Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Ακυβέρνητη πολιτεία




Οι παλιοί ναυτικοί διηγούνται μια τρομακτική ιστορία για ένα μπρίκι με μήκος 200 γιάρδες που στοιχειώνει τις θάλασσες του κόσμου από το Άμστερνταμ μέχρι το Σύδνεϋ κι από το Κέηπ Τάουν μέχρι την εκρηκτική Τζακάρτα. Ο Ιπτάμενος Ολλανδός εμφανίζεται από το πουθενά μέσα σε απόκοσμη λάμψη και μανιασμένους ανέμους, προκαλώντας τον τρόμο στους ναυτικούς. Σύμφωνα με έναν ολλανδικό μύθο του 18ου αιώνα, στο Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας ο Κάπτεν Βαν Στράατεν παρέβλεψε την κοινή λογική και τις παρακλήσεις του πληρώματός του και μπήκε στην τρομερή καταιγίδα απ’ την οποία κανείς δεν βγήκε ζωντανός. Πλοίο και πλήρωμα καταράστηκαν να πλέουν στους αιώνες την ίδια διαδρομή. Σε μια άλλη ιστορία από το Ακρωτήρι, ο πεισματάρης Κάπτεν Βαν Ντερ Ντρέκεν έβριζε τον άνεμο που ερχόταν συνεχώς κόντρα και αρνιόταν να βρει καταφύγιο σε ασφαλή κόλπο: «Θα τον προσπεράσω κι ας μου πάρει μέχρι την Ημέρα της Κρίσης να το πετύχω». Έχουν περάσει ήδη τέσσερις αιώνες και ο άνεμος τον προσπερνά.

Ο γερμανικός μύθος θέλει την ίδια εποχή στη Βόρεια Θάλασσα τον Κάπτεν Φον Φάλκενμπουργκ να παίζει στα ζάρια με τον ίδιο τον διάολο. Σε μια μόνο ζαριά καταδικάζεται να μείνει για πάντα στο σκαρί του. Θα ελευθερωνόταν μόνο αν έβρισκε σύζυγο για τον εαυτό του μια παρθένα. Ο βρετανικός μύθος θέλει τον καπετάνιο του Ιπτάμενου Ολλανδού να πλέει εν έτει 1821 στο Ακρωτήρι και να χλευάζει τους ναυτικούς του που τον ικετεύουν να δέσει μέχρι να περάσει η καταιγίδα. Ο Άγγλος καπετάνιος ανέβηκε στην πλώρη βρίζοντάς και ύψωσε τις γροθιές του στον Θεό. Ένα φάντασμα εμφανίστηκε τότε πίσω του και καταράστηκε τον καπετάνιο να ζει αιώνια στο ίδιο κατάστρωμα. Άλλος μύθος μιλάει για τη βουβωνική πανώλη που ξέσπασε στον Ιπτάμενο Ολλανδό το 1641. Κανένα λιμάνι δεν δεχόταν το πλοίο, το οποίο καταδικάστηκε να ταξιδεύει αιώνια στις επτά θάλασσες.

Υπάρχουν δύσκολες στιγμές στη ζωή που ο ορθολογισμός του ανθρώπου αναστατώνεται και τότε μύθος και πραγματικότητα βρίσκουν καταφύγιο ο ένας στον άλλον. Στις 11 Ιουλίου 1881 από τη γέφυρα της κορβέτας HMS Bacchante στις άγριες ακτές της νοτιοανατολικής Αυστραλίας, ο πρίγκιπας Άλμπερτ Βίκτορ, μελλοντικός Γεώργιος ο Πέμπτος της Αγγλίας, είδε μαζί με άλλους από το πλήρωμα τον Ιπτάμενο Ολλανδό. Στις 24 Ιανουαρίου του 1923, υπήρξαν μαρτυρίες τεσσάρων αμερικανών ναυτικών πως είδαν το καταραμένο ιστιοφόρο στις ακτές τις Νέας Αγγλίας. Οι δύο απ’ τους μάρτυρες εξαφανίστηκαν εν πλω. Ακόμα και γερμανικό υποβρύχιο του Τρίτου Ράιχ ανέφερε πως είδε τον Ιπτάμενο Ολλανδό στις βόρειες θάλασσες της Ευρώπης τα ταραγμένα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου.

Από τις 37°58′N 23°43′E συντεταγμένες της πάνω στον παγκόσμιο χάρτη η πρωτεύουσα Αθήνα αντικρίζει τις πρώτες μέρες του κακορίζικου 2009. Όλα τα πάθη των Ελλήνων είναι μαζεμένα εδώ. Η μητρόπολη δείχνει καράβι ακυβέρνητο στις φουρτούνες των καιρών. Χωρίς πυξίδα και με άγκυρα σπασμένη και με όλους τους καπεταναίους της χώρας κλεισμένους στο σαλόνι των αξιωματικών, το καράβι έχει μπει στην καταιγίδα για τα καλά. Η ζαριά των Ολυμπιακών Αγώνων δεν τους έκατσε και τώρα αναζητούν πώς να φέρουν με το μέρος τους τα νιάτα που δεν θέλουν να μπαρκάρουν μαζί τους. Το απαρχαιωμένο σκαρί της πρωτεύουσας ταξιδεύει τη φωνή της χώρας στα μεγάλα λιμάνια της Δύσης, αλλά κανένα δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται από τα εμπορεύματά της. Απεναντίας, δεν κρύβει πλέον πως φοβάται την κακοδαιμονία της.

Πίσω στο κατάστρωμα, οι αστικοί μύθοι δίνουν και παίρνουν. Η απατηλή καθημερινότητα δεν αφήνει το πλήρωμα να ξαποστάσει. Κι όμως, η μεγάλη πόλη είναι καταδικασμένη να υπάρχει. Υπάρχει άραγε μια αληθινή ιστορία πίσω απ’ όλα αυτά; Ξέρουμε πως τον 17ο αιώνα, ο καπετάνιος Μπάρεντ Φοκ υπήρξε φημισμένος για την ταχύτητα με την οποία έκανε το ταξίδι Ολλανδία Ιάβα για λογαριασμό της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών. Οι προληπτικοί ναυτικοί της εποχής του πίστευαν πως για να το πετύχει έκανε συμφωνία με τον διάβολο. Κι έτσι κάπως ξεκίνησε ο μύθος του Ιπτάμενου Ολλανδού.

Στο «δισχιλιετές» καράβι μας, καπεταναίοι και πλήρωμα σπάνια συνεννοούνται. Και δεν είναι λίγες φορές που το καράβι πάει άπατο για να εμφανιστεί ξανά από το πουθενά σε βροντές και αστραπές. Ο εκσυγχρονισμός ήταν καλός για όλους όσο δεν είχε καταιγίδα. Στα πρώτα σύννεφα, ο ικανός τιμονιέρης έγινε ιπτάμενος και ο αισιόδοξος ναύτης κακορίζικος μούτσος. Μέχρι να αποφασίσουμε στην αναστατωμένη μας ζωή αν ο γιαλός είναι στραβός ή στραβά αρμενίζουμε μπορούμε κάλλιστα να διηγούμαστε ιστορίες από το ένδοξο παρελθόν μας και ο τόπος να θυμίζει ακυβέρνητη πολιτεία. Ποιος θα λύσει την κατάρα;

H Νέα Πρωτοχρονιά της Αθήνας




Δεν ήταν πάντα η πρώτη του Γενάρη η αρχή του νέου έτους στην ιστορία των ευρωπαϊκών λαών. Η Σκωτία υιοθέτησε τη μέρα αυτή ως πρωτοχρονιά το 1600, ενώ η υπόλοιπη Βρετανία ακολούθησε το 1752. Στη Δημοκρατία της Βενετίας η αρχή του έτους υπήρξε η 1η Μαρτίου μέχρι το 1797 οπότε και η Δημοκρατία καταλύθηκε. Το ίδιο ίσχυε, επίσης, για τη Ρωσία από το 988 μέχρι το 1492. Από τότε και μέχρι το 1700 έγινε η 1η Σεπτεμβρίου, για να έρθει ο Πέτρος ο Μέγας να μεταρρυθμίσει το χρόνο στην νεότευκτη αυτοκρατορία του, που από το έτος 7207 από κτίσεως κόσμου βρέθηκε μεμιάς στο 1700 από τη γέννηση του Χριστού.

Σε κάθε περίπτωση, η αρχή του έτους συμβολίζει κάτι. Κι αυτό είναι η ελπίδα πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα από πριν. Ένα καλύτερο μέλλον. Στις παλιότερες κοινωνίες, όπου η αγροτική οικονομία ήταν στο επίκεντρο της καθημερινότητας, ο τρύγος ήταν αρκετός για να πυροδοτήσει αισιοδοξία και υψηλές προσδοκίες στις οικογένειες. Ώστε όλοι με σηκωμένα τα πουκάμισα να εύχονται αβίαστα μες στη χαρά της μέθης «καλή χρονιά». Σήμερα, η φράση «θέρος, τρύγος, πόλεμος» έχει ξεχαστεί. Στις αστικές μας κοινωνίες, ο Σεπτέμβρης είναι ο χειρότερος μήνας, αφού η λιγοστή άδεια του καλοκαιριού τελειώνει κι έρχονται οι ξεχασμένες δόσεις, οι λογαριασμοί και τα αδειανά πουκάμισα της ΔΕΘ. Πώς να ευχηθείς πλέον καλή χρονιά τον Σεπτέμβρη;

Έτσι, φτάνουμε στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Είναι οι μέρες που η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει, κάτι που από τα αρχαία χρόνια το ‘πιασε το ανθρώπινο μάτι και το αισθάνθηκε η βασανισμένη ανθρώπινη ψυχή. Σήμερα, ο τρύγος είναι η κατανάλωση. Οι πολίτες καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά μόνο όταν μειωθεί η αγοραστική τους δύναμη. Κι όπως πάντα στην Ιστορία, όταν η πίστη των ανθρώπων στις κοινωνίες τους καταρρέει, οι ίδιοι θα ψάξουν την ελπίδα σε κάτι σταθερό έξω από αυτές. Όσο κι αν η οικονομία πάει κατά διαόλου, το μεγάλωμα της μέρας εκείνες τις άγιες κρύες τελευταίες μέρες του έτους δεν θα αλλάξει. Από κάπου πρέπει να πιαστούν όλοι σταθερά.

Τα τελευταία χρόνια, η καθημερινότητα στις ελληνικές πολιτείες μας έσπειρε ανέμους και τελικά θέρισε θύελλες. Η Αθήνα είδε τα μαγαζιά της να καίγονται, τους νέους της να βγαίνουν στους δρόμους. Κυρίως, «εξοστράκισε» ένα νέο της παιδί, λες και μας περισσεύουν τα νιάτα σ’ αυτόν τον τόπο. Μια εικόνα πολέμου. Τι άραγε να εννοούμε φέτος σαν ευχόμαστε καλή χρονιά; Όλοι μιλούν για την κρίση που έρχεται αλλά κανένα πουκάμισο δεν λέει ακριβώς πως θα ‘ναι αυτή και δεν παίρνει μέτρα αν χρειάζονται. Το κρασί λιγόστεψε. Χωρίς ελπίδα η συγκεκριμένη Πρωτοχρονιά χάνει το νόημα της. Οι σχέσεις μας έχουν ήδη δηλητηριαστεί και κανείς δεν μοιάζει να έχει τη δύναμη να σκύψει στα προβλήματα του άλλου. Τέσσερα εκατομμύρια Αθηναίοι απλώς ανέχονται την καθημερινότητα της πόλης τους. Απομένει να μεταθέσουν την πρωτοχρονιά τους.

Κι έτσι φτάνουμε στο μήνα Μάρτη. Που η παράδοση λέει ότι πήρε το όνομά του από τον θεό του πολέμου. Ταιριάζει τραγικά με το γκρι της πόλης μας, τον πόλεμο των δρόμων, των πόλεμο των τιμών, τον πόλεμο γενικά. Είναι άραγε αυτό για το οποίο θέλουμε να μας θυμούνται;

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Requiem

1.
Τα μάτια καρφώνονται στο τίμιο ξύλο των προσκυνημένων
Εκπέμπει φωτιά και σπασμένο γυαλί η τιμωρία των Ρωμαίων
Οι ψάλτες της τάξης λένε τα λόγια τους φωναχτά με το δάχτυλο σαν λόγχη
Το σπίτι εξαγνίζεται σε θηλιές από άτοκες δόσεις κι εγώ;
Χαρουμενότερος καλυτερότερος
Συντονισμένος από χρόνια στο δελτίο των οκτώ
Πρετεντερίζει η συχνότητα πίσω απ’ τα μάτια μου
Νομίζω πως μου ξεπλένουν στο μυαλό τα χρήματά τους.

2.
Η Ιερουσαλήμ πήρε φωτιά να χτίσει δάκρυα
Πραιτοριανοί κατακλύζουν τις γωνιές που κάποτε χόρευε το γιασεμί
Είναι από καιρό το χώμα δηλητήριο και φυτρώνει την ασχήμια
Ο Κήπος της Εδέμ μια waste land από βωβό ατσάλι και μπετόν.
Καταδικάζετε τους βανδαλισμούς, Ρωμαίοι, για τη σωτηρία;
Με ένα απεταξάμην η βιτρίνα θα ξαναμπεί στη θέση της συνείδησης
Κλαίει ο Διάβολος στον παράδεισο με το Θεό παρέα που τους έκλεψαν τους ρόλους
Άνθρωπος και Μισάνθρωπος ανέλαβαν στη Γη την Κρίση εργολαβία.

