Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Ματ στο Κρεμλίνο


Η σκακιέρα της πολιτικής δεν χωράει δύο βασιλιάδες. Σε μια παρτίδα όπου οι ηγέτες εκλέγονται από άσπρα και μαύρα πιόνια, νικητής βγαίνει αυτός που ξέρει να διαβάζει καλύτερα τους συμβολισμούς.


Ανάμεσα στο πλήθος των τριών χιλιάδων διαδηλωτών που συγκεντρώθηκαν στο παγωμένο κέντρο της Ρωσικής πρωτεύουσας, η προσοχή των περισσότερων έπεφτε στον μαυροντυμένο πενηντάρη άντρα με την πολυκαιρισμένη τραγιάσκα, ο οποίος βρισκόταν επικεφαλής της πορείας. Θα έλεγε κανείς πως εκείνος ο άντρας έμοιαζε υπερβολικά με τον Γκάρυ Κασπάροφ κι αυτό θα ήταν πράγματι παράξενο για έναν πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή του σκάκι που έχει δώσει τις περισσότερες μάχες του καθιστός, απέναντι σε σκεπτικούς αντιπάλους σε συνθήκες απόλυτης κι εκρηκτικής ησυχίας. Όμως κάθε άλλο παρά έτσι ήταν εκείνο το πρωινό Σαββάτου της 24ης Νοεμβρίου 2007. Δύο μόλις εβδομάδες πριν τις εθνικές εκλογές για την ανάδειξη νέου κοινοβουλίου (Κάτω Δούμας) και πρωθυπουργού, το πολιτικό κλίμα στη Μόσχα ήταν τεταμένο. Στις εκλογές αυτές θα αναμετριόταν το κόμμα ‘Ενωμένη Ρωσία’, με επικεφαλής τον ίδιο τον Πρόεδρο Πούτιν, ενάντια στους υπόλοιπους: το Κομμουνιστικό Κόμμα του παλαίμαχου Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, το Εθνικιστικό Κόμμα του υπερεθνικιστή Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι και έναν συνασπισμό ετερόκλητων κομμάτων υπό το όνομα ‘Η Άλλη Ρωσία’ με επικεφαλής των πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή σκάκι Γκάρυ Κασπάροφ. Ήταν, λοιπόν, πράγματι αυτός.

Καταμεσής της μεγάλης λεωφόρου που περνά απ’ τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Μόσχας, ο Κασπάροφ έπαιζε το παιχνίδι του μαύρου Βασιλιά απέναντι στα ετοιμοπόλεμα πιόνια του μεγάλου του αντιπάλου. Οι κατά καιρούς συγκρούσεις της αστυνομίας με διαδηλωτές της αντιπολίτευσης δεν άφηναν αμφιβολία για την κατάληξη κι αυτής της πορείας. Η προ μηνός σύλληψη δεκαεπτά μελών της ’Αλλης Ρωσίας‘ από τη ρωσική αστυνομία, την ώρα που πήγαιναν να καταθέσουν στην κεντρική εκλογική επιτροπή τον κατάλογο με τους κομματικούς υποψηφίους και μία μόλις μέρα μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας Κασπάροφ, ζέσταναν το προσκήνιο πολύ περισσότερο απ’ όσο υποχρέωνε ο ρωσικός χειμώνας. Οι εκλογές της 2ης Δεκεμβρίου, που η Δύση έσπευσε να αμφισβητήσει, δεν θα είχαν τόση σημασία αν δεν ήταν η επιλογή του Πούτιν να διεκδικήσει την πρωθυπουργία, ηγούμενος ο ίδιος του κόμματος που κυβερνά ουσιαστικά τη χώρα από το 2003. Το ρωσικό σύνταγμα απαγορεύει πάνω από δύο συνεχόμενες προεδρικές θητείες στον εκάστοτε πρόεδρο της χώρας. Συμπληρώνοντας δύο θητείες από το 2000, ο Πούτιν βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα εξουσίας παλιό όσο η ανθρώπινη φύση. Απολαμβάνοντας υψηλότατα ποσοστά δημοφιλίας, δεν άργησε να καταλάβει ότι η εξουσία του δεν κινδύνευε από μια αλλαγή στον τίτλο της. Σαν πρώην αξιωματούχος του σοβιετικού συστήματος θα είχε σίγουρα προσέξει έναν πολέμιό του σαν τον Αλεξάντερ Σολζενίτσιν να σχολιάζει: «μπορείς να ασκείς εξουσία πάνω στους ανθρώπους όσο δεν τους παίρνεις τα πάντα». Πόσο μάλλον όταν αυτό που εκείνοι δεν θέλουν να χάσουν με τίποτα είναι τον ίδιο τους τον Πρόεδρο. Η μεταπήδησή του στην πρωθυπουργία εξασφάλιζε συνέχεια στο σύστημα που με σιδηρά πυγμή ο ίδιος έχτισε πάνω στα ερείπια της μετασοβιετικής εποχής. Κοιτώντας την τηλεόρασή του εκείνο το Σάββατο, ο μέσος Ρώσος είδε ελάχιστες μέρες πριν τις εκλογές τον Πρόεδρό του να τονίζει ξανά πως η ψήφος του σημαίνει «σταθερότητα και συνέχεια». Αμέσως, μετά ο δέκτης του παίρνει εικόνες απ’ το κέντρο της πρωτεύουσας. Εκεί η αστυνομία συγκρούεται με τους διαδηλωτές της ‘Άλλης Ρωσίας’. Το δελτίο μιλάει για 60 συλλήψεις. Ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο πενηντάρης με τη μαύρη τραγιάσκα. Ο ίδιος αυτός, που ο Πρόεδρος έχει πει ότι παίρνει χρήματα απ’ τις ξένες πρεσβείες για να κάνει αντιπολίτευση. Ο Γκάρυ Κασπάροφ.

Ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα στο εξωτερικό από όσους έχουν βάλει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Μαρτίου. Όπως κάθε μεγάλη αναμέτρηση, έτσι και το παιχνίδι εξουσίας στο Κρεμλίνο έχει δύο ημίχρονα. Ένα τον Δεκέμβρη κι άλλο ένα τον Μάρτη. Όλοι ξέρουν το αποτέλεσμα στο πρώτο. Είναι το δεύτερο, όμως, που θα καθορίσει την έκβαση ολόκληρου του αγώνα. Μετά τη σύλληψή του, Γκάρυ Κασπάροφ δικάστηκε με διαδικασίες - εξπρές για υποκίνηση παράνομης κινητοποίησης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ημερών. Ο Βασιλιάς απειλήθηκε με τσεκ ματ απ΄ τους στρατιώτες του Τσάρου, αλλά απ’ ότι φαίνεται γλιτώνει προς το παρόν το ματ. Μιλώντας στους δημοσιογράφους κατά την αποφυλάκισή του, ο Κασπάροφ τονίζει ότι στόχος των Αρχών «είναι να στείλουν μήνυμα», κατηγορώντας το καθεστώς ότι «μπαίνει σε μία επικίνδυνη φάση, μετακυλά σε δικτατορία». Είναι λόγια που φαίνεται να απηχούν περισσότερο στο εξωτερικό παρά μέσα στην ίδια του τη χώρα. Ο Κασπάροφ έχει να αντιμετωπίσει εκτός απ’ τη δύναμη ενός πανίσχυρου Τσάρου και την δυσπιστία των Ρώσων. Σε μια χώρα όπου δεν είναι ασυνήθιστο ένας ηγέτης να αποκαλείται «πατερούλης», ένας διεκδικητής με την αμέριστη όσο και άκριτη υποστήριξη της «αναξιόπιστης» Δύσης εύκολα μπορεί να εκληφθεί ως εχθρός. Τίποτα δεν πλήγωσε τον εγωισμό των Ρώσων όσο η επέκταση της Δύσης σ’ αυτά που άλλοτε ήταν τα σύνορα της δικής τους αυτοκρατορίας. Οι εικόνες απ’ την Ουκρανία και τη Γεωργία είναι ακόμα νωπές στο μυαλό του μέσου Ρώσου, που είδε ξαφνικά τους παλιούς του εχθρούς να εγκαθιστούν τους βαλλιστικούς Πύργους τους στα κοντινά τετράγωνα της Πολωνίας και της Τσεχίας. Η κόντρα μεταξύ Κρεμλίνου και ΟΑΣΕ για την αποστολή παρατηρητών υπενθύμισε σε όλους αυτό που ποτέ πραγματικά δεν ξέχασαν. Αιώνες τώρα παίζεται το ίδιο παιχνίδι στη σκακιέρα. Αν χάσει ο Βασιλιάς, χάνουν όλοι. Αυτή τη φορά, ο παγκόσμιος πρωταθλητής δεν έχει να παίξει μόνο για τον εαυτό του.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ ΤΣΑΡΟΣ

