρλα Μπρούνι. Βέβαια, όπως λέει το παλιό ρητό, η γυναίκα του Καίσαρα πρέπει και να είναι και να φαίνεται τίμια. Είναι άραγε η όμορφη Κάρλα η γυναίκα του Καίσαρα ή απλώς αυτός διέκρινε στα μάτια της κάτι απ’ τα δικά του ένστικτα και εμμονές;

ΑΠΕΛΕΙΠΕΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ...

Εδώ κάπου αρχίζουν όλα να παίρνουν διαστάσεις μολιερικού μύθου, με τον μοναδικό τρόπο, ασφαλώς, που οι υπέροχοι Γάλλοι ξέρουν να στήνουν. 2008, Γαλλία, Παρίσι, παγκοσμιοποίηση, άνοδος των τιμών του πετρελαίου, κακοί Αμερικανοί, παλιά Ευρώπη, μετανάστευση, ευρώ, Αμελί, Παγκόσμιο Κύπελλο, σαμπάνια και μαγικός ζωμός. Αυτή τη φορά, αρχηγός των ανυπότακτων Γαλατών είναι ένας άνθρωπος που το απόγευμα της εκλογής του στο ανώτατο αξίωμα της χώρας δηλώνει περιχαρής «Αν σας άρεσε η Τζάκι Κένεντι, με τη Σεσιλιά Σαρκοζί θα ξετρελαθείτε!». Ένας σύζυγος που ανακοινώνει το χωρισμό του εν μέσω πανεθνικής απεργίας των συνδικάτων. Ένας πολιτικός που βγαίνει στην τηλεόραση και δηλώνει «δεν θέλω πλέον οι άνθρωποι να μιλούν για την ιδιωτική μου ζωή». Πόσο πράγματι διαφορετικό απ’ την αυτοκρατορική επιβολή του Μιτεράν ή, έστω, την μπουφονική θεατρικότητα του Σιράκ! Τα παλιά ρητά αρμόζουν τόσο τέλεια σε τέτοιες περιστάσεις, ώστε κανείς να διατείνεται πως, πράγματι, πίσω από κάθε μεγάλο άντρα κρύβεται μια γυναίκα. Οι Γάλλοι έχουν αρκετό χρόνο να σκεφτούν αν αυτή μπορεί να είναι μια Ιταλίδα αριστοκράτισσα που παράτησε τα πάντα για το μόντελινγκ και κατέληξε στην αγκαλιά ενός αρχοντοχωριάτη. Προς το παρόν, δηλώνουν πως ο Πρόεδρος εκθέτει υπερβολικά την ιδιωτική του ζωή και πως αυτό δεν θα ’πρεπε να γίνεται. Αν η Σεσιλιά ακολούθησε τον Νικολά στις ερήμους της Λιβύης για να απελευθερώσουν μαζί, ως άλλοι ευγενείς, τους δέσμιους νοσοκόμους που το καθεστώς είχε καταδικάσει σε θάνατο, μέχρι πού μπορεί να πάει η Κάρλα και για ποιον;

Η τέχνη και η πολιτική είναι απ’ τα πράγματα που συναντιούνται στη ζωή για να αφήσουν μεγάλες απορίες. Τα μεγάλα θέματα της Τέχνης είναι και μεγάλα θέματα της πολιτικής και αντίστροφα. Κι αυτά είναι κλασικά θέματα, όπως ο έρωτας, ο πλούτος, η εξουσία, η δύναμη, η απώλεια. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Θέματα καθημερινά, που αφορούν τους πάντες. Όλοι, απ’ τους καλεσμένους του Marnes-la-Coquette μέχρι τους άνεργους του πιο απομακρυσμένου παριζιάνικου arrondisement, έχουν λόγο και γνώμη σ’ αυτά. Και είναι θέματα που θέλουν σεβασμό, αλλιώς επιστρέφουν στο κοινό ως κακή τέχνη και κακή πολιτική. Τότε το κοινό δεν μπορεί παρά να εκδικηθεί τους δημιουργούς για την κακή παράσταση.

Το βιβλίο της Ζιστίν Λεβί μιλάει για μια παράνομη σχέση που ξεκίνησε στην έπαυλη ενός γνωστού φιλόσοφου στο Μαρόκο, το 2002. Η κόρη του φιλόσοφου, Λουίζ, είναι μαζί με τον άντρα της, Αντριάν. Και οι δύο, έξυπνοι και φιλόδοξοι, αγαπιούνται απ’ τα εφηβικά τους χρόνια. Ο πατέρας του Αντριάν έχει έρθει για διακοπές με την Πόλά, μια σιλικονάτη μοντέλα και ροκ σταρ. Κάνει τον Αντριάν να την ερωτευτεί και τον κλέβει απ’ την αγαπημένη του. Η Ζιστίν ταυτίζεται με την ηρωίδα της. Στην έκδοση του βιβλίου, το 2004, θα πει πως ήθελε να πεθάνει μετά το χωρισμό της και πως το να γράψει το βιβλίο ήταν μια κάποια λύση για την κλονισμένη ψυχολογία της.

Η άλλη όψη του έρωτα ήταν ασφαλώς διαφορετική. Η Μπρούνι αφιέρωσε μετά από καιρό ένα τραγούδι της στον Ραφαέλ. «Μοιάζει με άγγελο, αλλά στον έρωτα είναι διάβολος. Τέσσερα σύμφωνα και τρία φωνήεντα, αυτό είναι το όνομά του, το ψιθυρίζω και κάθε γράμμα του με αναστατώνει». Σ’ αυτόν τον ιδιότυπο διαγωνισμό θεατρικότητας των συναισθημάτων, δεν μπορούμε να μη σκεφτούμε πως για τον αυθεντικό Ιούλιο Καίσαρα έχει γράψει ένας Σαίξπηρ κι όχι τα έντυπα του Μέρντοχ. Ίσως τίποτα δεν είναι τυχαίο σ’ αυτή τη ζωή. Και αυτή της Κάρλα Μπρούνι είναι πράγματι μυθιστορηματική, σχεδόν εκπληκτική. Αλλά τα πρώτα κεφάλαια της σχέσης της με τον Νικολά Σαρκοζί γράφτηκαν στη βίλα ενός διαφημιστή που έγινε πασίγνωστος στη Γαλλία το 1979, με το μπεστ σέλερ «Dites pas à ma mère que je suis dans la publicité… elle me croit pianiste dans un bordel» («Μην πεις στη μαμά μου ότι είμαι διαφημιστής… νομίζει ότι παίζω πιάνο σε μπουρδέλο!»). Έχοντας περπατήσει στον κόσμο της μόδας, η Μπρούνι σίγουρα δεν αγνοεί τη διαφορά τού τι σημαίνει να είσαι και τι να φαίνεσαι. Οι άνθρωποι πάντα πίστευαν πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Ας ευχηθούμε όλοι το τέλος αυτής της ερωτικής περιπέτειας να μη θυμίζει τίποτα απ’ «...την Αλεξάνδρεια που χάνεις..» του Καβάφη. Αν ποτέ γραφτεί ένα παραμύθι για την Κάρλα και τον Νικολά που έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, η όμορφη Ιταλίδα μπορεί να είναι σίγουρη πως πιο ευτυχισμένη γυναίκα Γάλλου αρχηγού υπήρξε η Μπονεμίνα. Ή, τουλάχιστον, η πιο αξιαγάπητη.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Ματ στο Κρεμλίνο


Η σκακιέρα της πολιτικής δεν χωράει δύο βασιλιάδες. Σε μια παρτίδα όπου οι ηγέτες εκλέγονται από άσπρα και μαύρα πιόνια, νικητής βγαίνει αυτός που ξέρει να διαβάζει καλύτερα τους συμβολισμούς.


Ανάμεσα στο πλήθος των τριών χιλιάδων διαδηλωτών που συγκεντρώθηκαν στο παγωμένο κέντρο της Ρωσικής πρωτεύουσας, η προσοχή των περισσότερων έπεφτε στον μαυροντυμένο πενηντάρη άντρα με την πολυκαιρισμένη τραγιάσκα, ο οποίος βρισκόταν επικεφαλής της πορείας. Θα έλεγε κανείς πως εκείνος ο άντρας έμοιαζε υπερβολικά με τον Γκάρυ Κασπάροφ κι αυτό θα ήταν πράγματι παράξενο για έναν πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή του σκάκι που έχει δώσει τις περισσότερες μάχες του καθιστός, απέναντι σε σκεπτικούς αντιπάλους σε συνθήκες απόλυτης κι εκρηκτικής ησυχίας. Όμως κάθε άλλο παρά έτσι ήταν εκείνο το πρωινό Σαββάτου της 24ης Νοεμβρίου 2007. Δύο μόλις εβδομάδες πριν τις εθνικές εκλογές για την ανάδειξη νέου κοινοβουλίου (Κάτω Δούμας) και πρωθυπουργού, το πολιτικό κλίμα στη Μόσχα ήταν τεταμένο. Στις εκλογές αυτές θα αναμετριόταν το κόμμα ‘Ενωμένη Ρωσία’, με επικεφαλής τον ίδιο τον Πρόεδρο Πούτιν, ενάντια στους υπόλοιπους: το Κομμουνιστικό Κόμμα του παλαίμαχου Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, το Εθνικιστικό Κόμμα του υπερεθνικιστή Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι και έναν συνασπισμό ετερόκλητων κομμάτων υπό το όνομα ‘Η Άλλη Ρωσία’ με επικεφαλής των πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή σκάκι Γκάρυ Κασπάροφ. Ήταν, λοιπόν, πράγματι αυτός.