3.
Ο σκυφτός εργάτης γείτων απορεί «τι γυρεύω εγώ στη φωτιά;»
Ξέφυγε από το σκοτάδι για να τον βρει ένα άλλο πιο ανθρώπινο
Γιοι και κόρες αγανακτούν για την κατάντια του πατέρα τους
Λόγχη η αδικία σημαδεύει αδιακρίτως στα πλευρά τους.
Ο Μισάνθρωπος χτυπά εκεί απ’ όπου ο Θεός έφτιαξε το θήλυ
Πώς να υπάρξει αρσενικός μετά από τέτοια ύβρη;
Ερμαφρόδιτη η σωτηρία σαν τον εργολάβο της μας πνίγει
Ο Άνθρωπος ανήμπορος καταφεύγει στις μαρτυρίες των γραπτών του.

4.
Θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο
Θέλαμε να ελευθερώσουμε τις συνειδήσεις
Χάσαμε το μέτρο στις ειδήσεις
Σκάει η ενοχή στα κεφάλια μας σαν πέτρα απ’ το δρόμο.
Απότομος ο συναγερμός στον εύθραυστο κόσμο των υβριστών
Κάποιοι ραδιοκέφαλοι μικροί ξεφύγαν απ’ το τηλεκοντρόλ
Σηκώνονται τα στερεότυπα να αναχαιτίσουν την παραβίαση του θεάματος
Ο στόχος κλειδώθηκε είμαστε πάλι ασφαλείς στα νερά μας.

5.
Όλοι χαρουμενότεροι όλοι καλυτερότεροι
Θέλαμε να ταξιδέψουμε τις θάλασσες θέλαμε να πατήσουμε στη σελήνη
Τα συμπλέγματα των δυνατών σφαγιάσαν τους μακάριους των νησιών
Σημαίες ανέμισαν εκεί που δικαίωμα έχουν όλα τα μάτια της γης εξίσου.
Πρωθιερέα δεν με ξεγελάς μυρίζει θάνατο η πόλη
Θα μου δώσει κανείς μια εξήγηση για το αίμα στο νερό;
Νόμιζα πως η θεία κοινωνία ήταν το τελευταίο άδικο της Ιστορίας αίμα
Πάρε δέκα ευρώ να πιεις έναν καφέ αλλού και μην κάνεις ερωτήσεις.

6.
Τι είναι εκεί πίσω που δεν βλέπω Κύριε;
Λουλουδιασμένος μαντρότοιχος με κυπαρίσσια και γλυκιά υγρασία
Κηλίδες στάλες πορφυρές τρέχουν απ’ την τριανταφυλλιά που αναρριχιέται
Πίσω εκτελούν τους νέους με σφαίρες από απεμπλουτισμένη ουράνια αμνησία.
Δέκα στη σειρά κι άλλοι δέκα ακολουθούν
Οι ιερείς της εξέτασης εξομολογούν τους μίσχους που δεν θα καρπίσουν
«Μάνα, συγγνώμη που θα σε κάνω να κλάψεις πριν ανθίσω»
Κροταλίζουν τα αυτόματα ξεπουπουλιάζοντας αμέτρητα φτερά στα πεζοδρόμια.

7.
Confutatis maledictis [Όταν καταραστούν οι αμαρτωλοί]
Όταν η κατάρα φωλιάσει στο πάτημα της σκανδάλης
Flammis acribus addictis [Καταδικασμένοι στις φλόγες αμέτρητου αναθέματος]
Στέλνοντας φωτιά που τα πλευρά σας τώρα ξεψαχνίζει
Requiem aeternam dona eis Domine [Χάρισέ τους αιώνια ειρήνη Κύριε]
Ξεκουραστείτε απορημένα μου παιδιά
Dies irae dies illa [Μέρα οργής και επικείμενου ολέθρου]
Μέρα σκοτεινή θα γυρέψει το δίκιο σας στη φωτιά.

8.
Παύσατε πυρ! «Απεταξάμην» λεν οι επόμενοι δέκα κι οι μεθεπόμενοι μαζί.
Τους φορούν τη μάσκα του εκτελεστή και τους ξαμολούν
Σκυλιά του πολέμου φρεσκολεπιδωμένα συντονίζονται
Το σπαθί των γενίτσαρων σφάζει πιο εύκολα τα αδέρφια της ίδιας μάνας.
Ο Θεός εξομολογείται στον Διάβολο πως δεν ήταν αυτό το θέλημά Του
«Και τότε πως εγώ θα δικαιολογήσω την Κόλαση;» Του απαντά
Πήγε η ώρα μεσάνυχτα κι οι δυο τους τα πίνουν με τη θεία κοινωνία που ξέμεινε
Οι εκκλησίες του δήμου έχουν σαπίσει απ’ το πολύ το πότισμα.

9.
Χάνω το βηματισμό μου εφτά μερόνυχτα πάνω σε πέτρες ορφανές
Ξεθεωμένο βλέπω τον εργάτη να τις μαζεύει στο χαλάζι
Η ματιά καρφωμένη στον σταυρό αντικρίζει αλήθειες που δεν ήξερε
Μόνο η γέννα μπορεί την ύβρη να νικήσει.
Σταυροκοπιέται θηλυκά η μάνα πριν βυζάξει
Είδε κακό όνειρο πως της ‘παίρναν το μικρό της γιο από τη φάτνη
Μυρίζει κρινολούλουδα και προσεύχεται για όλα τα παιδιά
Η μάνα το νόημα του κόσμου κι ας βρέχει.

10.
Είναι τώρα μέρες που δεν σταματά να δακρύζει ο ουρανός
Ο Άνθρωπος είναι θυμωμένος φωνάζουν οι ιερείς
Θυσία ζητούν οι φανατικοί να πάρουν μπρος οι μηχανές
Κάνοντας τα φτερά δεκάευρα αυξάνουν το έλλειμμα των συνειδήσεων υπέρ τους.
Οι εργάτες δεν τολμούν να κοιτάξουν πίσω απ’ τον τοίχο
Τα τριαντάφυλλα τούς μιλούν αλλά δεν έχουν πια κουράγιο να μυρίσουν
Μόνο η μάνα ψάχνει τον μεγαλύτερό της
«Τον είδες, εσύ;» Όχι, Παναγία μου.

11.
Τα χαρουμενότερα πρόσωπά τους με τρομάζουν καθώς η μάνα χάνεται ανάμεσά τους
Ανάβω ένα κερί μα έχουν κόψει την απευθείας σύνδεση με τον παράδεισο
Την αλήθεια θα στην πει ο γκριζομάλλης κύριος με τα γραβατωμένα ράσα
Τραγκόφαλτσοι τραγόφατσοι οι ντεμέκ απόγονοι του Μελωδού ουρλιάζουν.
Που να κρυφτώ; Που να κρυφτώ; Που να κρυφτώ;
Δεν έχει στασίδι για ‘μένα ο ναός της ολιγαρχίας
Δεν έχει εικόνα να φιλήσω δεν έχει ήχους και μυρωδιές
Όλα στα πόδια μου και τίποτα να κρατήσω τη ψυχή μου ζεστή στις τριανταφυλλιές.

12.
Τα σκυλιά του πολέμου μαντρώνουν στο βάθος άλλους δέκα. Πυρ!
Το κερί μου τρεμοσβήνει στην καρδιά της μάνας που καταλαβαίνει
Το αίμα στη φάτνη ξεγελά τους γενίτσαρους του Ηρώδη
Το καράβι φυγαδεύει το μωρό της στους Αιγυπτίους.
Θα ξανάρθει ωραίος σαν Έλληνας με τον δωδεκάλογο του γύφτου σαν χειροβομβίδα
Θα Τον δω να μαστιγώνει τους τηλεναούς των υβριστών πατρίδα
Θα Τον μακαρίσω για τη φωτιά που θα ανάψει στα κιτάπια τους
Θα Τον αρνηθώ και θα τα ξαναχτίσω απ’ την αρχή πάνω σε μια πέτρα.

13.
Αλλά δεν έχουν νόημα τα ευαγγέλια τα ίδια των ιδίων
Τόσες δυναστείες Αιγυπτίων και ‘μείναν μόνο οι τάφοι τους σωρός από πέτρες
Χαρουμενότερος καλυτερότερος ξανά Ρωμαίος Άνθρωπος και Μισάνθρωπος μαζί
Σαν πόσους Πέτρους και Αυγουστιναίους θέλει για εξιλέωση ο καταραμένος;
Παίρνω ένα μαχαίρι και κόβω τα καλώδια που με ευνουχίζουν
Χωρίς δεσμά οι υβριστές να με εκτελέσουν δεν μπορούν
Τα μάτια παραμένουν καρφωμένα στον άδειο σταυρό και πια θυμούνται
Τα ικριώματα είναι που ‘φέραν τους βανδάλους της εξετουσίας.
Kyrie eleison. Christe eleison. Kyrie eleison.


13 Δεκεμβρίου 2008

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Η Δημιουργία

Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.

Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.

Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.

Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.

Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.

Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.

Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό
για όλη του τη ζωή.


Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.

Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά
των Ανθρώπων.


Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται
προς τα πάνω

σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν
τις προσευχές.


Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.

Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές
σειρές.

Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.

Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο
με τα μούτρα κρυμμένα.

Η ζωή συνεχίζεται.

Ο Θεός αντικρίζει την καρδιά του.
Πως τα κατάφεραν οι Άνθρωποι και ζουν;
Θέλει την καρδιά του πίσω, μα τότε θα πάψει η Ιστορία.
Ο Θεός αγαπά, ο Θεός υπομένει.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.

Τον έφτιαξαν κι ύστερα προσπαθούν να Τον καταλάβουν μέσα απ’ το αίμα τους.
Τους έδωσε την καρδιά του για να αντέξει την αλήθεια τους.
Πως αν αυτοί πεθάνουν, φεύγει κι αυτός μαζί τους.
Η Ιστορία Τού ξέσκισε τα σωθικά, στεγνώνοντάς τον από συναίσθημα.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.
Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια:

Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.

Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό για όλη του τη ζωή.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά των Ανθρώπων.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται προς τα πάνω
σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν τις προσευχές.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές σειρές.
Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο με τα μούτρα κρυμμένα.
Η ζωή συνεχίζεται.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.

…Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια.


15 Νοε 2008




Extreme Ways


Δεν ξέρουμε αν ο Ομπάμα σερβίρει την Αλλαγή με μια από τα ίδια. Προς το παρόν, το όμορφο της υπόθεσης είναι πως έκανε την προσμονή πραγματικότητα. Αν ζεις στη μεγάλη σου πόλη, αυτή είναι μια καλή ευκαιρία για απευθείας σύνδεση με την καθημερινότητα που ακόμα περιμένει να την αλλάξεις.


Αγαπητέ αναγνώστη, βάλε στο cd “Extreme Ways” και ξεκίνα να διαβάζεις. O Nοέμβρης έχει μπει για τα καλά και ο νέος πλανητάρχης ακούει στο εξωτικό για τα WASP αυτιά ονοματεπώνυμο Μπάρακ Ομπάμα. Ολόκληρος ο πλανήτης πανηγυρίζει μια πραγματικά ιστορική στιγμή. Δεν είναι ότι ξαφνικά ο κόσμος μας θα γίνει παράδεισος. Αυτές οι ουτοπίες έχουν από καιρό πάρει το πραγματικό τους πρόσημο. Είναι κάτι πιο σημαντικό. Στο φαντασιακό μας υποσυνείδητο φυτεύεται μια προοδευτική εικόνα, ένα αλλιώτικο χρώμα, μια γοητευτική ιδέα. Η ιδέα της αλλαγής. Κι αυτό είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Αυτό κινεί την Ιστορία. Κι αυτό είναι extreme. Σταμάτα στο 1:11 του τραγουδιού: “ Extreme ways I know will part the colors of my sea. Perfect color me” τραγουδάει o Μοby. Σκέψου το αγαπημένο σου χρώμα και συνέχισε να διαβάζεις.

Αν ο «αφροαμερικανός» πρόεδρος των ΗΠΑ είναι αναγνωρίσιμος στους χωρικούς του Αφγανιστάν εν μέσω κόκκινων χωραφιών παπαρούνας, γιατί να μην είναι κάτι παραπάνω για τους κατοίκους της πρωτεύουσας εν μέσω γκρί χωραφιών απ’ οτιδήποτε; Οι Αθηναίοι έχουν έναν παραπάνω λόγο να ναρκισσεύονται με την υπόθεση αμερικανικές εκλογές. Λόγος άνευ ουσίας όσον αφορά την καθημερινότητά τους, αλλά ανέκαθεν μέσα στο (τηλεοπτικό) πρόγραμμα της παγκοσμιοποίησης, μιας και οι πρωτευουσιάνοι όλου του κόσμου θα κληθούν πρώτοι να δώσουν γνώμες και διαπιστευτήρια στο νέο status quo. Οι ανταποκρίσεις από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δίνουν και παίρνουν κι εκεί καταλαβαίνεις ότι η Αθήνα, δυστυχώς, είναι ένα επίπεδο πιο κάτω -απ’ ότι λόγου χάρη το Παρίσι. Ακόμα κι έτσι όμως, η όλη κατάσταση είναι ικανή να τονώσει τον κοσμοπολίτικο επαρχιωτισμό του μεγαλοδικηγόρου στο Κολωνάκι ή του φοιτητή της Παντείου, που –αλίμονο- ένα μισάωρο κουβέντας θα το ξοδέψουν, αναλύοντας τις υπαρκτές ή όχι επιπτώσεις της αλλαγής σκυτάλης στο Λευκό Οίκο. Οι υπόλοιποι μικροαστοί θα καρφωθούμε στα δελτία και θα το καλαμπουρίσουμε στο ταξί. «Βγήκε αυτός ο μαύρος. Μ’ αρέσει». Έτσι, μακριά από μεγαλόστομες αναλύσεις, η αμερικανικότητά μας θα παραμείνει καλοσιδερωμένη σε επίπεδα μπλουτζήν και MTV ή έστω μερικών ομολόγων σε δολάρια -όπου εδώ και καιρό μερικοί νοικοκυραίοι έχουν εγκλωβιστεί. Η καθημερινότητα των πρωτευουσιάνων δεν αλλάζει.