Η γνώση δεν έχει καμία αξία αν δεν έχει πρακτικό αντίκρισμα. Στα λόγια αυτά του Ρώσου θεατρικού συγγραφέα Άντον Τσέχωφ μπορεί να συμπυκνωθεί η φιλοσοφία ενός ολόκληρου λαού. Για τους Ρώσους, το να λύνουν δύσκολα και μεγάλα προβλήματα ήταν ανέκαθεν ένα στοίχημα επιβίωσης. Ίσως γιατί ποτέ λαός δεν βρέθηκε στην Ιστορία του μπροστά σε τόσο μεγάλα και δύσκολα διλήμματα. Ίσως γι’ αυτό ποτέ κανείς εχθρός τους δεν τους νίκησε πραγματικά, εκτός ίσως πάλι απ’ τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Ο οποιοσδήποτε δεκάχρονος Ρώσος που μεγαλώνει με όνειρο κάποτε να γίνει Τσάρος μαθαίνει να πιστεύει πως πίσω απ’ την τελευταία κίνηση στη σκακιέρα της εξουσίας δεν μπορεί να κρύβεται παρά ένας συμπατριώτης του. Ο δεκάχρονος Γκάρυ έμαθε να αναγνωρίζει από πολύ νωρίς στα χρώματα της σκακιέρας τη σημασία του να είναι κανείς νικητής. Γεννημένος ως Garri Weinstein στο Μπακού του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν κατάλαβε νωρίς ότι πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να γίνει Τσάρος έχοντας πατέρα Εβραίο και Αρμένισσα μητέρα. Από Garri Weinstein, έγινε Garri Kasparyan για να μείνει στην Ιστορία ως ο Garry Kasparov, ο μεγαλύτερος εν ζωή Ρώσος σκακιστής. Ακριβώς όπως είπε κάποτε ο Στάλιν στη μητέρα του όταν αυτή τον ρώτησε «και τώρα τι κάνεις;» κι αυτός απάντησε «είμαι κάτι σαν Τσάρος».

Γεννημένος στις 13 Απριλίου του 1963, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, ο Κασπάροφ υπήρξε σε ηλικία εικοσιδύο ετών ο νεότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι. Είχε ήδη φανεί από πολύ πιο το τι θα ακολουθούσε στα μετέπειτα χρόνια. Ο νεαρός Γκάρι μαθήτευσε δίπλα στους μεγαλύτερους Σοβιετικούς δασκάλους, που αναγνώρισαν στο πρόσωπό του με τον μοναδικό τρόπο που είχε το σύστημα έναν πρωταθλητή. Πολύ γρήγορα, έφτασε να είναι σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών ο νεότερος Ρώσος σκακιστής που θα συμμετείχε στο Σοβιετικό πρωτάθλημα. Ένας νικητής είχε δημιουργηθεί σε μια χώρα που βάδιζε ολοταχώς προς την ήττα. Το πρωτόγνωρο σ’ αυτήν την υπόθεση δεν ήταν ο νικητής Ρώσος, αλλά η πιθανότητα μιας ήττας για την ίδια τη Ρωσία. Για τον Γκάρι, τουλάχιστον, η ήττα αυτή ήρθε πολύ αργότερα και, όπως θα περίμενε κανείς, ήρθε από έναν συμπατριώτη του. Ο Κασπάροφ υπήρξε Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι για όλα τα έτη από το 1985 μέχρι το 2000, οπότε και έχασε τον τίτλο από έναν μαθητή του, τον Βλάντιμιρ Κράμνικ. Δεν ήταν αυτή, όμως, η ήττα που εκτόξευσε τη φήμη του στη στρατόσφαιρα των Ανατολικών ηρώων. Τρία χρόνια νωρίτερα, σε μια εποχή που οι νέες τεχνολογίες φάνταζαν σαν η νέα παγκόσμια ουτοπία, ο Κάσπαροφ αναμετρήθηκε με τον υπερυπολογιστή Deep Blue της IBM για να χάσει τον αγώνα μόλις στο τελευταίο παιχνίδι από την σειρά των έξι που έγιναν. Μετά την ήττα, ο Κασπάροφ δήλωσε ότι διέκρινε βαθιά νοημοσύνη και δημιουργικότητα στις κινήσεις του άψυχου αντιπάλου του. Δεν ήταν, ασφαλώς, μια δήλωση αναγνώρισης της ήττας, αλλά ένα υπονοούμενο πως πίσω απ’ τις κινήσεις του υπολογιστή είχε παρεμβληθεί ανθρώπινη νοημοσύνη -κοινώς, ότι οι αντίπαλοι ήταν πολλοί και δεν έπαιξαν τίμια. Για κανέναν γεννημένο νικητή, η ήττα δεν είναι αποδεκτή. Πόσο μάλλον για έναν άνθρωπο που θα γινόταν Τσάρος. Ή τουλάχιστον θα προσπαθούσε να γίνει, δέκα χρόνια μετά…