Καταμεσής της μεγάλης λεωφόρου που περνά απ’ τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Μόσχας, ο Κασπάροφ έπαιζε το παιχνίδι του μαύρου Βασιλιά απέναντι στα ετοιμοπόλεμα πιόνια του μεγάλου του αντιπάλου. Οι κατά καιρούς συγκρούσεις της αστυνομίας με διαδηλωτές της αντιπολίτευσης δεν άφηναν αμφιβολία για την κατάληξη κι αυτής της πορείας. Η προ μηνός σύλληψη δεκαεπτά μελών της ’Αλλης Ρωσίας‘ από τη ρωσική αστυνομία, την ώρα που πήγαιναν να καταθέσουν στην κεντρική εκλογική επιτροπή τον κατάλογο με τους κομματικούς υποψηφίους και μία μόλις μέρα μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας Κασπάροφ, ζέσταναν το προσκήνιο πολύ περισσότερο απ’ όσο υποχρέωνε ο ρωσικός χειμώνας. Οι εκλογές της 2ης Δεκεμβρίου, που η Δύση έσπευσε να αμφισβητήσει, δεν θα είχαν τόση σημασία αν δεν ήταν η επιλογή του Πούτιν να διεκδικήσει την πρωθυπουργία, ηγούμενος ο ίδιος του κόμματος που κυβερνά ουσιαστικά τη χώρα από το 2003. Το ρωσικό σύνταγμα απαγορεύει πάνω από δύο συνεχόμενες προεδρικές θητείες στον εκάστοτε πρόεδρο της χώρας. Συμπληρώνοντας δύο θητείες από το 2000, ο Πούτιν βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα εξουσίας παλιό όσο η ανθρώπινη φύση. Απολαμβάνοντας υψηλότατα ποσοστά δημοφιλίας, δεν άργησε να καταλάβει ότι η εξουσία του δεν κινδύνευε από μια αλλαγή στον τίτλο της. Σαν πρώην αξιωματούχος του σοβιετικού συστήματος θα είχε σίγουρα προσέξει έναν πολέμιό του σαν τον Αλεξάντερ Σολζενίτσιν να σχολιάζει: «μπορείς να ασκείς εξουσία πάνω στους ανθρώπους όσο δεν τους παίρνεις τα πάντα». Πόσο μάλλον όταν αυτό που εκείνοι δεν θέλουν να χάσουν με τίποτα είναι τον ίδιο τους τον Πρόεδρο. Η μεταπήδησή του στην πρωθυπουργία εξασφάλιζε συνέχεια στο σύστημα που με σιδηρά πυγμή ο ίδιος έχτισε πάνω στα ερείπια της μετασοβιετικής εποχής. Κοιτώντας την τηλεόρασή του εκείνο το Σάββατο, ο μέσος Ρώσος είδε ελάχιστες μέρες πριν τις εκλογές τον Πρόεδρό του να τονίζει ξανά πως η ψήφος του σημαίνει «σταθερότητα και συνέχεια». Αμέσως, μετά ο δέκτης του παίρνει εικόνες απ’ το κέντρο της πρωτεύουσας. Εκεί η αστυνομία συγκρούεται με τους διαδηλωτές της ‘Άλλης Ρωσίας’. Το δελτίο μιλάει για 60 συλλήψεις. Ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο πενηντάρης με τη μαύρη τραγιάσκα. Ο ίδιος αυτός, που ο Πρόεδρος έχει πει ότι παίρνει χρήματα απ’ τις ξένες πρεσβείες για να κάνει αντιπολίτευση. Ο Γκάρυ Κασπάροφ.

Ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα στο εξωτερικό από όσους έχουν βάλει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Μαρτίου. Όπως κάθε μεγάλη αναμέτρηση, έτσι και το παιχνίδι εξουσίας στο Κρεμλίνο έχει δύο ημίχρονα. Ένα τον Δεκέμβρη κι άλλο ένα τον Μάρτη. Όλοι ξέρουν το αποτέλεσμα στο πρώτο. Είναι το δεύτερο, όμως, που θα καθορίσει την έκβαση ολόκληρου του αγώνα. Μετά τη σύλληψή του, Γκάρυ Κασπάροφ δικάστηκε με διαδικασίες - εξπρές για υποκίνηση παράνομης κινητοποίησης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ημερών. Ο Βασιλιάς απειλήθηκε με τσεκ ματ απ΄ τους στρατιώτες του Τσάρου, αλλά απ’ ότι φαίνεται γλιτώνει προς το παρόν το ματ. Μιλώντας στους δημοσιογράφους κατά την αποφυλάκισή του, ο Κασπάροφ τονίζει ότι στόχος των Αρχών «είναι να στείλουν μήνυμα», κατηγορώντας το καθεστώς ότι «μπαίνει σε μία επικίνδυνη φάση, μετακυλά σε δικτατορία». Είναι λόγια που φαίνεται να απηχούν περισσότερο στο εξωτερικό παρά μέσα στην ίδια του τη χώρα. Ο Κασπάροφ έχει να αντιμετωπίσει εκτός απ’ τη δύναμη ενός πανίσχυρου Τσάρου και την δυσπιστία των Ρώσων. Σε μια χώρα όπου δεν είναι ασυνήθιστο ένας ηγέτης να αποκαλείται «πατερούλης», ένας διεκδικητής με την αμέριστη όσο και άκριτη υποστήριξη της «αναξιόπιστης» Δύσης εύκολα μπορεί να εκληφθεί ως εχθρός. Τίποτα δεν πλήγωσε τον εγωισμό των Ρώσων όσο η επέκταση της Δύσης σ’ αυτά που άλλοτε ήταν τα σύνορα της δικής τους αυτοκρατορίας. Οι εικόνες απ’ την Ουκρανία και τη Γεωργία είναι ακόμα νωπές στο μυαλό του μέσου Ρώσου, που είδε ξαφνικά τους παλιούς του εχθρούς να εγκαθιστούν τους βαλλιστικούς Πύργους τους στα κοντινά τετράγωνα της Πολωνίας και της Τσεχίας. Η κόντρα μεταξύ Κρεμλίνου και ΟΑΣΕ για την αποστολή παρατηρητών υπενθύμισε σε όλους αυτό που ποτέ πραγματικά δεν ξέχασαν. Αιώνες τώρα παίζεται το ίδιο παιχνίδι στη σκακιέρα. Αν χάσει ο Βασιλιάς, χάνουν όλοι. Αυτή τη φορά, ο παγκόσμιος πρωταθλητής δεν έχει να παίξει μόνο για τον εαυτό του.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ ΤΣΑΡΟΣ

Η γνώση δεν έχει καμία αξία αν δεν έχει πρακτικό αντίκρισμα. Στα λόγια αυτά του Ρώσου θεατρικού συγγραφέα Άντον Τσέχωφ μπορεί να συμπυκνωθεί η φιλοσοφία ενός ολόκληρου λαού. Για τους Ρώσους, το να λύνουν δύσκολα και μεγάλα προβλήματα ήταν ανέκαθεν ένα στοίχημα επιβίωσης. Ίσως γιατί ποτέ λαός δεν βρέθηκε στην Ιστορία του μπροστά σε τόσο μεγάλα και δύσκολα διλήμματα. Ίσως γι’ αυτό ποτέ κανείς εχθρός τους δεν τους νίκησε πραγματικά, εκτός ίσως πάλι απ’ τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Ο οποιοσδήποτε δεκάχρονος Ρώσος που μεγαλώνει με όνειρο κάποτε να γίνει Τσάρος μαθαίνει να πιστεύει πως πίσω απ’ την τελευταία κίνηση στη σκακιέρα της εξουσίας δεν μπορεί να κρύβεται παρά ένας συμπατριώτης του. Ο δεκάχρονος Γκάρυ έμαθε να αναγνωρίζει από πολύ νωρίς στα χρώματα της σκακιέρας τη σημασία του να είναι κανείς νικητής. Γεννημένος ως Garri Weinstein στο Μπακού του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν κατάλαβε νωρίς ότι πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να γίνει Τσάρος έχοντας πατέρα Εβραίο και Αρμένισσα μητέρα. Από Garri Weinstein, έγινε Garri Kasparyan για να μείνει στην Ιστορία ως ο Garry Kasparov, ο μεγαλύτερος εν ζωή Ρώσος σκακιστής. Ακριβώς όπως είπε κάποτε ο Στάλιν στη μητέρα του όταν αυτή τον ρώτησε «και τώρα τι κάνεις;» κι αυτός απάντησε «είμαι κάτι σαν Τσάρος».

Γεννημένος στις 13 Απριλίου του 1963, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, ο Κασπάροφ υπήρξε σε ηλικία εικοσιδύο ετών ο νεότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι. Είχε ήδη φανεί από πολύ πιο το τι θα ακολουθούσε στα μετέπειτα χρόνια. Ο νεαρός Γκάρι μαθήτευσε δίπλα στους μεγαλύτερους Σοβιετικούς δασκάλους, που αναγνώρισαν στο πρόσωπό του με τον μοναδικό τρόπο που είχε το σύστημα έναν πρωταθλητή. Πολύ γρήγορα, έφτασε να είναι σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών ο νεότερος Ρώσος σκακιστής που θα συμμετείχε στο Σοβιετικό πρωτάθλημα. Ένας νικητής είχε δημιουργηθεί σε μια χώρα που βάδιζε ολοταχώς προς την ήττα. Το πρωτόγνωρο σ’ αυτήν την υπόθεση δεν ήταν ο νικητής Ρώσος, αλλά η πιθανότητα μιας ήττας για την ίδια τη Ρωσία. Για τον Γκάρι, τουλάχιστον, η ήττα αυτή ήρθε πολύ αργότερα και, όπως θα περίμενε κανείς, ήρθε από έναν συμπατριώτη του. Ο Κασπάροφ υπήρξε Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι για όλα τα έτη από το 1985 μέχρι το 2000, οπότε και έχασε τον τίτλο από έναν μαθητή του, τον Βλάντιμιρ Κράμνικ. Δεν ήταν αυτή, όμως, η ήττα που εκτόξευσε τη φήμη του στη στρατόσφαιρα των Ανατολικών ηρώων. Τρία χρόνια νωρίτερα, σε μια εποχή που οι νέες τεχνολογίες φάνταζαν σαν η νέα παγκόσμια ουτοπία, ο Κάσπαροφ αναμετρήθηκε με τον υπερυπολογιστή Deep Blue της IBM για να χάσει τον αγώνα μόλις στο τελευταίο παιχνίδι από την σειρά των έξι που έγιναν. Μετά την ήττα, ο Κασπάροφ δήλωσε ότι διέκρινε βαθιά νοημοσύνη και δημιουργικότητα στις κινήσεις του άψυχου αντιπάλου του. Δεν ήταν, ασφαλώς, μια δήλωση αναγνώρισης της ήττας, αλλά ένα υπονοούμενο πως πίσω απ’ τις κινήσεις του υπολογιστή είχε παρεμβληθεί ανθρώπινη νοημοσύνη -κοινώς, ότι οι αντίπαλοι ήταν πολλοί και δεν έπαιξαν τίμια. Για κανέναν γεννημένο νικητή, η ήττα δεν είναι αποδεκτή. Πόσο μάλλον για έναν άνθρωπο που θα γινόταν Τσάρος. Ή τουλάχιστον θα προσπαθούσε να γίνει, δέκα χρόνια μετά…