Ειδικά για τους Έλληνες πρωτευουσιάνους, η ουσία των αμερικανικών πραγμάτων της πόλης τους είναι εγκιβωτισμένη μεταξύ των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Πέτρου Κόκκαλη σε ένα αρχιτεκτονικό must (απ’ τα λίγα) της πόλης τους: Gropius, γυαλί, μοντερνισμός και τα σχετικά, σύμβολο φιλελευθερισμού κι ούτω καθεξής. Η ειρωνεία της σημειολογίας εδώ έγκειται στο ότι το γυάλινο μάτι της υπερδύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο έχει βάλει eyeliner τα ονόματα μιας γερμανίδας πριγκίπισσας κι ενός κομμουνιστή γιατρού (πατέρα ενός Έλληνα silovki). Θα πεις και τι δεν είναι ειρωνικό στις σχέσεις μας με τους Αμερικάνους; Το κτίριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης βρίσκεται στην οδό Μασσαλίας απέναντι απ’ το Γαλλικό Ινστιτούτο. Μέχρι εκεί όμως. Τα πολυάριθμα McDonald’s, TGI Fridays και KFC δεν προσφέρουν τέτοιες φευγάτες αναγνώσεις, όπως εξάλλου και το φαγητό τους δεν προσφέρει τίποτα σε γευσιγνωσία. Είναι περισσότερο δική μας επιθυμία να το παίξουμε αμερικανάκια με τσίλι, πίκλες και μπιφτέκι, παρά να λαδωθούμε με λίγη ελιά και ατζούγιες ή να πειραματιστούμε με γεύσεις. Αλλά, τελικά πάντα έτσι γινόταν με τους Αμερικάνους. Μας δίνουν αυτό που γουστάρουμε, πριν εμείς αποφασίσουμε αν αυτό είναι καλό ή όχι –ή αν μας ξεσηκώνει. Δημοκρατία, μπέργκερ, Χόλυγουντ, F16. Kαλοτυλιγμένα δώρα απ’ τη Neverland που δεν μπορείς να αρνηθείς σαν γνήσια Wendy που δεν θέλεις να μεγαλώσεις και να αναλάβεις ευθύνες. Το ελληνοαμερικανικό όνειρο πέφτει όπως τα πακέτα Μάρσαλ από μεταγωγικά του ΒΠΠ και προσγειώνεται σαν μπέργκερ απέναντι απ’ τη Βουλή των Νεφελίμ. Κι αν ένα μπέργκερ σε αναπληρώνει σε υδατάνθρακες, ένας Ομπάμα σε αναπληρώνει σε υποσχέσεις που οι εγχώριοι αδυνατούν να δώσουν. Υποσχέσεις γευστικές μόνο σε όσους πεινάνε. Έλα όμως που όσοι πεινάνε αλα αμερικέν έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται αν αξίζει. Τελικά, δεν ανέβηκε άδικα στο βουνό ο γιατρός Πέτρος το ’40. Μας πήρε δεκαετίες η Αλλαγή, η «προοδευτική εικόνα», όμως, είχε φυτευτεί βαθιά. Και μας άλλαξε τα χρώματα. Εδώ δεν είναι Αφγανιστάν. Πόσα levis να φορέσει πια κανείς; Σε πόσες πορείες να πάει; Πόσα βιβλία και ταινίες να δει; Οι περισσότεροι Αθηναίοι έχουν ξεπεράσει το σύνδρομο εκείνο των τριτοκοσμικών πρωτευουσιάνων που θα υποδεχτούν τον πλανητάρχη κρατώντας εθνικές σημαίες μαζί με την αστερόεσσα. Ευτυχώς. Κι αν έρθει ποτέ ο Ομπάμα στην Αθήνα; Αν κρίνουμε από τις επισκέψεις του προκατόχου του Κλίντον, οι πιθανότητες είναι μεγάλες. Αλλά, αυτή τη φορά θα μιλήσει με το γιο του γιατρού Πέτρου κι όχι το γιο της Σοφίας. Extreme ways are back again!

Τελικά, η ελληνική κοινωνία – Wendy κουράστηκε απ’ την Neverland και σκέφτεται να μεγαλώσει. Σίγουρα για μερικούς είναι δύσκολο. Ένας μαύρος αμερικανός πρόεδρος είναι χτύπημα στην εγχώρια συντηρητική συνείδηση που έδινε γη και ύδωρ σε λευκούς Πιουριφόι το ’50. Για τους δαλιανίδειους Κωστάκηδες του ’60 η Ελλάς ανήκει εις τη Δύσην, αλλά πώς να το πεις τώρα που εβδομηντάρισες με Ομπάμα στον «αράπη της Κυψέλης» ότι υποβάθμισε την άλλοτε ελίτ συνοικία σου; Κάπως έτσι η άτιμη η παγκοσμιοποίηση επηρεάζει τις υπόγειες διαδρομές της καθημερινότητάς μας στην Αθήνα. Κάπως έτσι ίσως συνηθίσει το μάτι μας σε άλλα χρώματα (θυμάσαι το αγαπημένο σου χρώμα; Βρες ένα άλλο τώρα) και προετοιμαστεί για τις υπέροχες νέες γενιές που έρχονται να αναλάβουν τα καλύτερα πόστα στον μικρόκοσμό μας και γίνει κάτι αυτή η χώρα του Ποτέ. Κάπως έτσι έχει νόημα η αλλαγή σκυτάλης στον Οίκο τον Λευκό. Αν πρόεδρος έβγαινε ο Τζων και αντιπρόεδρος η βλέπω-τη-Ρωσία-από-το-παράθυρο-της κουζίνας-μου Σάρα, το μπέργκερ θα ‘χε μια γεύση από τα ίδια. Πρέπει αυτήν τη φορά να μας δώσουν κάτι πολύ διαφορετικό οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι. Δηλαδή να σταματήσουν με τα «δώρα». Δόξα τω Θεώ από Goody’s, σουβλάκι και πίτσα πάμε καλά. Με έναν Ομπάμα κάτι γίνεται. Και σε τριάντα χρόνια, ίσως, έχουμε καταφέρει ο επόμενος Ομπάμα να μην μιλάει με κανένα σόι -ούτε του Πέτρου, ούτε της Σοφίας. Προσοχή μόνο σ’ αυτούς τους «προοδευτικούς» που άρχισαν να κουνάνε σημαιάκια. Είναι αυτοί που δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν υποσχέσεις, είναι αυτοί που σου κάνουν την καθημερινότητα γκρίζα. Βαλ’ τα δύο χρώματα, που σκέφτηκες παραπάνω, τώρα μαζί και ψάξε για τον Έλληνα Ομπάμα. Έτσι, έχει νόημα να το συζητάς. Όπου κι αν βρίσκεσαι. Όπως το ‘πε κι ο νέος πλανητάρχης «οι ιστορίες μας είναι μοναδικές, αλλά η μοίρα μας κοινή».

Ο καλός Χειμώνας

Σε μια εποχή όπου όλα είναι ρευστά και καταρρέουν, οι εποχές θα έπρεπε να είναι το τελευταίο σίγουρο σημείο αναφοράς μας στο χρόνο. Πλέον δεν είναι. Περιμένοντας τον χαμένο χειμώνα, ας σκεφτούμε πως το πιο σταθερό πράγμα στη ζωή μας είναι οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα μας.


Οι εποχές
αλλάζουν. To καλοκαίρι αργεί να φύγει, το φθινόπωρο έχει χαθεί και ο χειμώνας ξεκινά απότομα γύρω στο Νοέμβρη. Καταλαβαίνεις το χειμώνα όχι τόσο από το κρύο που πέφτει δέκα βαθμούς κάτω από την αμέσως προηγούμενη μέρα, αλλά από τον κόσμο που βγαίνει το βράδυ της επόμενης. Χειμώνας είναι τα πρώτα φοιτητικά πάρτυ της πόλης, όταν έχει περάσει ο Οκτώβρης γνωριμίας κι όταν ακόμα οι παρέες είναι αρκετά μεγάλες για να βγουν με περίσσιο ενδιαφέρον αγόρια και κορίτσια στα μπαράκια στο Γκάζι και τα ρεμπετάδικα της Κυψέλης. Χειμώνας είναι τα αγχωμένα ενήλικα ραντεβού στη γωνία των McDonald’s στην Ερμού, τα σταυρωτά φιλιά έξω από το Διπλό στην πλατεία Εξαρχείων, οι μεθυσμένες αγκαλιές στα σκαλάκια του μετρό στο Γκάζι. Χειμώνας είναι οι έρημοι βρεγμένοι δρόμοι που ορίζουν τα ασφυκτικά γεμάτα ρακάδικα στο Θησείο και τις φοιτητοταβέρνες στα Ιλίσια. Είναι ο απότομος μπιτάτος θόρυβος που βγαίνει όταν οι famestorάδες πορτιέρηδες ανοίγουν της πόρτες στις διώροφες καφετέριες στη Φωκίωνος Νέγρη. Είναι οι διπλοπαρκαρισμένες μπερλίνες έξω από το Rex στην Πανεπιστημίου και οι ουρές των ράθυμων ταξί στην Σπυρίδωνος Τρικούπη. Είναι ο κόσμος που πηγαινοέρχεται για τσιγάρα και καυγά στην Πανόρμου από το Ποτοπωλείο και το Μαραμπού προς το περίπτερο απέναντι και πάλι πίσω. Χειμώνας είναι όταν βλέπεις ουρές έξω από την Έλλη στην Ακαδημίας και τον Απόλλωνα της Σταδίου κόντρα στα βαρετά βραδινά σαββατιάτικα δελτία. Χειμώνας είναι όταν το κέντρο της Αθήνας αδειάζει τα σκοτεινά απογεύματα του Σαββάτου -όταν όλοι κοιμούνται, ετοιμάζονται ή σκέφτονται όσα ζήσουν ή δεν ζήσουν το ίδιο βράδυ.

Θα πείτε πως όλα αυτά συμβαίνουν όχι μόνο τον Νοέμβρη, αλλά και τους υπόλοιπους μήνες του «χειμώνα». Ξέχασα, λοιπόν, να βάλω μπροστά απ’ την εποχή το επίθετο «καλός». Όλα τα παραπάνω είναι ο «καλός χειμώνας». Η ασφαλτοπαγωμένη εποχή, όπου οι άνθρωποι ζουν την προσμονή κάθε αρχής. Όπου όλα στα μάτια τους είναι καινούρια και αδοκίμαστα –οι παρέες, οι βιτρίνες, τα μαγαζιά, οι καταστάσεις. Ένας χειμώνας χωρίς τα πρέπει των γιορτών που θα ‘ρθουν, τις αφραγκιές του Άη Γιαννιού, τις εξεταστικές του Φλεβάρη και την κούραση του γδάρτη Μάρτη. (Μετά έρχεται το καλοκαίρι, ο χειμώνας είναι πια ανάμνηση, κι όσα δεν πετύχαμε να ζήσουμε στο κρύο τα ξεσπάμε σε δυο βδομάδες καυτής άδειας).

Φέτος, ακόμα κι ο καλός χειμώνας μοιάζει αδιάφορος και θαμπός, Οι Αθηναίοι ευθύς μετά τη ραστώνη του καλοκαιριού ήρθαν αντιμέτωποι με κακά νέα. Η οικονομική κρίση τρύπωσε ανάμεσα σε Νύχτες Πρεμιέρας και Φεστιβάλ Κινηματογράφου ανοιγοκλείνοντας τηλεοπτικά παράθυρα. Όμως, μόνο τα κανονικά παράθυρα από ξύλο ή αλουμίνιο φωταγωγούν ρεαλιστικά τη χρεοκοπία μας. Μια βόλτα στην Αποστόλου Παύλου αρκούσε για να μας ξελαμπικάρει το μυαλό. Και μια βραδιά στο Half Note αρκούσε να μας το ξαναγεμίσει με τζαζ ιδέες και πνευματώδεις συζητήσεις για μαύρο σεξ και κόκκινη πολιτική. Ποιο σεξ και ποια πολιτική; Όταν δεν ξέρουμε τι θέλουμε μέσα μας, το έξω χάνει το νόημά του. Όταν νιώθουμε αποξενωμένοι στο ίδιο μας το σπίτι, η γνωριμία με το μεγάλο σπίτι της πόλης μοιάζει βουνό. Όταν ο τριαντάρης μετρά το τελευταίο του πενηντάευρω, η ιδέα μιας απρόσμενης γνωριμίας στα μπαράκια της Σκουφά μάλλον τον φοβίζει παρά τον ενθουσιάζει. Όταν η βραδινή παρέα μας είναι το ασοκαρεδάκι του Mega κι όχι ο συνάδελφός μας στην πρωινή τρέλα, τότε απλά δουλευόμαστε. Άνεργος στην εποχή της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης των τελευταίων εβδομήντα ετών, είναι η βινιέτα στο καθημερινό σαλόνι μας. Δεν είναι που οι τράπεζες καταρρέουν και σκοτεινιάζουμε. (Μέσα τους όλοι οι νοικοκυραίοι χαμογελούν μνησίκακα για το επιτόκιο που ακόμα πληρώνουν κερατιάτικο). Καταρρέει το σκηνικό που τόσα χρόνια είχαμε στήσει το καθημερινό θέατρό μας. Χαλιόμαστε που το έξω είναι πια κι αυτό προβλέψιμο. Τα πρώτα κρύα δυσκολεύονται να φτιάξουν ρόλους και να στήσουν σενάρια για τη χρονιά μπροστά. Ο καλός χειμώνας μας πούλησε για ένα ντεμέκ καλοκαίρι. Τα παράθυρα κλειστά και τα κεφάλια μέσα.