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΜΑΤ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η Σοβιετική πρωτεύουσα ζούσε στους ρυθμούς της Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Τότε πολλοί είδαν τη νίκη του ανερχόμενου Κασπάροφ, που του έδωσε και τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, ως μια νίκη ενάντια στο κατεστημένο της Σοβιετικής Ένωσης. Ο ίδιος θα δηλώσει πως «παίζοντας με τον Καρπόφ, ο οποίος είναι ένα σύμβολο του συστήματος, είναι σαν να έβγαζες το βράχο απ’ το δρόμο». Τριάντα χρόνια μετά, ο Γκορμπατσόφ ζει μέσα απ’ τις διαφημίσεις και για πολλούς συμπατριώτες του ο δρόμος προς το μέλλον εξακολουθεί να είναι απελπιστικά κλειστός. Όμως ο Κασπάροφ, έχοντας αποσυρθεί εδώ και δύο χρόνια απ’ το σκάκι, παραμένει πεισματικά στο παιχνίδι της εξουσίας –της πολιτικής αυτή τη φορά. «Αυτή τότε ήταν μια συμβολική νίκη» δηλώνει. «Τώρα μια νίκη δεν μπορεί να είναι τέτοια. Το διακύβευμα σήμερα είναι η ίδια η επιβίωση της χώρας μου».

Ποτέ πραγματικά δεν βρέθηκε μακριά απ’ την πολιτική ο άνθρωπος που έχει περιγραφεί ως το «τέρας με τα χίλια μάτια που τα βλέπει όλα». Μέλος του ΚΚΣΕ από το 1984, ακολούθησε τον συρμό της μετά το 1990 εποχής για να εμπλακεί σε φιλόδοξα εγχειρήματα που κατά βάση στήριζαν τον μοιραίο Μπορίς Γιέλτσιν. Το 2001 υποστήριξε το τηλεοπτικό κανάλι NTV ενάντια στον Πρόεδρο Πούτιν κι αυτή φαίνεται πως ήταν η αρχή μιας σύγκρουσης που στα μάτια του ίδιου ίσως υπήρξε μεγαλύτερη απ’ ότι είναι πραγματικά. Ως ηγέτης ενός ετερόκλητου συνασπισμού κομμάτων της αντιπολίτευσης, ο Κασπάροφ διεκδικεί τον τίτλο του μεγαλύτερου επικριτή ενός ανθρώπου που η δημοτικότητά του ανάμεσα στους συμπατριώτες του αγγίζει δυσθεώρητα ύψη. Ο κυρίαρχος του παιχνιδιού είναι καλά προστατευμένος πίσω απ’ τους Πύργους του Κρεμλίνου. Τον Απρίλιο του 2007, ο Κασπάροφ πήρε μια πρώτη ιδέα της σκακιέρας της ασφάλτου, όταν εννιά χιλιάδες άντρες των Ειδικών Δυνάμεων αναπτύχθηκαν στους δρόμους της ρωσικής πρωτεύουσας για να αντιμετωπίσουν την προεκλογική διαδήλωση της αντιπολίτευσης. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν κι ο ίδιος. Για έναν σκακιστή που διακρίθηκε για την επιθετική του τακτική πάνω στη σκακιέρα, η μάχη για το Κρεμλίνο είναι μια μάχη που χάνεται επειδή ο αντίπαλος δείχνει να ξέρει την ίδια τακτική πάρα πολύ καλά. Ανέκαθεν την ήξερε.