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΜΑΤ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η Σοβιετική πρωτεύουσα ζούσε στους ρυθμούς της Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Τότε πολλοί είδαν τη νίκη του ανερχόμενου Κασπάροφ, που του έδωσε και τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, ως μια νίκη ενάντια στο κατεστημένο της Σοβιετικής Ένωσης. Ο ίδιος θα δηλώσει πως «παίζοντας με τον Καρπόφ, ο οποίος είναι ένα σύμβολο του συστήματος, είναι σαν να έβγαζες το βράχο απ’ το δρόμο». Τριάντα χρόνια μετά, ο Γκορμπατσόφ ζει μέσα απ’ τις διαφημίσεις και για πολλούς συμπατριώτες του ο δρόμος προς το μέλλον εξακολουθεί να είναι απελπιστικά κλειστός. Όμως ο Κασπάροφ, έχοντας αποσυρθεί εδώ και δύο χρόνια απ’ το σκάκι, παραμένει πεισματικά στο παιχνίδι της εξουσίας –της πολιτικής αυτή τη φορά. «Αυτή τότε ήταν μια συμβολική νίκη» δηλώνει. «Τώρα μια νίκη δεν μπορεί να είναι τέτοια. Το διακύβευμα σήμερα είναι η ίδια η επιβίωση της χώρας μου».

Ποτέ πραγματικά δεν βρέθηκε μακριά απ’ την πολιτική ο άνθρωπος που έχει περιγραφεί ως το «τέρας με τα χίλια μάτια που τα βλέπει όλα». Μέλος του ΚΚΣΕ από το 1984, ακολούθησε τον συρμό της μετά το 1990 εποχής για να εμπλακεί σε φιλόδοξα εγχειρήματα που κατά βάση στήριζαν τον μοιραίο Μπορίς Γιέλτσιν. Το 2001 υποστήριξε το τηλεοπτικό κανάλι NTV ενάντια στον Πρόεδρο Πούτιν κι αυτή φαίνεται πως ήταν η αρχή μιας σύγκρουσης που στα μάτια του ίδιου ίσως υπήρξε μεγαλύτερη απ’ ότι είναι πραγματικά. Ως ηγέτης ενός ετερόκλητου συνασπισμού κομμάτων της αντιπολίτευσης, ο Κασπάροφ διεκδικεί τον τίτλο του μεγαλύτερου επικριτή ενός ανθρώπου που η δημοτικότητά του ανάμεσα στους συμπατριώτες του αγγίζει δυσθεώρητα ύψη. Ο κυρίαρχος του παιχνιδιού είναι καλά προστατευμένος πίσω απ’ τους Πύργους του Κρεμλίνου. Τον Απρίλιο του 2007, ο Κασπάροφ πήρε μια πρώτη ιδέα της σκακιέρας της ασφάλτου, όταν εννιά χιλιάδες άντρες των Ειδικών Δυνάμεων αναπτύχθηκαν στους δρόμους της ρωσικής πρωτεύουσας για να αντιμετωπίσουν την προεκλογική διαδήλωση της αντιπολίτευσης. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν κι ο ίδιος. Για έναν σκακιστή που διακρίθηκε για την επιθετική του τακτική πάνω στη σκακιέρα, η μάχη για το Κρεμλίνο είναι μια μάχη που χάνεται επειδή ο αντίπαλος δείχνει να ξέρει την ίδια τακτική πάρα πολύ καλά. Ανέκαθεν την ήξερε.

Όταν μια χώρα καταρρέει, αυτό που αλλάζει πάνω απ’ όλα είναι οι άνθρωποι. Αλλάζουν οι συμπεριφορές, αλλάζουν, όμως, και τα πρόσωπα. Κοιτώντας, τη Ρωσία πριν και μετά το 1989, δύσκολα θα διακρίνει κανείς τους ίδιους παίκτες στην σκακιέρα της εξουσίας. Λίγοι θα αναζητούσαν στα μουντά γραφεία της Σοβιετικής γραφειοκρατίας τον επόμενο Τσάρο της Ρωσίας. Κι όμως, αυτός ήταν εκεί. Ο Βλάντιμιρ Πούτιν, νεαρός αξιωματικός της KGB στο Ανατολικό Βερολίνο την εποχή της πτώσης του Τείχους, ανέβηκε πολύ γρήγορα και απρόσμενα τα σκαλοπάτια της εξουσίας. Δήμαρχος της Αγίας Πετρούπολης το 1994, πρωθυπουργός της χώρας του το 1999, ανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας το 2000 σε ηλικία 48 ετών. Δεν είναι τόσο το γρήγορο ή απρόσμενο της υπόθεσης που ξαφνιάζουν, όσο το γεγονός ότι πολύ λίγοι ηγέτες έχουν καταφέρει στην Ιστορία να ταυτίσουν την απαρχή της εξουσία τους με μια τόσο χαρακτηριστική χρονολογία όπως το 2000. Επιπλέον και σε αντίθεση με τον πρωταθλητή από το Μπακού, ο νέος Τσάρος δεν χρειάστηκε ποτέ να δώσει μάχες στο εξωτερικό για να πάρει την εξουσία στη χώρα του. Ίσως αυτό να ήταν και η μεγαλύτερη παράλειψη του πολιτικού Γκάρυ: να μπορείς να νικάς Ρώσους στη χώρα τους. Στη μάχη της εξουσίας, οι συμβολισμοί κρύβουν μεγάλες αλήθειες. Κι αυτό δεν θα ‘πρεπε ποτέ να το ξεχάσει ένας άνθρωπος που άλλαξε ακόμα και το όνομά του για να κατακτήσει τον κόσμο.

Στη ζωή σ’ αντίθεση με το σκάκι, ο πιο σημαντικός παίκτης πάνω στην σκακιέρα μπορεί να είναι Αξιωματικός κι όχι Βασιλιάς ή Τσάρος. Την εποχή που ο νεαρός απ’ το Μπακού ετοιμαζόταν να γίνει Βασιλιάς, κάποιος νεαρός Αξιωματικός έκανε την τελική κίνηση ματ. Το να πει κανείς ότι η Ιστορία θα αναδείξει ποιος τελικά κέρδισε είναι άλλο ένα απ’ τα κλισέ που χρησιμοποιούν οι σχολιαστές Της για να μην την κατανοήσουν ποτέ. Ίσως, περισσότερο κι απ’ το αποτέλεσμα των εκλογών που γίνονται τον Δεκέμβριο στη Ρωσία, μπορέσουμε να καταλάβουμε τη ψυχή του λαού της, αν πάμε πολλά χρόνια πίσω στο 1970. Εκείνη τη χρονιά, η Ρωσία είχε τον τρίτο μεγαλύτερο πληθυσμό Εβραίων στον κόσμο. Εκείνη τη χρονιά, η Ρωσία προσγείωσε το πρώτο της διαστημικό όχημα στη Σελήνη. Εκείνη τη χρονιά, ο Ρώσος Φυσικός Αντρέι Ζαχάρωφ συνυπογράφει ανοικτή επιστολή που αναφερόταν στην αναγκαιότητα παροχής δημοκρατικής ελευθερίας στη χώρα του και θεσπίζει την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Μόσχας για την οποία θα βραβευτεί πέντε χρόνια αργότερα με το Νομπέλ Ειρήνης. Εκείνη τη χρονιά στο μακρινό Μπακού, ο επτάχρονος Gari Weinstein θα μάθει για τον θάνατο του πατέρα του από αυτοκινητιστικό δυστύχημα γυρίζοντας απ’ το σχολείο. Χωρίς όνομα, χωρίς προστασία, ο Γκάρι έμαθε να πιστεύει πως κάποια μέρα θα γινόταν Τσάρος. Όμως, στην παγωμένη σκακιέρα της Μόσχας, οι Πύργοι του Κρεμλίνου θα έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο.