Μη ρωτάς αν είμαι απαισιόδοξος. Κανένας γραφιάς δεν πρέπει να φλερτάρει με την απαισιοδοξία. Κάποιοι της γενιάς μας κοιτάμε ακόμα απ’ τον Λυκαβηττό τη φωτισμένη πόλη κάτω, πάντα με την ίδια λαχταριστή ιδέα ότι εκεί κάτω υπάρχουν ωραίες ιστορίες για να γραφτούν. The show must go on. Η μέρα παίζει σε fast forward -όπως βγαίνει ο ήλιος από τον Υμηττό, φωτίζει απέναντι τις δυτικές συνοικίες, κάθεται πάνω από τις εμμονές του κέντρου, και αργογέρνει απόγευμα στον Πειραιά πετώντας φωτιές στα πανεπιστήμια του Ζωγράφου, πάλι στον Υμηττό, εκεί που παίρνει θέση το φεγγάρι για άλλη μια νύχτα παθών μέχρι το ξημέρωμα κι ακόμα παραπέρα. Με Ομπάμα ή χωρίς, λίγα θα αλλάξουν στο επόμενο Σαββατοκύριακο από μόνα τους. Ευχήσου, λοιπόν, να έχει βροχή, φόρα τα καλύτερά σου ρούχα, βρες ένα στέκι (κυρίως αυτό) και βγες με τους φίλους σου να πεις όσα έχεις στο μυαλό σου και νιώθεις πως κανείς δεν θα κάτσει να ακούσει. Ακόμα κι αν σημαίνει δέκα ευρώ λιγότερα, είναι η γνώση πως ακόμα δεν είσαι ξένος στην πόλη σου. Είναι η αρχή για να την κάνεις δικιά σου. Η αρχή μιας νέας ιστορίας. Όπως τη γράφεις εσύ και οι δικοί σου. Καλό χειμώνα!

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Lord of War


Η σύλληψη του Ρώσου έμπορου όπλων, Βίκτορ Μπουτ, έφερε στην επιφάνεια μια από τις τρομερότερες ιστορίες πολέμου, θυμίζοντας γιατί στην κούρσα των εξοπλισμών δεν υπάρχει ασημένιο μετάλλιο.


Η αποπνικτική ατμόσφαιρα θυμίζει πόλεμο που γίνεται μακριά και σε πολλά μέρη ταυτόχρονα. Μέσα στο μπαρ, κάθε λογής δολοφόνος βουτάει στο αλκοόλ μέχρι την επόμενη αποστολή του. Η παρέα ενός νεαρού, του ηλικιωμένου συνοδού του, του ανθρωποειδούς που περιμένει στην έξοδο κι ενός μικροσκοπικού ρομπότ φέρνει ένταση. Όπως σε κάθε καλή ιστορία, έτσι και στον «Πόλεμο των Άστρων» του Τζορτζ Λούκας, οι καλοί παλεύουν και νικούν. Στην παρέα των καλών προστίθεται ο αμφιλεγόμενος πιλότος, Χανς Σόλο, και ο τερατόμορφος λοστρόμος του. Η περιπέτεια άρχιζε. Το 1977, το φιλοθεάμον κοινό της Δύσης διασκέδαζε με σκηνές Φαρ Ουέστ από άλλους πλανήτες, ανακαλύπτοντας παρόλα αυτά τη σημασία που έχει το ντηλ με έναν καλό πιλότο, όταν κανείς θέλει να ξεφύγει από τους διώχτες του και να επιβιώσει.

Τριάντα χρόνια μετά, κάτω στη Γη, οι πόλεμοι παίζονται σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση χωρίς να ξεχωρίζουν οι καλοί από τους κακούς. Στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, υπάρχει έντονη η οσμή της ερήμου. Μόνο τα γκρίζα κτίρια σπάνε τη μονοτονία του ορίζοντα. Οι άνθρωποι κινούνται σταθερά σε καθορισμένες πορείες. Η στρατιωτική παρουσία είναι έντονη. Και ο πιο ανυποψίαστος παρατηρητής θα καταλάβαινε πως σε αυτό το χώρο συμβαίνουν πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται. Τα ανυψωτικά μηχανήματα έχουν πλημμυρίσει τις αποβάθρες φορτοεκφόρτωσης σαν μηχανικά μυρμήγκια, κουβαλώντας από βαρέλια πετρελαίου μέχρι αυτοκίνητα μεταφοράς προσωπικού και βέβαια εκείνες τις ατέλειωτες κούτες αλληλογραφίας με την κρυφή ιστορία της εποχής κωδικοποιημένη σε γράμματα, σφραγίδες και γραμματόσημα. Τα αμερικανικά μεταγωγικά, που έρχονται και φεύγουν κατά δεκάδες, επιχειρούν σε πληρότητα από την αρχή του πολέμου το 2003. Για τις δε αμερικανικές ιδιωτικές εταιρίες είναι πολύ επικίνδυνο να αναλάβουν τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού που περισσεύει. Η φύση απεχθάνεται τα κενά. Ακόμα και η φύση της ερήμου. Αυτή τη φορά το κενό στις μεταφορές καλούνται να καλύψουν αεροπορικές εταιρίες από γειτονικές χώρες με σαραβαλιασμένα αεροπλάνα και ριψοκίνδυνους πιλότους, συνήθως Ρώσους, που ταιριάζουν στο μισθοφορικό κλίμα που επικρατεί στη Βαγδάτη. Ο Χανς Σόλο του Λούκας δίνει τη θέση του σε έναν πιλότο της εποχής μας που το όνομά του δεν θα μάθουμε πιθανόν ποτέ. Στον πραγματικό πόλεμο, δεν υπάρχουν ήρωες. Όσα πιο πολλά ξέρεις, τόσο πιο εύκολα σκοτώνεσαι. Αν νομίζεις ότι ξέρεις τα πάντα, ή είσαι ήδη νεκρός, ή είσαι ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς Μπουτ, ο μεγαλύτερος και πιο αδίστακτος έμπορος όπλων της εποχής μας.

ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Είμαστε στο 2004 και από τα μέσα του έτους με αφορμή δημοσιεύματα σε αμερικανικό και βρετανικό τύπο, είχε αρχίσει να γίνεται φανερό στους Αμερικανούς αξιωματικούς του αεροδρομίου της Βαγδάτης πως θα αντιμετώπιζαν ένα επιπλέον πρόβλημα, αυτή τη φορά όχι στρατιωτικής φύσης. Ύστερα από άρθρο του Newsweek (20 Δεκ 2004), οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι στην Ουάσινγκτον έπρεπε με κάθε τρόπο να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις από τον ισχυρισμό πως η τεξανική μεταφορική εταιρία BRB -από αυτές που επιχειρούσαν στο αεροδρόμιο της ιρακινής πρωτεύουσας μεταφέροντας σκηνές του στρατού, υλικό και προσωπικό- άνηκε στον Βίκτορ Μπουτ. Ανάλογες εντυπώσεις είχε αφήσει η καταγγελία βρετανικής εφημερίδας νωρίτερα το ίδιο έτος για την εταιρία Irbis, η οποία υποστηρίχθηκε στο δημοσίευμα πως μετέφερε προκηρύξεις του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ από την Βάση της Κεντρικής Αεροπορικής Διοίκησης στο Κατάρ. Η αλήθεια δεν θα μπορούσε να είναι πιο ενοχλητική.

Βέβαια, το φορτίο αυτό ήταν κατά μια έννοια αθώο σε σχέση με το διαχρονικά τυπικό φορτίο των εξήντα και πλέον σκαφών του στόλου της ρωσικής Irbis Ο τριανταεπτάχρονος Βίκτορ Μπουτ –ή Βίκτορ Μπουλάκιν ή Βαντίμ Αμίνοφ, όπως αναφέρεται στα πολλά διαβατήριά του- είχε στείλει μέσω των αεροπλάνων του συστημένα από νάρκες και αυτόματα Καλάσνικοφ έως αντιαρματικά και πυραύλους άερος-εδάφους σε όλα σχεδόν τα πολεμικά πεδία μαχών της υφηλίου. Για κάθε χρόνο από το 1995, σχεδόν 500.000 άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους από τυφέκια σαν τα AK-47 -τα γνωστά καλάσνικοφ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Διεθνούς Αμνηστίας. Η ζήτηση του συγκεκριμένου όπλου αυξανόταν συνεχώς όσο τα πολεμικά μέτωπα ξεσπούσαν σε όλο και περισσότερες γωνιές του πλανήτη και έφτασε να αποτελεί το 1/5 από τα 500 εκατομμύρια μικρού μεγέθους όπλα που διακινούνταν παγκοσμίως, όπως ανακοινώθηκε δύο χρόνια μετά στο «UN World Conference on Small Arms and Light Weapons» (26 Ιουν 2006). Σύμφωνα με έγκυρους αμυντικούς αναλυτές, ο Μπουτ δεν είχε αφήσει πολέμαρχο -από τη Σιέρα Λεόνε μέχρι την Κολομβία και την Αγκόλα- που να μην προμήθευσε με καλάσνικοφ. Έχει λεχθεί πως όταν ξεσπά ένας πόλεμος, η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα. Μόνο που για τον Βίκτορ Μπουτ, σε αντίθεση με τους αξιωματικούς στη Βαγδάτη, αυτό ήταν κάτι που ουδέποτε τον αφορούσε. Αυτό που ήταν πάντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του ήταν το κέρδος.

Ήδη από το 2000, οι αμερικανικές αρχές ήταν ανάμεσα σε αυτούς που παρακολουθούσαν από κοντά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Ρώσου με την ελπίδα να καθηλώσουν το φορτίο θανάτου που τον έκανε πλουσιότερο κάθε φορά. Κατά καιρούς, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών είχε επανειλημμένα επιχειρήσει να παγώσει τις καταθέσεις του και να επιβάλει πρόστιμα σε όσους συνεργάζονταν μαζί του. Όμως, η πηγή του κακού βρισκόταν πολύ πιο κοντά από όσο θα μπορούσαν οι ιθύνοντες της Ουάσινγκτον να φανταστούν. Μεταξύ 2003 και 2004, η Irbis έφερε εκατομμύρια δολάρια στους τραπεζικούς λογαριασμούς του Βίκτορ Μπουτ, πραγματοποιώντας εκατοντάδες πτήσεις στον εναέριο χώρο του Ιράκ, απ’ τις οποίες περίπου χίλιες ήταν στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Βαγδάτης. Σύμφωνα με μεταγενέστερη αναφορά της Defense Logistics Agency, η συμφερόντων Μπουτ τεξανική εταιρία Air Bas προσγειώθηκε για ανεφοδιασμό σε αμερικανικών συμφερόντων εγκαταστάσεις ακριβώς 142 φορές μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου του 2004 -σχεδόν μία για κάθε μέρα.

Η υπογραφή από τον Πρόεδρο Μπους το καλοκαίρι του 2004 νόμου, που απαγόρευε σε αμερικανούς πολίτες οποιαδήποτε επιχειρηματική συναλλαγή με τον Μπουτ και τις επιχειρήσεις του, δεν άλλαξε ουσιαστικά τίποτα. Οι δυσκολίες του πολέμου στο Ιράκ έδειξαν πως όταν οι εμπορικές αντιλήψεις δύο μερών ταυτίζονται, οι όποιες ιδεολογικές διαφορές τους μπορούν να περιμένουν. Οι αμερικανικές δυνάμεις κατοχής είχαν άμεση ανάγκη από εξυπηρετήσεις, όπως αυτές που μπορούσαν να προσφέρουν τα σαραβαλιασμένα αεροσκάφη του Μπουτ για να ανοικοδομήσουν το Ιράκ. Τα δημοσιεύματα κατέδειξαν πως συνεργάστηκαν μαζί του και έτσι απλά ο Μπουτ βγήκε ακόμα πλουσιότερος από άλλον ένα πόλεμο. Τελικά, ο Αμερικάνος φορολογούμενος συνείσφερε γύρω στα 60 εκατομμύρια δολάρια στις επιχειρήσεις του Μπουτ. Λιγότερα από τα 50 εκατομμύρια δολάρια που πήρε ο Μπουτ από τους Ταλιμπάν στα χρόνια της παντοδυναμίας τους, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90.

Ο ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΒΙΚΤΟΡ

Ήταν τότε που ξεκίνησαν όλα. Πριν από την παγκοσμιοποίηση ήταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης που έσπρωξε τον νεαρό Βίκτορ πιο κοντά στο εύκολο χρήμα από όσο επέτρεπε η ταπεινή καταγωγή του. Οι έμποροι όπλων δεν ανακαλύφτηκαν το 1990. Αυτό που έκανε ξεχωριστό τον Βίκτορ Ανατόλιεβιτς δεν ήταν ότι μπήκε στο παιχνίδι των εξοπλισμών, αλλά η ταχύτητα με την οποία διεκπεραίωνε τις υποθέσεις του. Όταν οι παραδοσιακοί παίκτες συνωστίζονταν στα κοσμοπολίτικα σαλόνια της Κυανής Ακτής και τα πανάκριβα ξενοδοχεία του πρώην ανατολικού μπλοκ, μετρώντας κέρδη από τη «Σύγκρουση των Πολιτισμών» και το «Τέλος της Ιστορίας, αυτός έκανε τη βρώμικη δουλειά σε απευθείας επαφή με τους υποψήφιους αγοραστές του, μη διστάζοντας να πετάει τα αεροπλάνα του στις ζούγκλες του Κονγκό και τους απόκρημνους στενούς αεροδιάδρομους στο Παντζίρ του Αφγανιστάν. Εκεί που άλλοι προμήθευαν μόνο τα απαραίτητα χαρτιά για τη μεταφορά του παράνομου φορτίου, αυτός πρόσφερε ολόκληρο το πακέτο -που περιλάμβανε και τη μεταφορά του «προϊόντος».

Οι μέθοδοi του Βίκτορ Μπουτ είναι αμφιλεγόμενοι, όσο αμφιλεγόμενη υπήρξε κι η ζωή του. Γεννημένος την 13η Ιανουαρίου 1967 στη Ντουσάνμπε του Τατζικιστάν –σύμφωνα με το διαβατήριό του- ή στο Ασγκαμπάντ του Τουρκμενιστάν –σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου σε συνέντευξή του σε ραδιοσταθμό της Μόσχας το 2002, ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς υπήρξε αξιωματικός της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας και απόφοιτος του φημισμένου Στρατιωτικού Ινστιτούτου Ξένων Γλωσσών της Μόσχας. Άριστος γνώστης Αγγλικών, Γαλλικών, Πορτογαλικών, Ουζμπεκικών και διαφόρων αφρικανικών γλωσσών βρέθηκε να δουλεύει ως μεταφραστής σε ειρηνευτικές αποστολές στην Αγκόλα στα τέλη του ’80. Ο ίδιος αρνείται αυτό που περιγράφουν οι μυστικές υπηρεσίες την Μ. Βρετανίας και την Ν. Αφρικής ως θητεία στην KGB -από το 1985 έως το 1989 με βάση τη Ρώμη. Όλοι, όμως, είναι σε θέση να γνωρίζουν πως το Ινστιτούτο Γλωσσών, όπου εκπαιδεύτηκε, αποτελούσε τον προθάλαμο για την GRU (Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών) -τη σοβιετική υπηρεσία που ήλεγχε τη ροή όπλων και χρήματος από την ΕΣΣΔ προς τα επαναστατικά κινήματα του Τρίτου Κόσμου. Ευρωπαίοι αναλυτές πιστεύουν πως η GRU μεσολάβησε ώστε ο Μπουτ να αγοράσει με 120.000 δολάρια τρία παλιά «Αντόνοφ» από το παροπλισμένο στόλο της πρώην ΕΣΣΔ. Αρχίζοντας πτήσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος, στο Βέλγιο και τη Δανία, επεκτάθηκε γρήγορα στην Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική εκμεταλλευόμενος τις πολεμικές συγκρούσεις που η δεκαετία του ’90 δεν προλάβαινε να γεννάει. Οι χώρες όπου ο ΟΗΕ είχε επιβάλει εμπάργκο όπλων υπήρξαν ο παράδεισος των επιχειρήσεών του. Αυτές μέσα σε λίγα χρόνια έφτασαν να απασχολούν 350 ανθρώπους -από ριψοκίνδυνα πληρώματα και πληρώματα συντήρησης αεροσκαφών, μέχρι οικονομικούς συμβούλους και εκτιμητές διαμαντιών που ταξίδευαν μέχρι την Αφρική για να εκτιμήσουν την αξία των «ματωμένων διαμαντιών» με τα οποία ο Μπουτ συχνά πληρωνόταν.

Δημιουργώντας ένα αποτελεσματικό δίκτυο μεταφοράς και προμηθειών φρόντισε παρόλα αυτά να μην ακούγεται το όνομά του. Ενδεικτικά, το 1999, ο βρετανικός Observer έγραψε για έναν βρετανό πιλότο που επανειλημμένα παραβίαζε το εμπάργκο όπλων κατά του Σουδάν και ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον Βίκτορ Μπουτ. Το 1997, η νοτιοαφρικανική εφημερίδα Business Day ανέφερε ότι η Air Cess –συμφερόντων Μπουτ- άνοιγε γραφείο στη Σουαζιλάνδη. Στις 25 Αυγούστου του 1995, η Agence France Presse δημοσίευσε την είδηση ότι αεροπλάνο της εταιρίας Transavia που άνηκε στον Βίκτορ Μπουτ αναχαιτίστηκε κοντά στην Κανταχάρ από τζετ των Ταλιμπάν, οι οποίοι βρήκαν σε αυτό 30 τόνους αυτόματων AK-47. Το φορτίο προοριζόταν για τους Μουτζαχεντίν του Αχμάντ Μασσούντ που πολεμούσαν ενάντια στο καθεστώς των Ταλιμπάν. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, ο Μπουτ απελευθέρωσε το αεροσκάφος του και το φορτίο του βρήκε παραλήπτη στο πρόσωπο των νέων του συμμάχων. Η εξέλιξη αυτή δεν απασχόλησε τους Δυτικούς, οι οποίοι είχαν ξεχάσει τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ και ασχολούνταν τώρα με τη Βοσνία. Μόνο όταν στην δεύτερη θητεία Κλίντον, οι Αμερικάνοι έβαλαν στο στόχαστρο τους Ταλιμπάν, άρχισαν να προσέχουν περισσότερο τις κινήσεις του Ρώσου. Ακόμα και τότε, όμως, αυτός εξακολουθούσε να μην αποτελεί προτεραιότητα στη διεθνή σκακιέρα. Απεναντίας, τελειοποιούσε το δίκτυό του, εκμεταλλευόμενος την αναρχία που έφερε η παγκοσμιοποίηση στις διεθνείς σχέσεις των κρατών.

Για να έχει κανείς το δικαίωμα σε διεθνείς πτήσεις πρέπει να εγγράφει τα αεροσκάφη του σε κρατικά μητρώα. Για κάθε χώρα αντιστοιχεί μια σειρά γραμμάτων η οποία επιτρέπει την αναγνώρισή των αεροσκαφών από τις κατά τόπους αρχές όταν αυτά πετούν διεθνώς. Εγγράφοντας τα ίδια αεροσκάφη σε διαφορετικά μητρώα, ο Μπουτ απόφευγε τους προβλεπόμενους ελέγχους και πετούσε όπου και όπως ήθελε. Σύμφωνα με μια έρευνα των Ηνωμένων Εθνών από το 2000, ο Μπουτ συχνά επέλεγε να εγγράφει τα αεροσκάφη του στη Λιβερία του δικτάτορα Τσαρλς Τέυλορ, χώρα που είχε πουλήσει το μητρώο της σε ιδιωτικούς φορείς συμφερόντων του ίδιου. Με έδρα το Κεντ της Αγγλίας, το λιβεριανό Aircraft Registration Bureau πρόσφερε ένα πλήρες πακέτο υπηρεσιών από πιστοποιητικά καταλληλότητας πτήσεων, έγγραφα πτήσης, άδειες μεταφορών μέχρι πιστοποίηση πληρώματος σκαφών. Το γραφείο ήλεγχε επίσης το μητρώο της Ισημερινής Γουινέας. Με μερικές απλές εντολές στον υπολογιστή τα αεροσκάφη του Μπουτ εγγράφονταν εκεί υπό την επωνυμία Air Cess -όταν ασκούνταν διεθνείς πιέσεις στη Λιβερία να τα αποσύρει. Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους Ντάγκλας Φάρα και Στήβεν Μπράουν, που έχουν γράψει εκτεταμένα για αυτόν, ο Μπουτ χρησιμοποιούσε ως βάση σχεδόν όλων των πτήσεών του -από και προς τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας και την Μέση Ανατολή- το μικρό σεϊχάτο της Σαρίγια στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η κίνηση αυτή ήταν ευφυής, σχεδόν προφητική για μια εποχή που είδε το ριζοσπαστικό Ισλάμ να δημιουργεί εστίες αστάθειας παγκοσμίως. Τα ΗΑΕ ήταν η μόνη χώρα μαζί με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία που είχαν αναγνωρίσει την κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Την κυβέρνηση που πρόσφερε χώρο και προστασία στην Αλ Κάιντα και τον Οσάμα Μπιν Λάντεν. Το μικρό αεροδρόμιο της Σαρίγια ήταν ένας πλανήτης παρανομίας πολύ μακριά από τη Δύση, μα τόσο κοντά στα συμφέροντά της. Η περιπέτεια μόλις άρχιζε, χωρίς κανείς να μπορεί να πει με σιγουριά αν κάποτε θα είχε αίσιο τέλος και για ποιον.

ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ

Στις αρχές της νέας χιλιετίας, ο Βίκτορ Μπουτ είχε προλάβει να αναδείχτει στον μεγαλύτερο έμπορο όπλων του πλανήτη και υπήρξε η προσωποποίηση αυτού που πολλοί ακαδημαϊκοί ανά τον κόσμο περιέγραψαν θεωρητικά ως την υπερεθνική απειλή στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης. Άλλοι τον χαρακτήρισαν ως τον «Mr. McDonald’s του λαθρεμπορίου όπλων». Κανείς, όμως, δεν περίμενε το ξημέρωμα της 11ης Σεπτεμβρίου. Η διεθνείς κοινότητα υπέστη σοκ. Και για αυτούς που κινδύνευαν περισσότερο, είχε πολλή μεγαλύτερη σημασία πια το ποιος ήλεγχε τις ροές όπλων σε χώρες που υπέθαλπαν την τρομοκρατία. Από ένα σημείο και μετά οι πιέσεις υπήρξαν ασφυκτικές, με τις ΗΠΑ να στρέφονται για βοήθεια στις κυβερνήσεις της Νοτίου Αφρικής – όπου είχαν την έδρα τους μερικές από τις εταιρίες του Μπουτ- και του Βελγίου – όπου η αστυνομία επιδίωκε να σχηματίσει κατηγορίες εναντίον του Ρώσου για ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Όμως, ελλείψει στοιχείων και επαρκούς συνεννόησης, οι αμερικανικές προσπάθειες δεν απέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν τον Φεβρουάριο του 2002, η βελγική δικαιοσύνη κατάφερε τελικά να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες και να εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του για ξέπλυμα ποσού 325 εκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ 1994 και 2001, αυτός ιδιώτευε ασφαλής στη Μόσχα. Η Ρωσική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος έκδοσής του, αφού κατά την κρίση της δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις που να τον καταδικάζουν.

Μπορεί οι κατηγορίες να έμειναν στο ράφι, όμως αυτό που φάνηκε ξεκάθαρα στη συνέχεια ήταν πως για τους λόγους που ο Μπουτ αποτελούσε εχθρό για την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ήταν για τους ίδιους λόγους και άσπονδος βοηθός τους. Ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 και η άνευ προηγουμένου ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων σε Ιράκ και Αφγανιστάν δημιούργησαν μια τεράστια ζήτηση στην αγορά μεταφοράς πολεμικού υλικού. Οι νόμοι της αγοράς λειτούργησαν πάλι υπέρ του Βίκτορ Ανατόλιεβιτς. Είναι ασαφές υπό ποιες συνθήκες βρέθηκαν αεροσκάφη του να εξυπηρετούν τις ανάγκες των δυνάμεων κατοχής στο Ιράκ. Η εταιρία KBR, την οποία οι Αμερικανοί ανακάλυψαν με αμηχανία στα δημοσιεύματα του 2004, επρόκειτο για τη «Kellogg, Brown & Root», θυγατρική της γνωστής Halliburton -που παλιότερα διοικούσε ο Αντιπρόεδρος Τσέηνυ. Η αντίδραση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων απέναντι στις εξελίξεις υπήρξε ετεροβαρής. Σύμφωνα με το περιοδικό Foreign Policy (Νοε/Δεκ 2006), η αμερικανική πολεμική αεροπορία κατήργησε τα συμβόλαια προμήθειας καυσίμων με τις εν λόγω εταιρίες. Ο στρατός, όμως, ισχυρίστηκε πως δεν είχε την αρμοδιότητα να καταγγείλει τα σχετικά συμβολαίων. Οι πτήσεις μεταφοράς για την KBR συνεχίστηκαν μέχρι τα τέλη του 2005. Η εταιρία το διέψευσε. Ανάλογες πτήσεις έγιναν και προς την αεροπορική βάση Μπαγκράμ του Αφγανιστάν. Ο Μπουτ φαινόταν ασταμάτητος.

Στις 26 Απριλίου 2005, εννέα μήνες μετά τον νόμο του 2004 και τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν, το όνομα του Ρώσου εμπόρου θα φιγουράρει σε υπηρεσιακή αναφορά του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών (Απρ 2005), μαζί με αυτό των συνεργατών του Σεργκέι Ανατόλιεβιτς Μπουτ, Ρίτσαρντ Αμάρ Σίσακλι, Σεργκέι Ντενισένκο και Βάλερυ Νάιντο, τις επωνυμίες δεκατεσσάρων αερομεταφορικών εταιριών και δεκαέξι άλλων επιχειρήσεων του, στις οποίες και επιβάλλονται οικονομικές κυρώσεις. Όμως, η εφαρμογή των κυρώσεων από την Κεντρική Στρατιωτική Διοίκηση στο Ιράκ καθυστέρησε σιωπηρά μέχρι να λήξουν τα συμβόλαιά που έτρεχαν. Στις 30 Νοεμβρίου 2005, η απαγόρευση κατά των τριάντα αυτών εταιριών υιοθετήθηκε από την Επιτροπή για την Λιβερία του Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σε συνέχεια του ψηφίσματος 1532 (2004) και του 1521 (2003) τα οποία επέβαλαν εμπάργκο όπλων, απαγόρευση εισόδου και πάγωμα λογαριασμών σε όσους σχετίζονταν με τον εμφύλιο στη Λιβερία, ανάμεσά τους οι Σίσακλι και Νάυντο.