(Δημοσιεύεται στο περιοδικό STATUS Ιανουαρίου 2008)

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

Ποδόσφαιρο και Πόλεμος


Λίγο πολύ, όλοι γνωρίζουμε τους κανόνες του ποδοσφαίρου και στο περιθώριο κάνουμε υποθέσεις για τις πρώτες του ιστορικές στιγμές. Ένας από τους πρώτους μύθους του ποδοσφαίρου αναφέρει πως εν αρχήν ήταν τα αγγλικά κολέγια του 19ου αιώνα όπου οι κοιτώνες ήταν οργανωμένοι ανά δέκα σπουδαστές. Στη συνέχεια, αυτό οδήγησε τις ομάδες των σπουδαστών που συμμετείχαν στο παιχνίδι με το όνομα “soccer” να σχηματίζονται με δέκα παίκτες η καθεμιά, ενώ κάτω από το τέρμα έπαιζε ο επιτηρητής του κοιτώνα που ήταν και ο πιο μεγαλόσωμος ως μεγαλύτερος σε ηλικία. Βέβαια, οι άνθρωποι από παλιά είχαν μια -ακόμη παλιότερη- συνήθεια να κλοτσούν ότι έβρισκαν στο δρόμο τους. Τόσο παλιά ήταν η συνήθεια αυτή, που χάνεται στα βάθη των αιώνων, την εποχή του Χαλκού και ακόμα πιο πίσω, όταν τα κομμένα κεφάλια των σκοτωμένων αντιπάλων γίνονταν παιχνίδι τις στιγμές της ανάπαυλας του πολέμου στα πόδια των τρομερών νικητών τους. Επίσης, επιστήμονες αναφέρουν ανιχνεύοντας τις απαρχές του ποδοσφαίρου ότι στην προκολομβιανή Αμερική οι άνθρωποι έδεναν φύλλα καπνού, φτιάχνοντας μπάλες που, αντί να τις καπνίζουν, απλά τις κλοτσούσαν σε κάτι που έμοιαζε με ποδόσφαιρο και είχε θρησκευτική σημασία. Σε κάθε περίπτωση, το σαν-ποδό-σφαιρο-παιχνίδι, για το οποίο μιλούν οι αρχαιολόγοι και η Ιστορία, φαίνεται πως αντικαθιστούσε ένα μικρό κενό στην καθημερινότητα των ανθρώπων, το κενό του πολέμου. Ένα κενό μικρό μιας και ο πόλεμος ήταν εκείνες τις εποχές συνηθισμένος, σχεδόν καθημερινός. Όπως όμως κάθε παιχνίδι, έτσι κι εκείνο το «ποδόσφαιρο» απεικόνιζε όσο το δυνατό πιστότερα τις πρακτικές και τις επιθυμίες αυτών που συμμετείχαν σ’ αυτό. Απεικόνιζε την ίδια την Ιστορία. Ίσως, για να την ξορκίσει.

Φυσικά, το ποδόσφαιρο, όπως μπαίνει σήμερα στα σπίτια μας από την οθόνη της τηλεόρασής μας, είναι κάτι το πολύ διαφορετικό. Υπερσύγχρονα γήπεδα, επαγγελματική συνέπεια (ακόμα και όταν μπουκάρουν μέσα στο γήπεδο παράγοντες), φυσικά τηλεόραση, οργανωμένοι φίλαθλοι, χορηγοί, μεγάλες διοργανώσεις. Δεν παύει όμως σε όλα αυτά να υπάρχει πάθος, ένταση, προσπάθεια να ξεγελάσει ο παίχτης τον διαιτητή, τραυματισμοί, ύπουλα χτυπήματα, ακόμα και δάκρυα. Τελικά, το ποδόσφαιρο ήταν και, απ’ ότι φαίνεται, είναι ένας πόλεμος. Τοσο «πόλεμος», όμως, όσο «ιππικό» είναι μια σημερινή ίλη τεθωρακισμένων. Είναι επομένως ένας πόλεμος εναλλακτικός, μια απεικόνιση, μια κουλτούρα αναμέτρησης που έρχεται από το όποιο παρελθόν για να εκφραστεί στην κάθε σύγχρονη εποχή. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή, θεωρώντας δεδομένο πως το ποδόσφαιρο όπως το ξέρουμε ανήκει σ’ αυτό που ονομάζουμε μαζική κουλτούρα του αθλητισμού όπως αυτή εκφράστηκε μετά το 1918 μέχρι τις μέρες μας.

ΑΝΤΙ-ΠΟΛΕΜΟΣ

Υπάρχει σήμερα το κενό του πολέμου στην καθημερινότητα των ανθρώπων; Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι αν πράγματι το ποδόσφαιρο γεμίζει «το κενό του πολέμου» στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Κατ’ αρχάς μοιάζει με πόλεμο. Οποτεδήποτε θεωρήσουμε την απαρχή του και άρα σε οτιδήποτε θεωρούμε ιστορικά ποδόσφαιρο, είναι πολλά τα χαρακτηριστικά που το κάνουν να μοιάζει με πόλεμο. Με μια πρώτη ματιά, αυτό που φαίνεται να προσφέρει το ποδόσφαιρο πρώτα απ’ όλα είναι εκτόνωση. Η εικόνα του αγωνιστικού χώρου κατά τη διάρκεια ενός αγώνα δεν αφήνει αμφιβολίες γι’ αυτό. Κοιτώντας επίσης την αναμέτρηση των 22 παιχτών πάνω στο πράσινο γήπεδο, δεν μπορείς να μην αναφέρεις τη λέξη «μάχη». Μια μάχη που είναι προγραμματισμένη, είναι περιοδική, έχει αρχή και τέλος, έχει κανόνες. Κυρίως όμως μια μάχη που (ακόμα κι αν μερικοί την συνεχίσουν στις κερκίδες μετά τη λήξη του αγώνα) δεν εμφανίζεται καθημερινά, πόσο μάλλον μαζικά, στους δρόμους, αλλά παραμένει κλεισμένη στο γήπεδο μέχρι τον επόμενο αγώνα.

Το δεύτερο ερώτημα είναι αν υφίσταται ένα τέτοιο «κενό πολέμου». Κατά πόσο δηλαδή ο πόλεμος απέχει από την καθημερινότητα των κοινωνιών του 20ου αιώνα. Σε όποιον βαθμό υπάρχει ένα τέτοιο κενό, δείχνει σίγουρα να έχει μεγαλώσει από τα χρόνια του Χαλκού αλλά και μεταγενέστερες εποχές. Αναμφισβήτητα, το να σκοτώσεις κάποιον ή κάποιους όταν έχεις διαφορές μαζί τους δεν είναι ο κανόνας στις πολιτισμένες κοινωνίες. Παρόλο επίσης που ο Τζορτζ Γουόκερ Μπους είναι πρόεδρος της Αμερικής, ο κόσμος σήμερα παραμένει πιο πολιτισμένος από εκείνη την άγρια εποχή του Χαλκού. Στη σημερινή εποχή έχουμε επί παραδείγματι καταφέρει μια ποδοσφαιρική νίκη της Αργεντινής επί της Αγγλίας να τη βλέπουμε σαν απάντηση της ήττας της στον πόλεμο των Φόκλαντς. (Και αυτό είναι επίτευγμα). Είναι όμως αυτός ο προορισμός του ποδοσφαίρου;

Ασφαλώς και δεν φτιάχτηκε το ποδόσφαιρο για να αντικαταστήσει τον όποιον πόλεμο. Όπως όμως και τίποτα δεν φτιάχνεται εκ των προτέρων. Τα περισσότερα πράγματα αποδεικνύεται πως δοκιμάζονται και προκύπτουν στην πορεία. Κι απ’ ότι φαίνεται στην πορεία του το ποδόσφαιρο μοιάζει να τα καταφέρνει πολύ καλά στο ρόλο του αντί-πολέμου. Αντί να πετροβολείς την άλλη γειτονιά, κάνεις κλάδεμα στη σέντρα. Αντί να κλέβεις πρόβατα στα σύνορα, παίζεις μπάλα με αυτόν που ζει στην άλλη πλευρά τους. Αντί για Παγκόσμιο Πόλεμο με στρατό και τεθωρακισμένα, στήνεις Παγκόσμια Κύπελλα με χορηγούς και σπόνσορες. Είναι όμως τόσο αναγκαίο ο κόσμος να πρέπει κάπου να εκτονωθεί;

Η απάντηση έρχεται από την πραγματικότητα της ζωής και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση γι’ αυτό. Επιπλέον, εδώ ο ισχυρισμός είναι ότι αν δεν υπήρχε το ποδόσφαιρο, θα μετρούσαμε πολλούς περισσότερους πολέμους στην εποχή μας απ’ όσους ζήσαμε στο παρελθόν –κι αυτοί δεν ήταν λίγοι. Δεν εννοούμε βέβαια ότι δεν γίνονται πόλεμοι σήμερα. Θα ήταν γελοίο κάτι τέτοιο. Εν τούτοις, όμως, δεν είναι τυχαίο ότι η μαζική προσήλωση των δυτικών κοινωνιών μετά το ‘50 σε μεγάλα αθλητικά γεγονότα συμπίπτει με μια ειρηνική περίοδο στις μεταξύ τους σχέσεις. Κι αν κάποιοι απορήσουν λέγοντας «ποια ειρηνική», θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα πράγματα σε προηγούμενες εποχές ήταν πολύ χειρότερα, ακόμα και απ’ αυτήν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. (Για να έρθουμε στο σήμερα, μια διαφωνία όπως αυτή μεταξύ ΗΠΑ και Γαλλίας για το Ιράκ πριν από εκατό χρόνια θα τις είχε οδηγήσει ήδη σε πόλεμο). Ας μην αμφιβάλλουν ότι ο πόλεμος πριν τον 20ο αιώνα ήταν ένα συχνότατο φαινόμενο και σχεδόν κάθε γενιά γνώριζε έναν.