Παρόλα αυτά, κανείς δεν έβλεπε με ποιο τρόπο οι όποιες κυρώσεις θα εμπόδιζαν κατ’ ουσιαστικό τρόπο τις δραστηριότητες του Μπουτ. Πόσο μάλλον την πιθανότητα να βρεθεί ενώπιον την δικαιοσύνης, ώστε να πάψει δια παντός το εμπόριο θανάτου που είχε στήσει εδώ και είκοσι χρόνια -κάνοντας ακόμα και το Χόλυγουντ το 2005 να του κλείσει το μάτι με την ταινία «Lord of War» («O Κυρίαρχος του Παιχνιδιού»). Οι απειλές των ΗΠΑ, αλλά και της Μεγάλης Βρετανίας προς χώρες όπως το Κονγκό και η Τανζανία που συναλλάσσονταν μαζί του δεν έδειξαν να πτοούν τον «έμπορο του θανάτου της Αφρικής» -όπως τον είχε αποκαλέσει από τις έδρες του Βρετανικού Κοινοβουλίου ο Άγγλος Υπουργός Εξωτερικός Πήτερ Χέιν το 2000. Εξάλλου, πάντα κάπου αλλού ένας πόλεμος ήταν έτοιμος να ξεσπάσει. Στο Ιράκ πάτησε το πόδι του μετά τους πεζοναύτες. Πάντα στην ώρα του. Εκμεταλλευόμενος τις ελλείψεις των εκεί γραφειοκρατικών μηχανισμών, αλλά και το πλεονέκτημα του να κινείται πολύ πιο γρήγορα από τους φιλόδοξους διώκτες του, ο Βίκτορ Μπουτ κατάφερνε πάντα να κλείνει τα συμβόλαια που ήθελε. Ό χρόνος που περνούσε, αλλά και ο πόλεμος που ερχόταν ήταν για αυτόν χρήμα.

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Από τις πολυτελείς επαύλεις του στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, απολαμβάνοντας την οικογενειακή γαλήνη που του πρόσφεραν η γυναίκα του, Άλα και η γεννημένη το 1994 κόρη του, βλέποντας ίσως τις συνέχειες του «Πολέμου των Άστρων» του Λούκας, ο 41χρονος Μπουτ θα μπορούσε εύκολα να πιστέψει πως είναι ανίκητος. Σε τίποτα δεν θα θύμιζε τον άνθρωπο που το εφτά χρόνια νωρίτερα το 2001 στο Κονγκό με είκοσι πάνοπλους στρατιώτες του πολέμαρχου Ζαν Πιερ Μπεμπά πέρασε με ελικόπτερα τα σύνορα και επέδραμε σε μια μικρή πόλη της Ουγκάντας διατάζοντας τους κατοίκους της να βρουν μπύρα που είχε τελειώσει από τις προμήθειές του πληρώματός του. Περισσότερο θα θύμιζε έναν τυπικό υπάλληλο κάποιας εταιρίας, παρά τον άνθρωπο που έκανε business με διαμάντια, νάρκες, καλάσνικοφ, σφαίρες και ρουκέτες για ελικόπτερα, ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με πολέμαρχους όπως οι Μασούντ, Μομπούτου, Τέυλορ και Μπεμπά. Ο Βίκτορ Μπουτ είναι ένας απλός γρίφος που κανείς δεν μπορεί να λύσει. Είναι ο άνθρωπος που συνέδραμε με ανθρωπιστική βοήθεια προς τα θύματα του καταστροφικού τσουνάμι στην Ινδονησία το 2004 και αυτός που διερεύνησε τις πιθανότητες επενδυτικών ευκαιριών στην αγροτική παραγωγή και τις τηλεπικοινωνίες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, εκφράζοντας το ενδιαφέρον του για την προώθηση των εθνικών πάρκων άγριας φύσης στη χώρα. Ο Ρουσλάν Πούκοβ, διευθυντής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών και Τεχνολογιών της Μόσχας χαρακτηρίζει τον Βίκτορ Μπουτ ώς «άνθρωπο της περιπέτειας που δεν έχει καμία σχέση με τους κλασικούς εμπόρους όπλων. Έχει το χάρισμα να επηρεάζει τους γύρω του και το προνόμιο να βγάζει χρήματα, αλλά μόνο σε εγκαταλειμμένες αγορές χωρών υπό το καθεστώς διεθνούς εμπάργκο, όπου κανένας άλλος δεν θα τολμούσε να πουλήσει».

Το 2007, εκδόθηκε το βιβλίο «Merchant of Death: Money, Guns, Planes, and the Man Who Makes War Possible». Οι συγγραφείς του βιβλίου, Ντάγκλας Φάρα και Στήβεν Μπράουν, αποκάλυπταν πως ο στόλος του Μπουτ πραγματοποίησε μεταφορές περίπου 10.000 όπλων στους κολομβιανούς αντάρτες του FARC μεταξύ Δεκεμβρίου 1998 και Απριλίου 1999. Δέκα χρόνια μετά, μια ανύποπτη είδηση της 1 Μαρτίου 2008 για τον θάνατο του νούμερο δύο στην ιεραρχία του FARC, Ραούλ Ρέγιες θα σημάνει την αρχή του τέλους, τόσο ήσυχα, όσο ήταν η αρχή. Σε συγκρούσεις των επαναστατικών δυνάμεων με τον κολομβιανό στρατό μέσα στα σύνορα του γειτονικού Εκουαδόρ, ο 59χρονος Λουίς Έντγκαρ Ντεβία, γνωστός ως «Ρέγιες» έπεφτε νεκρός. Οι κυβερνητικές δυνάμεις διέλυσαν από έδαφος και αέρα το στρατόπεδο των ανταρτών που βρισκόταν ένα μίλι από τα σύνορα, κατάσχοντας ανάμεσα στο πολεμικό υλικό και έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έξι μέρες μετά, ο Βίκτορ Μπουτ κατευθυνόταν αεροπορικώς από τη Μόσχα προς την Ταϋλάνδη για να διαπραγματευτεί την πώληση όπλων πέντε εκατομμυρίων δολαρίων στους απεσταλμένους του FARC.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Σαρλ ντε Μοντεσκιέ είχε πει πως μια αυτοκρατορία θεμελιωμένη στον πόλεμο μπορεί να συντηρηθεί μόνο με πόλεμο. Ακόμα κι αν δεν το είχε διαβάσει, ο Βίκτορ Ανατόλιεβιτς θα πρέπει να το είχε καλά στο νου πως δεν είχε επιλογή να σταματήσει αυτό που ξεκίνησε πριν είκοσι σχεδόν χρόνια. Όμως σε έναν πόλεμο παίρνουν μέρος πάντα περισσότεροι από ένας άνθρωποι, κι αυτό σημαίνει πως και για τους υπόλοιπους θα ίσχυε το ίδιο. Κανένας δεν σταματά. Φάνηκε, λοιπόν, πως και οι εχθροί του δεν σταμάτησαν. Κι αυτή τη φορά αποδείχτηκαν αποτελεσματικοί, μάλλον γιατί ήταν περισσότερο αποφασισμένοι. Ο Ρόμπερτ Ζαχάριεβιτς, πράκτορας της Αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών (DEA) επιβεβαίωσε στον Economist (15 Μαρ 2008) πως οι σύνδεσμοι της DEA προσποιήθηκαν τους αγοραστές. Η Υπηρεσία εξέδωσε διεθνές ένταλμα σύλληψης. Οι αστυνομικές δυνάμεις της Ταϋλανδης συνέλαβαν τον Μπουτ στο ξενοδοχείο του στη Μπανγκόκ στις 6 Μαρτίου.

Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν αυτό είναι το τέλος. Οι υποθέσεις για το αν θα βρεθεί ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου, για το αν η σύλληψή του σημαίνει ότι οι Ρώσοι έπαψαν να τον προστατεύουν, για το αν οι Αμερικανοί επιθυμούν πράγματι να ριχτεί φως στις υποθέσεις του και για το αν, εν τέλει, μαζί του θα κλείσει ένας κύκλος αίματος που άνοιξε το ’90 για να συνεχιστεί με αμείωτη ένταση στις μέρες μας, δίνουν και παίρνουν. Όποιο να είναι και όποτε έρθει αυτό το τέλος, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα ξαναϋπάρξει παρόμοια περίπτωση σαν αυτή του Μπουτ. Όχι επειδή η τιμή των AK-47 στη Σομαλία έπεσε το 2007 στα 15 δολάρια, ούτε γιατί η Ρωσία δεν είναι πια το ξέφραγο αμπέλι που ήταν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι γιατί στο μέλλον φιγούρες σαν αυτή του Βίκτορ Ανατόλιεβιτς Μπουτ θα πάψουν να μας κάνουν εντύπωση. Το κοινό της Δύσης δεν χρειάζεται άλλους πλανήτες για να δει πόλεμο. Και κανείς δεν είναι τόσο μακριά ώστε να κάνει πως δεν τον αγγίζει. Το μόνο κοινό που ίσως είχε ο Χανς Σόλο με τον Βίκτορ Μπουτ είναι πως κανείς τους δεν ζήτησε να γίνει ήρωας. Δυστυχώς για τον κόσμο, ο Ρώσος πρώην πιλότος έχει όλο το χρόνο του... κόσμου για να το καταφέρει.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Animus sanctus



Ο Ραφαέλ Ναδάλ ετοιμάζεται να αποδείξει για άλλη μια φορά πως είναι ο κακός δαίμονας του άγιου Ρότζερ Φέντερερ.


Οι θεατές της 5 Ιουνίου του 2005 στο στάδιο Ρολάν Γκαρός του Παρισιού βρίσκονταν μπροστά σε ένα παράξενο θέαμα. Τα κεφάλια όλων είχαν καρφωθεί στην επιβλητική μορφή ενός δεκαεννιάχρονου από την Ισπανία που διεκδικούσε τον πρώτο του τίτλο σε τελικό Grand Slam και έχει δηλώσει πριν τον αγώνα ότι είναι ένα μεγάλο όνειρό του να κερδίσει στην πρώτη του εμφάνιση στο συγκεκριμένο τουρνουά. Έχοντας στα ημιτελικά αποκλείσει το μεγάλο φαβορί, τον Ελβετό Ρότζερ Φέντερερ, δεν άφηνε περιθώριο σ’ αυτούς που πίστευαν ότι το τένις είναι πάνω από όλα ευελιξία και ταχύτητα να τον υποτιμήσουν. Το γαλλικό κοινό ήταν εξαρχής εναντίον του, αποδοκιμάζοντας «αυτόν τον μυώδη κτίστη» σε κάθε ευκαιρία. Απέναντί του, στεκόταν αμήχανος ο Μαριάνο Πουέρτα, πρωταθλητής της Αργεντινής. Ο αγώνας άρχισε. Ο νεαρός Ισπανός έχασε το πρώτο σετ, πήρε όμως πανεύκολα τα άλλα δύο. Το χωμάτινο γήπεδο δονούνταν από τις φωνές των λατίνων φαν των δύο παικτών. «Castigalo» στα ισπανικά σημαίνει «κατάστρεψέ τον». Μια παρότρυνση που θα μπορούσε να αναφέρεται και στους δύο αντιπάλους. Όμως, ταίριαζε μόνο σε έναν. Στο τέταρτο και πιο συγκλονιστικό -όπως αποδείχτηκε- σετ, ο ύψους 1,86 και 81 κιλών, ηλιοκαμμένος τενίστας, με το ιδρωμένη πράσινη φανέλα και τους καλογυμνασμένους δικέφαλους, μπήκε σαν ταύρος σε αρένα. Το ταμπλό θα γράψει το τελικό 3-1 με 6-7, 6-3, 6-1 και 7-5 υπέρ του Ισπανού. Όλοι αιφνιδιασμένοι μίλησαν για άθλο. Την ίδια χρονιά αυτός ο δεκαεννιάχρονος κατάφερε να κερδίσει έντεκα τίτλους. Περισσότερο από άθλος, ο τελικός του 2005 ήταν η αρχή μιας τρομακτικά ωραίας ιστορίας. Με πρωταγωνιστή τον Ραφαέλ Ναδάλ Παρέρα από την Μαγιόρκα.

ΧΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΡΥΛΟ

Το ιδιαίτερο επίτευγμα του Ράφα, όπως τον αποκαλούν οι φίλοι και θαυμαστές του, είναι ότι συνεχίζει έκτοτε να κερδίζει πάντα στο ίδιο τουρνουά. Το Ρολάν Γκαρός, ή Γαλλικό Όπεν όπως είναι γνωστό από το 1968, θεωρείται από τους περισσότερους ειδικούς το σπίτι του τένις στο χώμα. Ο θρύλος του τουρνουά πάει πολλές δεκαετίες πίσω. Το 1927, οι αποκαλούμενοι και «Τέσσερις Σωματοφύλακες», Ζακ Μπρυνιόν, Ζαν Μποροτρά, Ανρι Κοσέ και Ρενέ Λακόστ, νίκησαν τους Αμερικανούς πρωταθλητές μέσα στο σπίτι τους, φέρνοντας στη Γαλλία το πολυπόθητο Davis Cup. Παρόλα αυτά, δεν υπήρχαν στάδια στη Γαλλία που να μπορούν να στεγάσουν τις φιλοδοξίες για συνέχιση μιας τέτοιας επιτυχίας στο μέλλον. Τρια εκτάρια γης στο Porte d’Auteuil ήταν το δώρο της γαλλικής κυβέρνησης, που σε συνεργασία με το κλαμπ «French Stadium», αποφάσισε να χτίσει το Κεντρικό Στάδιο σ’ αυτό το προάστιο του Παρισιού. Ονομάστηκε «Ρολάν Γκαρός» προς τιμήν του Γάλλου αεροπόρου που πρώτος διέσχισε τη Μεσόγειο το 1913, για να πεθάνει σαν ήρωας πολέμου λίγο μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου. Το κόκκινο χωμάτινο τερέν του γηπέδου έχει πάνω του τις πατημασιές από τις αμέτρητες μονομαχίες μεγάλων τενιστών, αλλά και τα σημάδια από τις εκτοπίσεις Εβραίων από τους Ναζί που το χρησιμοποιούσαν ως φυλακή. Όλα αυτά κάνουν το Ρολάν Γκαρός έναν ιερό τόπο που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Έναν τόπο, όπου η Ιστορία γράφεται με πολλούς και συχνά αντιφατικούς τρόπους.

Η ιστορία του Ραφαέλ Ναδάλ είναι τέτοια. Γιός του πετυχημένου επιχειρηματία, Σεμπαστιάν Ναδάλ, επηρεάστηκε από τους θείους του που ήταν -επίσης πετυχημένοι- αθλητές. Ο Τόνι Ναδάλ, τενίστας σε εθνικό επίπεδο και ο Μίγκελ Άνχελ Ναδάλ, ποδοσφαιριστής που έπαιξε σε τρία Μουντιάλ με τη φανέλα της εθνικής Ισπανίας -γνωστός με το παρατσούκλι «το Κτήνος της Μπαρτσελόνα»- έβαλαν τον τετράχρονο Ράφα σε ένα δύσκολο στραυροδρόμι. Στον αθλητισμό πάντα υπάρχουν κακοτοπιές. Αλλά το παρελθόν της οικογένειας τού εξασφάλιζε πως ό,τι και να επέλεγε θα ήταν το ίδιο δυνατός και αποφασισμένος. Οι Ναδάλ ζούσαν στο Μανακόρ της Μαγιόρκα από τον 14ο αιώνα. Όπως οι περισσότεροι κάτοικοι των Βαλεαρίδων, έχουν και αυτοί καταλανική καταγωγή. Αιώνες πολέμων και κατακτήσεων σε αυτήν την μικρή γωνία της Μεσογείου, έχουν κάνει τους κατοίκους της σκληρούς, έτοιμους να καταστρέψουν κάθε αντίπαλο και να μην σταματούν, μέχρι να νιώσουν πως η απειλή έχει εκλείψει. Σε ηλικία δώδεκα ετών, ο Ράφα αποφάσισε τελικά να ακολουθήσει καριέρα τενίστα και όχι αυτήν του ποδοσφαιριστή, με προπονητή τον θείο του.

Από τότε έμαθε να «θυμώνει» με τη μπάλα του τένις και να την καρφώνει με όλη τη δύναμη που του επέτρεπε το τεράστιο σώμα του στο τερέν του αντιπάλου. Η επιτυχία τον κυνηγά σε κάθε σήκωμα της ρακέτας. Ο κόσμος του τένις είναι ένας κόσμος λαμπερός, όπου ρέει άφθονος χρυσός και ασήμι. Τα έπαθλα από τις νίκες και συμμετοχές του στα μεγαλύτερα τουρνουά του πλανήτη αρκούν για να εξασφαλίσουν ότι το όνομα των Ναδάλ θα συνεχίσει να εκφράζει μια σταθερή αξία δύναμης και αναγνώρισης στο χρόνο. Ο ίδιος θα παραμείνει ένα απλό παιδί που αγαπάει την οικογένεια και την πατρίδα του περισσότερο από κάθε τι. Παίζει play-station, λατρεύει το ποδόσφαιρο, πηγαίνει για ψάρεμα και μπάλα με τους φίλους του. Μένει στα καλύτερα ξενοδοχεία του κόσμου και συγκεντρώνει πάνω του τα βλέμματα των μεγαλύτερων ελίτ, όμως πάντα επιστρέφει στο Μανακόρ. «Ποτέ δεν σκέφτηκα να αφήσω τους δικούς μου. Το καλύτερο μέρος στον κόσμο είναι το σπίτι μου. Να ζω με τους θείους μου και τους γονείς μου μια φυσιολογική ζωή. Τα υπόλοιπα είναι μπούρδες» δηλώνει όπου σταθεί.

Είναι μόλις εικοσιενός, αλλά συμπεριφέρεται πολύ πιο ώριμα. Τον περασμένο Ιανουάριο ανακοίνωσε στο Τένις Κλαμπ του Μανακόρ την ίδρυση του Ιδρύματος Ράφα Ναδάλ με έδρα τη γενέτειρα του. Στο εγχείρημά του αυτό έχει την υποστήριξη όλης της οικογένειάς του. Ο προσανατολισμός του ιδρύματος είναι προς την κοινωνική βοήθεια και ανάπτυξη. «Τα πάω πολύ καλά και χρωστάω στην κοινωνία», θα πει. Ο Ράφα συνηθίζει να παρατηρεί καλά γύρω του τον κόσμο και δείχνει να καταλαβαίνει πολύ καλά ποια είναι η πραγματικότητα. «Ένα μήνα πριν ήμουν στο Τσενάι της Ινδίας και η αλήθεια είναι ότι εδώ πέρα περνάμε πολύ καλά». Μαζί με τον Ίκερ Κασίγιας της Ρεάλ είχαν παίξει παλιότερα σε φιλανθρωπικό αγώνα με σκοπό την καταπολέμηση της ελονοσίας. «Μαζέψαμε χρήματα που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί. Πρέπει να ευχαριστήσω τον Ίκερ που με κάλεσε. Τώρα ήρθε η ώρα να κάνω τη δική μου προσπάθεια και να αποφασίσω για το που θα πηγαίνουν τόσα χρήματα. Όπως όταν παίζω, κι εδώ θα δώσω το 100% των δυνάμεών μου. Εξάλλου, κάποια στιγμή το τένις θα σταματήσει». Το Ίδρυμα διακηρύττει πως επιδιώκει την προώθηση των σπορ ως εργαλείο ένταξης για όλες αυτές τις ομάδες αποκλεισμένων και κυρίως για τα παιδιά και τους νέους.

Ακόμα κι αν αναγκάζεται να ταξιδεύει πολύ, ακόμα κι οι θεατές φαίνεται να μην τον συμπαθούν εκ πρώτης όψης, ο Ραφαέλ Ναδάλ είναι ένας ευγενικός τύπος που ξέρει τένις και απολαμβάνει να νικάει και να προσφέρει. Είναι, ίσως αυτό που τρομάζει περισσότερο. Σε έναν κόσμο εκλεκτών και ευγενών, όπως το τένις, η κορυφή χωράει μόνο έναν, κι αυτή τη στιγμή, στην κορυφή υπάρχει ένας Άγιος που κανείς δεν θα ήθελε να τον δει να αποκαθηλώνεται.

FOR THE FATHER AND THE FATHERLAND

Ο Ραφαέλ Ναδάλ έχει καταφέρει να είναι ο σπουδαιότερος τενίστας του κόσμου, πλην ενός πολύ καλού Ελβετού. Από τον Απρίλιο του 2005 βρίσκεται στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης του επαγγελματικού τένις, πίσω απ` τον Ρότζερ Φέντερερ. Αν ο Ναδάλ είναι ένα μεσογειακό «τέρας» έτοιμο να πετάξει στη θάλασσα τον αντίπαλο με όπλο την ακλόνητη θέλησή του, ο Φέντερερ συμβολίζει την βορειοευρωπαϊκή καλοκουρδισμένη μηχανή που υπολογισμένα και σταθερά κάνει τη νίκη αυτονόητο προνόμιό της. Όμως, το 2006, ενώ με όλους τους υπόλοιπους ο Φέντερερ είχε ένα σερί νικών 90-1, εναντίον του Ναδάλ υστερούσε με 2-4, κάνοντας τη μηχανή να φαίνεται σκουριασμένη. Ο Ναδάλ έχει γίνει ο κακός δαίμονας του Φέντερερ. Για τους πιστούς του Ελβετού, αυτό φαντάζει με ιεροσυλία. Για αυτούς, το τένις ζει την «Εποχή Φέντερερ». Σε μια Δύση, που ανέκαθεν αρεσκόταν σε κάθε λογής μανιχαϊσμούς, η μονομαχία των δύο αποτελεί για τους πιστούς του καθενός την ύψιστη «θρησκευτική» ηδονή. Φέτος, τα δύο ιερά τέρατα του τένις αντιμετώπισαν μια οδυνηρή έκπληξη στα πρόσωπα των Νόβακ Ντζόκοβιτς και Μάρντυ Φίς, χάνοντας 6-3 και 6-2 σετ αντίστοιχα στο τελευταίο Pacific Life Open. Νωρίτερα στο Αυστραλιανό Όπεν απώλεσαν επίσης και οι δύο την ευκαιρία να προκριθούν στον τελικό. Ο Άγγελος και ο Δαίμονας των κορτ ακόμα δεν έχουν νικήσει φέτος σε μεγάλο τελικό. Φαίνεται μοιραίο να λύσουν τις όποιες διαφορές τους στο επερχόμενο Γαλλικό Όπεν.

Από το 2005, Ραφαέλ Ναδάλ και Ρότζερ Φέντερερ κυριαρχούν στο παγκόσμιο τένις, κατακτώντας έντεκα Grand Slams και δεκαενιά από τους εικοσιεπτά Μάστερς τίτλους. Παρότι ο εξαιρετικός Ντζόκοβιτς κέρδισε και τους δύο διαδοχικά φέτος σε Καλιφόρνια και Αυστραλία αντίστοιχα, εντούτοις τίποτα και κανένας δεν δείχνει ακόμα ικανός να μπει ανάμεσά τους. Στον περυσινό τελικό του Pacific Life, όπου ο Ναδάλ κέρδισε τον νεαρό Σέρβο, όλοι θυμούνται τον Ισπανό να σπάει κυριολεκτικά το άτυχο μπαλάκι σε ένα από τα θεαματικά σερβίς του. Η δύναμή του μέσα στο παιχνίδι είναι παροιμιώδης, ικανή να σκανδαλίσει το φλέγμα και του πιο αγγλοσάξονα θεατή.

Αλλά, παρατηρώντας τον στο κορτ, δεν είναι μόνο οι εκπληκτικές του σωματικές ικανότητες που σκανδαλίζουν και τραβούν την προσοχή. Ο Ραφαέλ είναι, ίσως, ο πιο προληπτικός από τους τενίστες αυτού του επιπέδου. Οι κινήσεις του -όχι μόνο στο παιχνίδι- δηλώνουν, αν μη τι άλλο, άνθρωπο με εξαντλητική πειθαρχία και προσήλωση. For the father and the fatherland. Πριν από κάθε αγώνα κάνει μπάνιο. Στο διάλειμμα του αγώνα απλώνει μια πετσέτα κάτω απ’ το στήθος του, ανοίγει δύο μπουκάλια νερό ταυτόχρονα και παίρνει ανεξήγητα δυο γουλιές απ’ το καθένα, για να τοποθετήσει και τα δύο ύστερα δίπλα δίπλα κάτω απ’ την καρέκλα του με ευθυγραμμισμένες τις ταμπέλες τους. Όταν ο διαιτητής καλεί αυτόν και τον αντίπαλό του για το στρίψιμο του νομίσματος, ο Ναδάλ πάντα κάνει τον άλλο να περιμένει. Τρέχει με κινήσεις μπόξερ μέχρι το δίχτυ για να επιστρέψει σπριντάροντας πίσω στη βασική γραμμή. Όταν αυτό το ιδιότυπο τελετουργικό λαμβάνει τέλος, αφήνει την πετσέτα στα παιδιά των πάγκων και αγγίζει διαδοχικά τις κάλτσες του, πρώτα την δεξιά και μετά την αριστερή, που είναι τέλεια αναδιπλωμένες στις γυμνασμένες γάμπες του. Φαίνεται κουραστικό και μόνο στη σκέψη. Καθόλου, βέβαια, κουραστικό για τον ίδιο τον Ναδάλ, έναν δεξιόχειρα, που παίζει με το αριστερό, καθηλώνοντας τον αντίπαλο στο κέντρο. Πέρα απ’ τις προλήψεις που καίνε τον εγκέφαλο, στο παιχνίδι του ο Ραφαέλ δεν πρόκειται ποτέ να δείξει πνευματική κατάπτωση.

ΝΕΜΕΣΙΣ

Αν το τένις είναι ένα παιχνίδι που θυμίζει τελετουργία υψηλής πνευματικότητας, τότε το τένις στο χώμα είναι η ύψιστη εκδήλωσή της. Εκεί ο Ναδάλ κυριολεκτικά δεν έχει αντίπαλο, μιας και κατέχει το μεγαλύτερο ρεκόρ συνεχόμενων νικών σε χωμάτινη επιφάνεια. Το σερί του φτάνει τις 81 νίκες (το μεγαλύτερο στην ιστορία του αντρικού τένις) από τον Απρίλιο του 2005 έως τον Μάιο του 2007, όταν δηλαδή ο Φέντερερ έκανε το break στο Μάστερς του Αμβούργου, επικρατώντας με 2-1 σετ (2-6, 6-2, 6-0). Απρόβλεπτος όπως πάντα, ο Ισπανός σταρ ζήτησε «ιπποτικά» από τον αντίπαλό του να του υπογράψει αυτόγραφο στο μπλουζάκι που φορούσε. Ήξερε πως, εν’ όψει Ρολάντ Γκαρός τον Ιούνιο, είχε την παράδοση μαζί του. Απ’ την άλλη, ο Ελβετός, αφού έσπασε το σερί του Ράφα σε χωμάτινο έδαφος, διατηρούσε την ελπίδα να επαναλάβει το κατόρθωμά του Αμβούργου για να ικανοποιήσει το μεγάλο του όνειρο: να κατακτήσει και τα τέσσερα Grand Slam (Αυστραλιανό, Ρολάν Γκαρός, Γουίμπλεντον, Αμερικανικό) σε μια χρονιά. Αυτό που μόλις πέντε αθλητές και αθλήτριες το έχουν καταφέρει στην ιστορία του παγκόσμιου τένις.