Ως αντίλογος στον ισχυρισμό που περιγράψαμε έρχεται το γεγονός πως, ακόμα κι αν δεχτούμε πως έχουμε λιγότερους πολέμους σήμερα, ήταν η «πολεμική» δεκαετία του ‘30 που έφερε τα πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα. Μα το ποδόσφαιρο δεν φτιάχτηκε για να περιορίσει τον πόλεμο. Τη λειτουργία του ως «αντί-πόλεμο» την διαπιστώνουμε εκ των υστέρων. Ο «πολεμοχαρής» Μουσολίνι, ο «καλύτερος παίκτης» της Ιταλίας το ’34 και το ’38, απλά διαπίστωσε την επιρροή του ποδοσφαίρου στις μάζες. Την ίδια διαπίστωση που κάνουν διαχρονικά ορισμένοι πολιτικοί, επεμβαίνοντας με λάθος τρόπο, όπως θα δούμε, στα ποδοσφαιρικά δρώμενα, αν και τις περισσότερες φορές, το ποδόσφαιρο τους ξεπερνά, δίνοντας λύσεις σε προβλήματα που εκείνοι αποτυγχάνουν.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο νικητής Γάλλος στρατάρχης Φος είπε ότι η ειρήνη δεν είναι παρά μια ανακωχή για είκοσι χρόνια. Εκείνη η ειρήνη αποδείχτηκε πολύ ταπεινωτική για να την αντέξουν οι Γερμανοί. Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1954, η Δυτική Γερμανία του Φριτς Βάλτερ νίκησε ανέλπιστα 3-2 την Ουγγαρία του Πούσκας και του Χιντεγκούτι, που ήταν το φαβορί, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ελβετία. Εκατομμύρια Γερμανοί -και των δύο Γερμανιών- ξεχύθηκαν στους δρόμους έχοντας πλέον λόγο να περηφανευτούν ως έθνος. Φαίνεται πως μια νίκη στον τελικό του Κυπέλλου έκανε πολλά περισσότερα για την ειρήνη απ’ ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, την πρώτη αυτή ενότητα, μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής πρώτα συμπεράσματα:

Το ποδόσφαιρο μοιάζει να λειτουργεί ως υποκατάστατο του πολέμου σε κοινωνίες όπου ο πόλεμος (ο πραγματικός και όχι ο εικονικός από τον καναπέ) εκλείπει από την καθημερινότητα των ανθρώπων. Χαριτολογώντας, ας πούμε πως μεταθέτει -όπως φαίνεται εξάλλου να συμβαίνει και με την επιχειρηματικότητα (κι εδώ μακάρι να είχε η Γερμανία του ’18 έναν Λούντβιχ Έρχαρντ)- τον πόλεμο από τα λιβάδια στα στάδια -και τα χρηματιστήρια αντίστοιχα. Έτσι:

α) Τον κάνει εικονικό. Κανείς δεν σκοτώνεται. Η φυσική υπόσταση του «πολεμιστή» είναι εξασφαλισμένη και η σύγκρουση με τον αντίπαλο πραγματοποιείται χωρίς να αναιρείται αυτό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πραγματικό πόλεμο. Π.χ. η έχθρα Καστιγιάνων και Καταλανών, αν κι εξακολουθεί, περιορίζεται στους αγώνες της Ρεάλ με την Μπαρτσελόνα.

β) Σταδιακά τον εξαφανίζει. Το ποδόσφαιρο, μέσα από μια ομόκεντρη δομή πρωταθλημάτων, όπου οι ομάδες συνεχώς αλλάζουν κατηγορίες, διευρύνει το μέτωπο της μάχης όπου -καθώς θα ‘λεγε ο Πανούτσος αν μεγαλώσουμε την επιφάνεια, μικραίνει η πίεση- οι μικρότερες μάχες χάνουν τη σημασία τους. Με άλλα λόγια, ποιος φανατίζεται για αγώνες Δ’ κατηγορίας όταν η τηλεόραση δείχνει Champions League; Ακόμα και το Ρεάλ-Μπαρτσελόνα αποκτά άλλη διάσταση όταν παίζουν οι δύο ομάδες στην Ευρώπη.

Προφανώς, όσοι μένουν κολλημένοι στον Κορυδαλλό και τη Νίκαια φανατίζονται. Την ίδια στιγμή το ποδόσφαιρο παγκοσμιοποιείται. Άρα προκύπτει πως το ποδόσφαιρο εξελίσσεται παράλληλα με την κοινωνία, η οποία ασφαλώς και δεν έχει την τάση να περιορίζεται στη γειτονιά αλλά να επεκτείνεται εντροπικά προς τον έξω κόσμο. Το ποδόσφαιρο απλά ακολουθεί την εξέλιξή της.

ΟΙ ΦΙΛΑΘΛΟΙ

Στο ποδόσφαιρο, όμως, δεν είναι μόνο αυτοί που παίζουν αλλά κι αυτοί που παρακολουθούν. Είναι αυτοί που στην ποδοσφαιρική διάλεκτο αναφέρονται ως «ο δωδέκατος παίκτης» μιας ομάδας. Τους συναντούμε επίσης στις εφημερίδες και τα άλλα μέσα ως «φιλάθλους». Η στάση και η συμπεριφορά των φιλάθλων σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα έχει κυρίαρχη θέση στο οικοδόμημα του ποδοσφαίρου. Κάθε ομάδα θέλει την υποστήριξη των φιλάθλων της. Η παρουσία τους στις κερκίδες ενθαρρύνει τις προσπάθειες των παικτών στο γήπεδο. Οι πιο σπουδαίες ομάδες είναι περήφανες για τους οργανωμένους οπαδούς τους. Επιπρόσθετα, η δική τους στάση είναι αυτή που καθορίζει το αν μια χρονιά είναι ή δεν είναι επιτυχημένη για την ομάδα. Έχουν δε τη δύναμη να επεμβαίνουν στα εσωτερικά της ομάδας με ποικιλία τρόπων, είτε συμμετέχοντας στη διοίκησή της, είτε απλώς κάνοντάς τα γυαλιά καρφιά αν κάτι δεν τους ικανοποιεί. Η συμμετοχή τους είναι τόσο έντονη, που καθορίζει πολλές φορές το αποτέλεσμα του αγώνα. Ο «δωδέκατος παίκτης» δεν είναι ευφημισμός. Ο φίλαθλος παίζει κανονικά στον αγώνα. Δεν είναι λίγες φορές που οι παίκτες φοβούνται περισσότερο τους φιλάθλους της αντίπαλης ομάδας από την ίδια την ομάδα. Και σ’ αυτήν την περίπτωση μπορούμε να διακρίνουμε ομοιότητες με ό,τι συμβαίνει σε έναν πόλεμο.

Εκεί, το ρόλο των φιλάθλων έχουν οι άμαχοι. Σε αντίθεση με παλιότερες εποχές, στους σημερινούς πολέμους οι άμαχοι πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος. Όσο πάμε πιο πίσω οι πόλεμοι μοιάζουν κομμένοι και ραμμένοι στα μέτρα της ελίτ. Στον αιώνα μας τα πράγματα αλλάζουν. Οι πόλεμοι γίνονται μαζικοί, κόβονται και ράβονται για όλους. Οι πολίτες συμμετέχουν πολύ περισσότερο σε έναν πόλεμο απ’ ότι οι χωρικοί του Μεσαίωνα (στους οποίους δεν επιτρεπόταν καν να κρατούν όπλα). Και συμμετέχουν περισσότερο, όχι γιατί η εποχή μας είναι πιο βάρβαρη, αλλά ακριβώς γιατί δεν είναι τόσο. Τα δεινά ενός πολέμου δεν αποτελούν καθημερινή εμπειρία κι έτσι, αν αυτός ξεσπάσει, οι τρομερές του συνέπειες δείχνουν ακόμα φοβερότερες. Επίσης, είναι τα όπλα τελευταίας τεχνολογίας και όχι τα γιαταγάνια και τα κουμπούρια που οδηγούν σε μαζικές καταστροφές και «παράπλευρες απώλειες». Τέλος, η άμεση επαφή των μελλοντικών αμάχων ως κοινή γνώμη με την εκλεγμένη ηγεσία τους τούς κάνει πιο ευάλωτους σε αυτό που προβάλλεται από τον εχθρό ως συλλογική ευθύνη. Υπάρχουν βεβαίως οι συνθήκες που επικαλούνται πολλοί και είναι δύσκολο να πιστέψουμε σε σύγχρονους Τζένγκις Χαν που κατακαίγουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Παραμένει όμως γεγονός πως σήμερα οι άμαχοι πληρώνουν μεγαλύτερο τίμημα απ’ ότι σε άλλες εποχές.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι: οι σημερινοί φίλαθλοι θυμίζουν τους χωρικούς του Μεσαίωνα, που βλέπουν τον αντίπαλο στρατό να κατατροπώνει τον φεουδάρχη τους και να γυρίζει το βλέμμα μετά στο χωριό τους ή τους άμαχους στο Ζάγκρεμπ, τη Σρεμπρένιτσα και τις άλλες πόλεις του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία; (Εδώ ας θυμηθούμε εκείνον τον αγώνα Παρτιζάν Βελιγραδίου-Ντυναμό Ζάγκρεμπ. Μια κλοτσιά του Ζβόνιμιρ Μπόμπαν σε Σέρβο αστυνομικό έγινε σύμβολο του κροατικού εθνικισμού. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία έμοιαζε να ξεκινά από τις κερκίδες των γηπέδων. Κι αν δεχτούμε την προηγούμενη θεωρία για τον «αντι-πόλεμο», τότε έχοντας το ποδόσφαιρο τη δυναμική να σταθεί ως αφορμή σε έναν πόλεμο σημαίνει πως μέχρι τότε έκρυβε κάτι από το μίσος των δύο λαών, έστω κι αν τελικά δεν μπόρεσε να το εξαφανίσει). Επανερχόμαστε όμως στο ερώτημα. Οι σημερινοί φίλαθλοι δεν θυμίζουν χωρικούς. Αν χάσει η ομάδα τους δεν θα τους παλουκώσουν οι αντίπαλοι προς παραδειγματισμό των υπολοίπων. Πάνε με φόρα στο γήπεδο χωρίς να κρύβουν την προτίμησή τους. Οι φωνές τους μέσα σ’ αυτό μπορούν να ανυψώσουν το ηθικό μιας ομάδας και να καταρρακώσουν αυτό μιας άλλης. Και οι συνέπειες του αγώνα δύσκολα αφήνουν ανεπηρέαστους ακόμα και τους πιο απαθείς απέναντι στο άθλημα. Η κοινωνία λειτουργεί μαζικά και κάθε «μάχη» της είναι μια μάχη όλων. Άλλων λιγότερο και άλλων περισσότερο.

Ακόμα κι αν σταμάτησαν οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ακόμα κι αν η Ουρουγουάη αποσχίστηκε από την Αργεντινή, ακόμα κι αν η Γιουγκοσλαβία έφυγε από την επιρροή της ΕΣΣΔ, οι συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν στον άμαχο παρατηρητή διοχετεύτηκαν με το τέλος της πραγματικής έντασης στο άθλημα που απεικόνιζε πιστότερα αυτήν την ένταση, το ποδόσφαιρο, και άρχισαν να καλύπτουν τις κερκίδες σε κάθε αγώνα. Στο πρώτο Μουντιάλ το 1930, όταν η Ουρουγουάη νίκησε την Αργεντινή ενώπιον 100.000 θεατών στο Μοντεβιδέο, το μίσος ακόμα ξεχείλιζε στις όχθες του Ριο Ντε λα Πλάτα που χώριζε τις δύο χώρες. όταν ο Τζεφ Χαρστ έκανε το χατ-τρικ της νίκης στο 4-2 της παράτασης με τη Γερμανία το 1966 στο Γουέμπλεϋ, έμοιαζε να βομβαρδίζει η RAF τη Δρέσδη - το τελειωτικό χτύπημα σε έναν προαναγγελθέντα θάνατο και την επερχόμενη νίκη. Μια ολόκληρη Γιουγκοσλαβία ένιωσε έθνος για πρώτη ίσως και τελευταία φορά στον αγώνα με τους Σοβιετικούς την 31η Μαϊου του 1962 στη Χιλή. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμα κι αυτή η “επιθετική” συμπεριφορά της κερκίδας, οι καταλανικές βρισιές και κατάρες στον Φίγκο, τα σενεγαλέζικα βουντού στον Ζιντάν, τα ποιητικά «κουλελέ-αμάν-αμάν» των Τούρκων της Γαλατά, και οι αφηνιασμένοι ΠΑΟΚτσήδες στη Τούμπα γίνονται αποδεκτά μέσα στο όλο παιχνίδι. Πίσω από τα συνθήματα και τις φωνές κρύβεται η εμμονή για αντιπαράθεση και είναι προτιμότερο η «εμμονή» του δωδέκατου παίκτη να «βγαίνει» μες στο παιχνίδι, παρά οπουδήποτε έξω από αυτό.

Τέλος, αν μας μένουν αμφιβολίες για τη χρησιμότητα του δωδέκατου παίκτη, ας μην ξεχνάμε πως, διαχρονικά, η ιδιαιτερότητα του δωδέκατου παίκτη έγκειται στο ότι είναι απαραίτητος ακόμα και για τον αντίπαλο. Η έλλειψη φιλάθλων σκοτώνει κάθε άθλημα και οι πόλεμοι δεν θα είχαν κανένα νόημα, αν δεν υπήρχε αφετέρου η προσδοκία της δόξας στα μάτια των φίλων και συμμάχων και αφενός η αναγνώριση της ανωτερότητας του επίδοξου νικητή από τους εχθρούς. Φανταστείτε να παίζατε μπάλα σε άδειο Καμπ Νου ή να σας χειροκροτούσαν σε κάθε ντρίμπλα σας οι κηπουροί του Μαρακανά!


Η ΒΙΑ ΣΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Το ποδόσφαιρο, όμως, είναι «πόλεμος» σε εισαγωγικά. Προσεταιρίζεται τα χαρακτηριστικά του πολέμου, τον αναπαριστά, αλλά διοχετεύει σαν αλεξικέραυνο στη βούλα της σέντρας την υπαρκτή (δεν είμαστε κοινωνία αγγέλων) ένταση της μάζας που παρακολουθεί για ενενήντα λεπτά ομηρικές μονομαχίες στο χορτάρι απέναντι απ’ τα δυο τέρματα. Το ποδόσφαιρο έχει εξελιχτεί με τέτοιον τρόπο, ώστε μετά από δύο κολασμένες ώρες να μπορούν να χειροκροτήσουν όλοι τον νικητή, να χαιρετήσουν τους αντίπαλους στο απέναντι πέταλο και να δώσουν ραντεβού ξανά για την επόμενη αναμέτρηση. Σε κάθε άλλη περίπτωση -όπου κυριαρχεί το ξύλο, οι επικίνδυνες σωματικές βλάβες εν γένει, μέσα κι έξω από το γήπεδο- το ποδόσφαιρο σαν ποδόσφαιρο αυτοαναιρείται. Αν ήθελα να σκοτώσω τον απέναντι, θα το έκανα στον πόλεμο ή, τελοσπάντων, κλοτσώντας σακιά και περιμένοντας τον Αττίλα κάποιους αιώνες πίσω. Αλλά τότε δεν θα υπήρχε λόγος για ποδόσφαιρο με κερκίδα, εισιτήριο, γκολ και θέαμα, πρόκριση στους δεκάξι, αν είσαι γαύρος, και γύρω-γύρω-την-Ομόνοια-μέχρι-να-τελειώσει-η-βενζίνη-από-το-παπί, αν είσαι βάζελος. Γιατί, όμως, συμβαίνουν έκτροπα και ασχήμιες σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα;

Η πιο πιθανή απάντηση είναι για τον ίδιο λόγο που σε έναν πόλεμο γίνονται εγκλήματα πολέμου. Θα πρέπει να ξέρουμε, όμως, ότι το Χέηζελ δεν είναι ο κανόνας στο ποδόσφαιρο. Το Ολοκαύτωμα, αποτολμώντας μια σύγκριση, συνέβη, εξάλλου, μια φορά. Όσο για το ψευτοδίλημμα που προβάλλεται ότι χωρίς «θύματα» το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε άθλημα για «φλώρους», αρκεί να σκεφτούμε ότι οι άμαχοι ακόμα κι όταν συμμετέχουν στον πόλεμο προστατεύονται από τις Συνθήκες. Ακόμα δηλαδή και η πιο σκληρή έκφραση της ανθρώπινης ύπαρξης, ο πόλεμος, έχει κανόνες και όρια συμπεριφοράς. Δεν θα έχει το ποδόσφαιρο;

Βέβαια, πολλές φορές οι εγκληματίες πολέμου γλιτώνουν από τη Δικαιοσύνη, ιδίως αν ανήκουν στο στρατόπεδο των νικητών ή των ισχυρών γενικά. Κάτι ανάλογο συμβαί-νει και στο ποδόσφαιρο. Τα «εγκλήματα» παραγράφονται όταν ο «Πρόεδρος» έχει τη δύναμη να το επιβάλλει. Έτσι, για τα ίδια επεισόδια, οι ομάδες συμβαίνει να τιμωρούνται διαφορετικά, ενώ όσοι στο περασμένο Παγκοσμίο Κυπέλλο είχαν μπάρμπα απ’ την Ελβετία και τον έλεγαν Γιόζεπ Μπλάτερ, μπορούσαν να βαδίσουν ανενόχλητοι στις επόμενες φάσεις του. (Άρα, κατά μιαν έννοια η Κάρλα Ντελ Πόντε είναι η ικανότερη να αναλάβει τα ηνία του Συνδέσμου Διαιτητών Πειραιώς μόλις τελειώσει η θητεία της στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για Εγκλήματα Πολέμου!)

Εκφράζοντας, όπως θα δούμε παρακάτω, τόσο πιστά τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας, το ποδόσφαιρο θα ενσωματώσει ως συμπεριφορά οτιδήποτε εγκολπώνει η ίδια η καθημερινότητα. Αν αυτή, βέβαια, σήμερα έχει εθιστεί σε σκηνές βίας και την πολεμοκάπηλη ηθική του πολέμου αλά CNN, τότε αυτό θα φανεί και στις κερκίδες των γηπέδων, αν δεν έχει κάνει ήδη την εμφάνισή του σ’ αυτές. Για να πάψει η βία μέσα στα γήπεδα πρέπει να πάψει πρώτα έξω από αυτά. Εκτός κι αν το ποδόσφαιρο πάψει να εκφράζει τους μύθους του μέσου όρου και συνεχίσει σαν τρόπος αθλητικής εξάσκησης, ντόπας και στοιχήματος –ένα άθλημα των ελίτ, κρεμασμένο απ’ τα γκαλά αλά IAAF της FIFA σαν πίνακας σε μουσείο. Τότε δεν θα ’χει καμία επαφή με την πραγματικότητα, άρα και καμιά αλληλεπίδραση με την κοινωνία, άρα δεν θα τροφοδοτείται από την εξέλιξη που η κοινωνία θα συντελεί (εκτός κι αν αυτή η ακόμα η πραγματικότητα έχει κλειστεί σε μουσείο με τη κοινωνία στο γύψο).

ΤΑ «ΜΕΤΡΑ» ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Μετά από χρόνια εξέλιξης προς αυτήν, θα ήταν κρίμα το ποδόσφαιρο να χάσει την προνομιακή του σχέση με τον καθημερινό άνθρωπο. Να χάσει το προνόμιο, που έχει κατοχυρώσει απέναντι στα άλλα αθλήματα, να εκφράζεται μέσα από αυτό ολόκληρη η ανθρώπινη περιπέτεια. Το ποδόσφαιρο, όμως, δεν υπάρχει μόνο για αυτά που «δεν είναι» (τον πόλεμο και την αντιπαράθεση), αλλά πρωτίστως για τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί το ποδόσφαιρο και όχι κάποιο άλλο άθλημα; Τι είναι αυτό που το ξεχωρίζει στις συνειδήσεις των φιλάθλων από ένα άλλο άθλημα; Τι είναι αυτό που το κάνει «βασιλιά των σπορ»; Πώς καταφέρνει να απεικονίσει την πραγματικότητα γύρω μας; Φαίνεται πως τα «μέτρα» του αποτυπώνουν πιστότερα τα ανθρώπινα μέτρα, υπαρκτά ή επιζητούμενα:

α) Το εμβαδόν του γηπέδου δίνει ζωτικό χώρο και την αίσθηση της μέγιστης ιδιοκτησίας στον καθένα που ίσως να μένει σε 50, 100 ή 1000 τ.μ.

β) Οι χαώδεις κερκίδες καθιστούν τον καθένα αξιόπιστο ρήτορα σε ένα ανεπανάληπτο ακροατήριο.

γ) Το «πλεχτό» εικονογραφεί απόλυτα το συναίσθημα που νιώθουμε όταν πετυχαίνουμε τον στόχο μας: η κινούμενη μπάλα-σκέψη τραντάζει τα δίχτυα καταργώντας τα δεδομένα και ξαφνικά ακινητοποιείται σε κάποια γωνία σαν την αλήθεια που κάθεται καθαρή στην κορυφή της αντίληψής μας.