Τελικά, φαίνεται πως επικράτησαν οι προλήψεις έναντι της λογικής. Ο Ναδάλ θα κερδίσει τον Φέντερερ σε έναν συγκλονιστικό τελικό, όπου ο Ισπανός άσος επιβλήθηκε με 3-1 σετ (6-3, 4-6, 6-3, 6-4). Έτσι, ο Ναδάλ έγινε ο πρώτος άνδρας μετά τον μεγάλο Μπγιορν Μποργκ το 1980, που κατακτά τρεις διαδοχικές φορές το Ρολάν Γκαρός. Ο θριαμβευτής, εμφανώς ενθουσιασμένος από το θρίαμβό του, τόνισε: «Είναι αλήθεια. Αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, όμως δούλεψα πολύ σκληρά για να φτάσω μέχρι εδώ. Είμαι πολύ ευτυχισμένος και παράλληλα, αισθάνομαι και λίγο στεναχωρημένος για τον Ρότζερ, ο οποίος είναι φίλος και πραγματικός πρωταθλητής». Ο μεταφραστής μετάφρασε λάθος και οι θεατές νόμισαν ότι ο Ναδάλ επευφημούσε τον εαυτό του, αποδοκιμάζοντάς τον άδικα για άλλη μια φορά. Από την πλευρά του ο Φέντερερ, θα δηλώσει: «Φυσικά και είμαι στεναχωρημένος. Όμως πάλεψα και προσπάθησα. Θα επιστρέψω του χρόνου και θα κάνω το παν για να κατακτήσω αυτό το τουρνουά, το οποίο λατρεύω». Ένα χρόνο μετά, οι δυο τους μοιάζουν με πληγωμένα θηρία. Η συνάντηση που όλοι περιμένουν θα έκανε ακόμα και τον Ρενέ Λακόστ από εκεί που είναι να λοξοκοιτάξει προς το γήπεδο που ο ίδιος δόξασε ογδόντα χρόνια νωρίτερα. Στις υψηλές τελετουργίες, οι παρόντες είναι πάντα περισσότεροι από αυτούς που μπορεί κανείς να μετρήσει με το μάτι. Ακόμα κι αν στο τέλος νικούν οι δαίμονες.

Ο Ντάμιεν Χιρστ της Κίνας


Ο εκκεντρικός performer artist Ζιάνγκ Χουάν στρέφει τα φώτα της Δύσης στην καλλιτεχνική επανάσταση της Κίνας.


Ο τεράστιος γλυπτός Βούδας στο προαύλιο Annenberg Courtyard της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών του Λονδίνου επιβάλλεται στο βλέμμα των περαστικών. Δύο πόδια του καταλήγουν σε στηρίγματα, ένα τρίτο στηρίζεται σε αυτό που μοιάζει με κεφάλι που βγαίνει απ’ το έδαφος. Η εγκατάσταση δημιουργεί μια αψίδα ύψους περίπου εννιά μέτρων, που σε προκαλεί να περάσεις από κάτω. Από τον Οκτώβριο του 2007 οι Λονδρέζοι μπορούν να ανταμώνουν με αυτό που αποτελεί ένα απ’ τα σημαντικότερα έργα Κινεζικής σύγχρονης τέχνης. Δημιουργός του ο Ζιάνγκ Χουάν. Ίσως κάποιοι από σας αναρωτηθούν πώς και γιατί ένας Βούδας βρήκε θέση σε ένα απ’ τα μεγαλύτερα κέντρα του Δυτικού κόσμου. Η απάντηση σε κάθε τι ιερό βρίσκεται πάντοτε στον Δημιουργό.

Πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα ανατολικότερα, ένας άλλος «Βούδας» έχει πάρει τη θέση του στην ιστορία. Το πορτρέτο του Μάο Τσε Τουνγκ δεσπόζει στην πλατεία Τιεν Αν Μεν του Πεκίνου, αγναντεύοντας καθημερινά πολλές χιλιάδες απ’ τα δεκαοχτώ εκατομμύρια κατοίκους του να τη διασχίζουν. Η Πύλη της Αιώνιας Ειρήνης (όπως σημαίνει το όνομα της πλατείας) χωρίζει την πεζή καθημερινότητα των εγγονιών του Μάο από την Απαγορευμένη Πόλη, που υπήρξε για αιώνες το διοικητικό κέντρο της Κίνας. Για έναν Δυτικό όλα αυτά θα μπορούσαν να φαίνονται κινέζικα, ακόμα κι αν διάβαζε National Geographic εν’ όψει Ολυμπιακών Αγώνων. Όχι, όμως, αν είχε τη διάθεση να διακρίνει ανάμεσα σε χιλιάδες την ιδιοφυΐα κάποιων ξεχωριστών όντων, που κάνουν τη διαφορά. Η λεπτοκαμωμένη, ταπεινή φιγούρα ενός ντροπαλού Κινέζου άντρα με μπλε σακάκι και το κλασικό αλά Μάο καπέλο, για παράδειγμα, μπορεί να μη τραβάει εξαρχής την προσοχή κανενός. Αλλά μέσα σε κάθε πλήθος υπάρχει πάντοτε ένας παρατηρητής. Αυτός είναι ο Ζιάνγκ Χουάν. Και φέρνει την νέα πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα.

ΣΟΚ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ

Ακόμα περισσότερο και από ένας διάσημος στη Δύση καλλιτέχνης, ο 42χρονος Ζιάνγκ είναι ένας συλλέκτης εικόνων - πανάρχαιων εικόνων που στέκουν πάντα με νόημα στο ίδιο σημείο, περιμένοντας τον τυχαίο περαστικό να τις κάνει Τέχνη. Το έργο του αποδεικνύει πως είναι από τους πρωτοπόρους που οι υπόλοιποι περιμένουν να ανοίξουν νέους δρόμους. Με τον ίδιο τρόπο που αιώνες βουδιστικής παράδοσης δημιουργούν μοντέρνα τέχνη στο κέντρο μιας παλιάς πρωτεύουσας που πουλάει δυτικές αξίες και τεχνογνωσία σε αυτούς που κτίζουν νέες αυτοκρατορίες. Το 2006, ο οίκος Sotheby's είχε δημοπρατήσει έργα Κινεζικής Τέχνης συνολικής αξίας 13 εκατομμυρίων δολαρίων, επιβεβαιώνοντας το ορμητικό ενδιαφέρον της Δύσης για ό,τι σύγχρονο κυκλοφορεί στην Κίνα, πόσο μάλλον όταν αυτό λέγεται και είναι Τέχνη. Για τον Ζιανγκ Χουάν η έννοια της αμαρτίας έχει κεντρικό ρόλο στην σκέψη του. Αν η Ιστορία της Τέχνης είναι γεμάτη αμαρτίες, σήμερα δεν θα μπορούσε να βρει αυθεντικότερο εκφραστή τους από αυτόν. Οι Κινέζοι συνηθίζουν να τοποθετούν την επιβλητική φιγούρα του δικού τους θεού του πλούτου Τσάι Σεν Γιε καθισμένου σε μία τίγρη, στις εξώπορτες των σπιτιών τους. Οι μετοχές της κινεζικής σύγχρονης τέχνης ανεβαίνουν ιλιγγιωδώς, μια πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει.

Καθισμένος, το 1994, σε ένα δημόσιο αφοδευτήριο του Πεκίνου, έχοντας καλύψει το σώμα του με μέλι και λάδι από ψάρι, ο Ζιάνγκ κινηματογράφησε ατάραχος τις εκατοντάδες μύγες που τον περιέλουζαν: το «έργο» ονομάστηκε «12 Τετραγωνικά Μέτρα» και θα μπορούσε να είναι άλλη μια προκλητικά εικονοκλαστική ιστορία ζωής. Ξαπλωμένος, το 1998, μπρούμυτα σε ένα κρεβάτι από πάγο στο Κουινς της Νέας Υόρκης, περίμενε υπομονετικά να λιώσει από τη θερμοκρασία του σώματός του. Ντυμένος με ένα «ρούχο» φτιαγμένο από κρέας, το 2002, στην ανά διετία έκθεση του Whitney Museum of American Art, δρασκέλιζε τους δρόμους του ανυποψίαστου Μανχάταν, θυμίζοντας ίσως στους περαστικούς κι αυτής της μητροπολιτικής γωνίας πως όλα τελικά είναι σάρκα και αίμα. Από πολύ παλιά οι καλλιτέχνες αναζητούσαν τις επιδράσεις της φύσης πάνω στο ανθρώπινο σώμα. Οι πιο τολμηροί από αυτούς δεν δίστασαν να πειραματιστούν με το ίδιο τους το σώμα, όσο νοσηρό κι αν ήταν αυτό -κυρίως για τους άλλους. Ο Ζιανγκ Χουάν, ως γιος αγρότη από το Χενάν της Κίνας, δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο πιο χωμένος μέσα στα σκατά –ή, πιο πολιτικά ορθά, στη σκληρή ζωή- απ’ τον καθέναν.

THE WEST AND THE REST

«Η ζωή είναι προτεραιότητα. Δεν υπάρχει πιο σημαντικό πράγμα από το να είσαι ζωντανός. Πολλές φορές μέχρι σήμερα θα ήθελα να σκοτώσω τον εαυτό μου, αλλά ποτέ δεν μπόρεσα». Πόσες άραγε αμαρτίες χωρούν σε αυτήν τη φράση του Ζιάνγκ Χουάν; Είναι θέμα πολιτισμών. Και –όπως ήδη είπαμε- αμαρτίας. Οι άνθρωποι πάντοτε είχαν πρόβλημα με τις αμαρτίες τους -αληθινές ή μη-, γι΄ αυτό και έκαναν Τέχνη αποτυπώνοντάς τις σε ποικίλες μορφές τεχνικής αρτιότητας. Ανάμεσα σε όλους, το μεγαλύτερο πρόβλημα είχαν οι Δυτικοί, γι’ αυτό και δεν καταδέχονταν την Τέχνη των Άλλων («The West and the Rest»). Τι θα σκέφτονται άραγε τώρα που ένας Βούδας προσπαθεί να ισορροπήσει καταμεσής του Λονδίνου;

Η PaceWildenstein Gallery της Νέας Υόρκης θα φιλοξενεί τον Μάιο μια μεγάλη έκθεση του Ζιάνγκ Χουάν, την πρώτη Κινέζου καλλιτέχνη. Ακροβατώντας σε φολκλόρ εφιάλτες και μοντέρνα υλικά, τα εκθέματα δύσκολα παραπέμπουν στις βασικές ιδέες περί μοντέρνας τέχνης. Ένα concept που μάς θυμίζει τα «Όνειρα» του Κουροσάβα, εφιαλτικές εικόνες πυρηνικής καταστροφής ανάμικτες με κιμονό και ατέλειωτα μέτρα καμένου Ιαπωνικού μεταξιού: ο πολιτισμός βασίζεται στη λήθη. Κανένας δυτικός ή μη πολίτης δεν θα υποδεχτεί ατάραχος αυτά τα έργα. Διότι θυμίζουν. Ο Ζιανγκ Χουάν είναι ένας παρατηρητής, κι ως τέτοιος ξέρει να διακρίνει καλύτερα τα όρια του πολιτισμού απ’ τους ανυποψίαστους περιπατητές. Και να τα υπερβαίνει.

Το πρώτο έργο του που σόκαρε τους Κινέζους ήταν το 1993: ένα περίλουστο με ψεύτικο αίμα γλυπτό με τον τίτλο «Άγγελος» στην αυλή του Μουσείου Εθνικής Τέχνης του Πεκίνου. Φαίνεται πως στις πλατείες πάντα γράφεται Ιστορία. Η ιστορία του Ζιανγκ είναι η ιστορία της σύγχρονης Κίνας. Στο στούντιο- εργοστάσιο που έχει στήσει στο βιομηχανικό προάστιο Μινγκ Χανγκ της Σαγκάης, ο γιος του αγρότη απασχολεί περίπου εκατό εργαζόμενους και φέρνει στη ζωή γιγάντιους Βούδες από συμπιεσμένη στάχτη συλλεγμένη από ναούς της Σαγκάης και απομακρυσμένα χωριά της επαρχίας. «Η στάχτη είναι ένα παράξενο υλικό» συνηθίζει να λέει. «Ιδίως η στάχτη από ναούς. Κανένας δεν πάει μόνος του στους ναούς. Η παρουσία του καθενός ξεχωριστά εκφράζει μια διαχρονική συλλογικότητα. Η στάχτη ανανεώνει το πνεύμα των νεκρών και τους δίνει μια δεύτερη ζωή».

Το 2006, ο Ζανγκ Χουάν ήρθε απ’ τη Νέα Υόρκη για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κίνα. Απ’ τις… στάχτες του Μαοϊκού παρελθόντος ξέθαψε τα εργαλεία και τις τεχνικές της υφαντουργίας και της βιοτεχνίας, κάτι που δεν θα μπορούσε να του προσφέρει η αμερικάνικη μητρόπολη. «Η Δύση κοιμάται. Στην Κίνα το κλίμα είναι εκρηκτικό», έχει δηλώσει. Και η Κίνα όμως του φέρεται με γενναιοδωρία, όπως σε όλους εκείνους που παράγουν γι΄ αυτήν μια εικόνα ευημερίας και προόδου. Κανείς δεν τον ενοχλεί, κανείς δεν ενοχλεί ένα παιδί του Μάο.

Οι γονείς του τού είχαν δώσει το όνομα Ντόνγκ Μινγκ (Ανατολική Λαμπρότητα) προς τιμήν του Μεγάλου Τιμονιέρη και του ύμνου της Πολιτιστικής Επανάστασης «Η Ανατολή είναι Κόκκινη». Αλλά, το 1992, ο νεαρός φοιτητής της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Πεκίνου ανακάλυψε πως το όνομά του ήταν πλέον ξεπερασμένο. Πάντα άρεσε στον Ζιανγκ Χουάν να ξεπερνάει τα όρια. Το ίδιο όμως κάνουν –και ας μην το ξέρουν- και οι Λονδρέζοι που περνούν καθημερινά κάτω απ’ τον «Βούδα με τα Τρία Πόδια»…

«Οι καλλιτέχνες είναι σαν οποιοδήποτε άλλον άνθρωπο» έχει πει κάποτε ο Ντάμιεν Χιρστ -η δυτική ρέπλικα του Ζιανγκ. Η Τέχνη του γιου του αγρότη, έτσι ή αλλιώς, είναι αληθινή σαν οτιδήποτε στη ζωή. Ακόμα περισσότερο σαν την αμαρτία που γεννά ο Δημιουργός της...