δ) Το τρέξιμο στο χόρτο μοιάζει με χορός που αποθεώνει το σώμα – αντικείμενο πόθου, καταργεί τις φυσικές ατέλειες που φυσικά δεν διακρίνονται στην ταχύτητα και την απόσταση.

ε) Η αναπόφευκτη αδικία από έναν διαιτητή, που είναι φύσει αδύνατον να αντιληφθεί τα πάντα, θυμίζει την κρίση του Θεού. Του δίνουμε την απόλυτη εξουσία, αλλά όλοι προσπαθούμε να τον ξεγελάσουμε, ξέροντας ότι δεν τα βλέπει όλα, και στο τέλος του φορτώνουμε τα όποια λάθη μας.

στ) Η διάρκεια του αγώνα είναι τέτοια που να χωράνε σ’ αυτήν όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις, λιγότερο – δείχνει λίγο, περισσότερο – κουράζει.

Αλλά και κάποια άλλα «μέτρα»:

ζ) Η επιστροφή του κάθε Ρονάλντο δίνει ελπίδες επιστροφής σε όλους όσους μένουν πίσω και θεωρούνται ξεγραμμένοι.

η) Οι μεταγραφές σε μια καλύτερη ομάδα αντισταθμίζουν την πολυπόθητη προαγωγή.

θ) Τα διλήμματα τύπου Πελέ ή Μαραντόνα (Beatles ή Rolling Stones, Καζαντίδης ή Μπιθικώτσης) διατρέχουν σε όλα τα μηκη και πλάτη την ανθρώπινη ψυχή που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο «πρέπει» και το «θέλω», το άσπρο και το μαύρο, τη σιγουριά και την περιπέτεια, το νόμιμο και το απαγορευμένο.

Ποιο άθλημα μικρογραφεί τόσο πιστά το μεγαλείο της καθημερινής μας περιπέτειας; Προφανώς, όλα τα αθλήματα με τον έναν ή άλλον τρόπο απεικονίζουν την ανθρώπινη πραγματικότητα. Τα «μέτρα» του ποδοσφαίρου, όμως, ικανοποιούν τα «μέτρα» της ανθρωπότητας, τον κοινό μέσον όρο των προσδοκιών της, και σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η παγκόσμια απήχησή του. Είτε σε παιδί από το Μπρόνξ, είτε σε παιδί από την Ουγκάντα πετάξεις μια μπάλα, αυτό θα την κλοτσήσει. Είτε είσαι αγρότης στον Τύρναβο, είτε μοναχός στο Νεπάλ, το τρανζίστορ «κολλά» στο αυτί όταν μεταδίδεται ποδοσφαιρικός αγώνας. Ακόμα και οι Ταλιμπάν επέλεξαν για τις εκτελέσεις αμάχων ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, ενώ οι Ουκρανοί της Ντιναμό Κιέβου θυσιάστηκαν για την πατρίδα τους, νικώντας σε ποδοσφαιρικό αγώνα τους επίλεκτους της Βέρμαχτ. (Το ποδόσφαιρο εκφράζει τα ανθρώπινα «μέτρα» και της πιο μεγάλης τραγωδίας).

Στο μέλλον, μπορεί τούτο να αλλάξει. Με δηλητηριασμένο περιβάλλον, αυτοματοποιημένα συναισθήματα και κοινωνική απομόνωση, ίσως το άθλημα του 3000 μ.Χ. να είναι το σκουός, όπως πριν χιλιάδες χρόνια σίγουρα «έσπαγε ταμεία», κατά πως διαβάζουμε στον Όμηρο, ο ακοντισμός. Σε μια παράτολμη αναγωγή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εάν ο στίβος είναι οι κλασικές Τέχνες για τον 20ο αιώνα, το ποδόσφαιρο είναι ο κινηματογράφος. Αναλογικά, αν δεν έχει αλλάξει κάτι τελευταία, οι απόγονοι των Lumiere και της MGM θα πρέπει να κόβουν περισσότερα εισιτήρια από τους απόγονους του Φειδία και του Μικελάντζελο Μπουοναρόττι.

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

Ως πεδίο αναφοράς των κοινωνικών πεπραγμένων, το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να παραμείνει μακριά από την πολιτική. Η Ιστορία διδάσκει ότι διαχρονικά πολιτική και αθλητισμός ήταν κοντά. Πόσο μάλλον στο ποδόσφαιρο. Επιπλέον, ως απεικόνιση της σύγκρουσης μεταξύ εθνών και μάλιστα σε δύσκολες περιόδους (Ουρουγουάη-Αργεντινή το ‘30, ΗΠΑ-Ιράν στο Μουντιάλ του ’94, ΗΠΑ-Κίνα στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο Γυναικών, Αργεντινή-Αγγλία το καλοκαίρι και πολλά άλλα), το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να μην συγκινεί και τη διπλωματία. Με αφορμή τον αγώνα του Παναθηναϊκού στην Τουρκία με την Φενέρμπαχτσε, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι και μόνο ο αγώνας ήταν μια νίκη του ποδοσφαίρου. Το να περιμένεις από Τούρκους και Έλληνες μες στο γήπεδο να μην βριστούν είναι απλώς άτοπο. Ακόμα, όμως, κι αν βριστούν για το παρελθόν τους, αυτό έχει ήδη κριθεί και δεν αλλάζει. Αντιθέτως, το «βρίσιμο» δημιουργεί παρόν, ένα πάτημα επικοινωνίας. Τους Τούρκους ο νέος τούς ξέρει από τα βιβλία της Ιστορίας, δηλαδή δεν τους ξέρει. Βλέποντας αλλήλους, Έλληνες και Τούρκοι αποκτούν αίσθηση ο ένας του άλλου και αυτό είναι μια κάποια αρχή προς τη γνώση. Η διπλωματία δεν χρειάζεται να τους βάλει να ανταλλάζουν ανθοδέσμες. Χρειάζεται να τους βάλλει στο ίδιο γήπεδο. Τα άλλα θα ‘ρθουν μόνα τους. Γι’ αυτό και ήταν ήττα της διπλωματίας που δεν ήρθαν Τούρκοι στην Αθήνα. Ήταν ήττα και για το ποδόσφαιρο (όπως τεράστια ήττα ήταν ο αποκλεισμός της Γιουγκοσλαβίας από το Euro ’94 λόγω του πολέμου στη Βοσνία και είναι ήττα κάθε αποκλεισμός ομάδας για πολιτικούς λόγους).

Θα πρέπει τότε όλοι να αντιληφθούν ότι οι “βάζελοι” υπάρχουν γιατί υπάρχουν οι “γαύροι” κι ανάποδα. Είναι κομμάτι του παιχνιδιού που, όπως όλα τα παιχνίδια, έχει όρους. Και εδώ οι όροι είναι αυτοί που είπαμε στην αρχή: Ο πόλεμος χάνει έδαφος σταδιακά απέναντι σε κάποια άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα και σ’ αυτό προσιδιάζει ο Αθλητισμός περισσότερο από τις Τέχνες ή τις Επιστήμες. Η εποχή ευνοεί ένα συγκεκριμένο άθλημα κι αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Το αποθεώνουμε, το λοιδορούμε, νικάμε και χάνουμε καθημερινά μέσα απ’ αυτό. Τελικά, με τον αντίπαλο είμαστε κάθε φορά σαν τους πόλους ενός μαγνήτη, υπάρχουμε γιατί έχουμε την ικανότητα να διακρίνουμε ο ένας τον άλλον. Και είναι προτιμότερο ένα πανό με τον Μωάμεθ τον Πορθητή στη θύρα των φανατικών στο Βόσπορο, παρά τα φλάμπουρα με την ημισέληνο στην Καρπασία.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Αν είναι, όμως, έτσι και το ποδόσφαιρο παίρνει τη θέση του πολέμου, γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν πόλεμοι; (Ιδίως μετά από τόσες διοργανώσεις; -μέχρι και intertoto έχουμε). Μα, δεν είπε κανένας ότι οι πόλεμοι θα καταργηθούν από το ποδόσφαιρο. Αν και ως πόλεμοι, που το ποδόσφαιρο «αντιγράφει», μοιάζουν να έχουν καταργηθεί, όπως γίνεται φανερό από τις σύγχρονες πολεμικές δραστηριότητες της υπερδύναμης. Και για να υπάρχει ποδόσφαιρο, πρέπει οι ομάδες να παίζουν στο ίδιο γήπεδο και όχι από απόσταση. Παρόλο, όμως, που οι πόλεμοι «ανεβαίνουν» κατηγορία, το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να συγκινεί και οι εφημερίδες να του αφιερώνουν καθημερινά πολλές από τις στήλες τους. Κι αυτό γιατί όσες φορές και να βομβαρδίσουν οι ΗΠΑ το Ιράκ, όσες φορές κι αν πάρει το Ευρωπαϊκό η Ρεάλ, στο ποδόσφαιρο μπορεί κάποια στιγμή το Ιράκ να «βομβαρδίσει» τις ΗΠΑ και το κύπελλο να σηκώσει η δική μας ταπεινή ομάδα. Οι ανοιχτές ελπίδες που διατρέχουν το ποδόσφαιρο τού επέτρεψαν να μας «τραβήξει» έξω από τη λάσπη του πολέμου στο παρελθόν. Οι ίδιες ελπίδες είναι σε θέση να του επιτρέψουν μας κρατήσει έξω από την ίδια λάσπη που έρχεται από το μέλλον.

Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι το ποδόσφαιρο είναι άθλημα και δεν πρέπει να του φορτώσουμε τις ευθύνες τις πολιτικής. Επιπλέον, οι μνήμες των πολέμων ξεθωριάζουν. Οι εποχές εξακολουθούν να αλλάζουν και στην πρώτη ευκαιρία είναι έτοιμες να προδώσουν τις αναμνήσεις από το Mexico ’70 ή ’86 ή τη μέρα που η Ρίτα Παβόνε τραγουδούσε «Μ’ αφήνεις μόνη μου τις Κυριακές». Η ανθρωπότητα μεγαλώνει και η μοίρα του ποδοσφαίρου είναι κάποτε να πάψει να εκφράζει μαζικά τον ψυχισμό της. Η αδικία είναι ότι, αν πήρε χρόνο να φτάσει εκεί που έφτασε (θυμηθείτε, από τα πρώτα κεφάλια, στους κοιτώνες της Βρετανίας), η αποκαθήλωση από τις συνειδήσεις της μάζας θα είναι γρήγορη και απαρατήρητη. Αλλά, έτσι γίνεται με όλες τις ιδεολογίες.

Πλέον, καταλαβαίνει κανείς ότι το ενδιαφέρον του κόσμου για την ποδοσφαιρική μαγεία συντηρείται με τεχνητές αναπνοές, εκπληκτικής εμπνεύσεως σίγουρα, αλλά τεχνητές. Αν το «οφσάιντ» ήταν μια διόρθωση στον πραγματικό πόλεμο, ώστε να μπορούμε να τον παρακολουθούμε σε ένα γήπεδο, το μέτρημα των καθυστερήσεων στο τέλος των ημιχρόνων είναι ο τελευταίος λαγός από το μαγικό καπέλο των κανονισμών. Οι μεταγραφές των μεγάλων αστέρων έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Κανένας Τζακ δεν θα ζητούσε τέτοια προαγωγή και να αφήσει πίσω το μπάρ του χοντρο-Λίντσεϋ με τις χλιαρές του μπύρες βλέποντας Τσέλσυ – Άρσεναλ στην τηλεόραση πίσω από τη μπάρα. Τα τηλεοπτικά έφεραν στα όρια της κατάρρευσης σπουδαίες ομάδες της Ευρώπης και μερικές τις διέλυσαν. (Μέχρι και ο κινηματογράφος δείχνει να χάνει έδαφος μπροστά στην τηλεόραση). Άσε, που ξέρουμε όλοι ποιος θα πάρει το Champions League. Το ποδόσφαιρο έχει γίνει υπόθεση της Ρεάλ και άλλων πέντε έξι μεγαθηρίων. Ποιος θα ενδιαφέρεται σε λίγο καιρό να δει Ολυμπιακό – Παναθηναϊκό όταν θα παίζουν Ρεάλ – Μάντσεστερ και Βραζιλία – Μικτή Ευρώπης; Αλλά, τότε φτάνουμε εκεί που ξεκινήσαμε: Το ποδόσφαιρο καταργεί εν τέλει τον πόλεμο με έναν άλλον μεγαλύτερο στο κατόπι της Ιστορίας.

Στο πεδίο της μάχης, όσοι κυνηγάμε τις συγκινήσεις του 20ου αιώνα είμαστε, ήδη, ξεπερασμένοι. Νέες ποδοσφαιρικές δυνάμεις κάνουν την εμφάνισή τους. Η εξέλιξη των κοινωνιών αναδεικνύει νέες κοινωνικές πραγματικότητες πιο δυναμικές και διεκδικητικές στις οποίες το ποδόσφαιρο θα πρέπει να προσαρμοστεί για να επιβιώσει ως ο γνησιότερος εκφραστής του μαζικού μέσου όρου. Το μήνυμα ήρθε από τα γήπεδα της Κορέας και της Ιαπωνίας, από τις εμπνεύσεις των τούρμπο επιθετικών της Βραζιλίας, από την εκπληκτική δήλωση για Άγγλους μετά τον αποκλεισμό τους ότι «πιστεύουμε σ’ αυτήν την ομάδα γιατί είναι νέα», από την έκπληξη της Γερμανίας που έφτασε στον τελικό. Μήνυμα κι απ’ τους «άμαχους»: Οι Κορεάτες φίλαθλοι μάζευαν τα σκουπίδια τους από τις κερκίδες με την ίδια ταχύτητα που τρέχουν αφηνιασμένοι οι παίκτες τους στο τερέν. Οι συντηρητικοί Ιάπωνες κάλυπταν σαν μεγάλη σημαία το γήπεδο με τις μπλε φανέλες τους. Μήνυμα από την αγορά: Η Μάντσεστερ Α.Ε κάνει περιοδείες γεμίζοντας τα στάδια της Ταϊλάνδης, όπως όταν παίζει η Γιουβέντους μακριά από το Τορίνο. Τα γήπεδα είναι πλέον σκεπαστά και συνδυάζονται με πολυθεάματα και πολύωρη ψυχαγωγία, σαν πο-λυχώροι-multiplex. Αργά ή γρήγορα, οι φάσεις θα επαναλαμβάνονται σε μόνιτορ για τον αβέβαιο διαιτητή και ίσως το ΠΡΟ-ΠΟ να παίζεται στις κερκίδες ανά πεντάλεπτο σαν το μπίνγκο στις αίθουσες της κομητείας του Κοννέκτικατ.

ΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥΣ ΟΠΛΟ

Τον τελευταίο λόγο, όμως, σε κάθε πόλεμο έχουν οι ίδιοι οι μαχητές και οι στρατηγοί τους. Τα Ομηρικά έπη εξύμνησαν τα κατορθώματα των τρομερότερων πολεμιστών της εποχής τους. Ακόμα και τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, οι ήρωες ήταν αναγνωρίσιμοι, όχι επειδή έκαναν διαφημιστικά, αλλά επειδή είχαν δεδομένη τη θεϊκή ομορφιά -από στόμα σε στόμα, από έπος σε έπος- ως απόρροια της θεϊκής τους προέλευσης στο λαϊκό υποσυνείδητο. (Με τον Αχιλλέα ήμασταν, όχι με τον Αγαμέμνονα). Σήμερα, οι σταρ του ποδοσφαίρου δεν είναι απαραίτητα οι καλύτεροι παίκτες. Είναι σίγουρα οι πιο αναγνωρίσιμοι, είτε είναι διάσημοι μόνο στη χώρα τους, είτε σε όλον τον κόσμο. Εσείς αναγνωρίζετε τις ντρίπλες του Νακάτα της Ιαπωνίας, του Ουκρανού Σεβτσένκο και τις σέντρες του Καν’το-σαν-τον-Μπέκαμ, ή κάποιων πιο ασουλούπωτων και χαμηλότερου προφίλ συμπαικτών τους, του Ιναμότο, του Ρεμπρόφ και του Σκόουλς; Αν δεν ήταν όμορφος ο Μπεστ στα 70’s, δεν θα υπήρχε Πελέ, είχε πει. Σήμερα, στην ομάδα του Φέργκιουσον, θα ήταν απλά ένας Ιρλανδός Θεός. Απ’ την άλλη, τα συστήματα των στρατηγών-προπονητών μοιάζουν να καταπίνουν την ατομικότητα, το ντελικάτο παιχνίδι, την σπιρτόζα έμπνευση, αυτό όμως γιατί αναζητούν μια νέα, πολύ πιο γρήγορη τέτοια, πολύ πιο δυνατή. Αυτά που σήμερα φαίνονται να καταστρέφουν το ποδόσφαιρο, η αστραπιαία ταχύτητα και η υπεράνθρωπη φυσική κατάσταση θα είναι απλά ξόρκια για μια νέα φυλή μάγων της μπάλας. Το ποδόσφαιρο περιμένει με ανυπομονησία να γεννηθούν, εξ’ ου και η αγιοποίηση των ημίθεων της μπάλας.

Όμως, μήπως εμείς ξεμείναμε οριστικά στον 20ο αιώνα; Μήπως, στο ποδόσφαιρο που «θέλει» να γίνει «πόλεμος» έχουμε το ρόλο του Δον Κιχώτη; Και ποιο μπορεί να είναι το τίμημα για το ποδόσφαιρο; Μπορούμε να το φανταστούμε σαν κάτι διαφορετικό από εκείνο που μάθαμε κολλώντας πιτσιρικάδες χαρτάκια της Πανίνι; Αυτό που πρέπει να κατά-λάβουμε είναι ότι τα πράγματα βεβαίως δεν ξεγράφονται εύκολα. Ζουν, αλλά μέσα από τους συνεχιστές. Άρα, αυτό που ζήσαμε εμείς είναι καταδικασμένο κάποια στιγμή να ξεμείνει στις βιτρίνες των μουσείων, όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης. Επιπλέον, το ποδόσφαιρο μοιάζει με όχημα που σε ταξιδεύει. Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι δίπλα σου τρέχουν και άλλα οχήματα πιο γρήγορα από εσένα. Φαίνεται ότι κάποιοι σε αντέγραψαν και πήραν τα ηνία της κούρσας. (Ίσως, έτσι να ένιωσαν οι Ιταλοί χάνοντας από τους Κορεάτες στο Μουντιάλ: σαν Fiat που το προσπερνά ένα Hyundai από τα δεξιά). Το ποδόσφαιρο, όμως, δεν θα πεθάνει, το ποδόσφαιρο θα μετεξελιχτεί και θα παραμένει «ποδόσφαιρο» στις συνειδήσεις κάποιων άλλων, όσο κι αν σε μας θα φαίνεται διαφορετικό. Ακόμα κι αν τα «μέτρα» του δεν ικανοποιούν μαζικά τις προσδοκίες των ανθρώπων στο μέλλον, το ποδόσφαιρο θα εξακολουθεί να έχει ένα μεγάλο ατού για να επανέλθει, το μόνο πράγμα στο οποίο δεν αναφερθήκαμε ως τώρα - τη μπάλα. Η στρογγυλή θεά στοιχειώνει τις συνειδήσεις των ανθρώπων στις αλάνες και στα σπίτια, άλλοτε σαν μάνα, άλλοτε σαν φίλη, άλλοτε σαν αδερφή, άλλοτε σαν πόρνη. Είναι μια εικόνα βαθιά χαραγμένη στην συνείδηση του ανθρώπου. Μεγαλώνοντας με μια μπάλα, συνειδητοποιείς ότι όλος ο κόσμος είναι μια σφαίρα που γυρίζει. Καθώς στέκεται πεταμένη σε μια γωνία, τι πιο εύκολο από το να την κλοτσήσεις;