Όταν μια χώρα καταρρέει, αυτό που αλλάζει πάνω απ’ όλα είναι οι άνθρωποι. Αλλάζουν οι συμπεριφορές, αλλάζουν, όμως, και τα πρόσωπα. Κοιτώντας, τη Ρωσία πριν και μετά το 1989, δύσκολα θα διακρίνει κανείς τους ίδιους παίκτες στην σκακιέρα της εξουσίας. Λίγοι θα αναζητούσαν στα μουντά γραφεία της Σοβιετικής γραφειοκρατίας τον επόμενο Τσάρο της Ρωσίας. Κι όμως, αυτός ήταν εκεί. Ο Βλάντιμιρ Πούτιν, νεαρός αξιωματικός της KGB στο Ανατολικό Βερολίνο την εποχή της πτώσης του Τείχους, ανέβηκε πολύ γρήγορα και απρόσμενα τα σκαλοπάτια της εξουσίας. Δήμαρχος της Αγίας Πετρούπολης το 1994, πρωθυπουργός της χώρας του το 1999, ανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας το 2000 σε ηλικία 48 ετών. Δεν είναι τόσο το γρήγορο ή απρόσμενο της υπόθεσης που ξαφνιάζουν, όσο το γεγονός ότι πολύ λίγοι ηγέτες έχουν καταφέρει στην Ιστορία να ταυτίσουν την απαρχή της εξουσία τους με μια τόσο χαρακτηριστική χρονολογία όπως το 2000. Επιπλέον και σε αντίθεση με τον πρωταθλητή από το Μπακού, ο νέος Τσάρος δεν χρειάστηκε ποτέ να δώσει μάχες στο εξωτερικό για να πάρει την εξουσία στη χώρα του. Ίσως αυτό να ήταν και η μεγαλύτερη παράλειψη του πολιτικού Γκάρυ: να μπορείς να νικάς Ρώσους στη χώρα τους. Στη μάχη της εξουσίας, οι συμβολισμοί κρύβουν μεγάλες αλήθειες. Κι αυτό δεν θα ‘πρεπε ποτέ να το ξεχάσει ένας άνθρωπος που άλλαξε ακόμα και το όνομά του για να κατακτήσει τον κόσμο.

Στη ζωή σ’ αντίθεση με το σκάκι, ο πιο σημαντικός παίκτης πάνω στην σκακιέρα μπορεί να είναι Αξιωματικός κι όχι Βασιλιάς ή Τσάρος. Την εποχή που ο νεαρός απ’ το Μπακού ετοιμαζόταν να γίνει Βασιλιάς, κάποιος νεαρός Αξιωματικός έκανε την τελική κίνηση ματ. Το να πει κανείς ότι η Ιστορία θα αναδείξει ποιος τελικά κέρδισε είναι άλλο ένα απ’ τα κλισέ που χρησιμοποιούν οι σχολιαστές Της για να μην την κατανοήσουν ποτέ. Ίσως, περισσότερο κι απ’ το αποτέλεσμα των εκλογών που γίνονται τον Δεκέμβριο στη Ρωσία, μπορέσουμε να καταλάβουμε τη ψυχή του λαού της, αν πάμε πολλά χρόνια πίσω στο 1970. Εκείνη τη χρονιά, η Ρωσία είχε τον τρίτο μεγαλύτερο πληθυσμό Εβραίων στον κόσμο. Εκείνη τη χρονιά, η Ρωσία προσγείωσε το πρώτο της διαστημικό όχημα στη Σελήνη. Εκείνη τη χρονιά, ο Ρώσος Φυσικός Αντρέι Ζαχάρωφ συνυπογράφει ανοικτή επιστολή που αναφερόταν στην αναγκαιότητα παροχής δημοκρατικής ελευθερίας στη χώρα του και θεσπίζει την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Μόσχας για την οποία θα βραβευτεί πέντε χρόνια αργότερα με το Νομπέλ Ειρήνης. Εκείνη τη χρονιά στο μακρινό Μπακού, ο επτάχρονος Gari Weinstein θα μάθει για τον θάνατο του πατέρα του από αυτοκινητιστικό δυστύχημα γυρίζοντας απ’ το σχολείο. Χωρίς όνομα, χωρίς προστασία, ο Γκάρι έμαθε να πιστεύει πως κάποια μέρα θα γινόταν Τσάρος. Όμως, στην παγωμένη σκακιέρα της Μόσχας, οι Πύργοι του Κρεμλίνου θα έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο.


(Δημοσιεύεται στο περιοδικό STATUS Ιανουαρίου 2008)

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

Μια πλατεία αλλάζει


Οι άνθρωποι αλλάζουν. Μαζί τους αλλάζουν και οι πλατείες που αγάπησαν. Οι άνθρωποι φεύγουν. Μαζί τους φεύγουν και οι εικόνες που κουβαλούν στο μυαλό τους απ’ τις πλατείες αυτές. Οι άνθρωποι έρχονται. Μαζί τους έρχονται καινούρια πράγματα. Τόσο καινούρια όσο μια βόλτα ανοιξιάτικη στην πλατεία Εξαρχείων.


Η πλατεία Εξαρχείων είναι μια πλατεία τρίγωνη. Έτσι, από όποια γωνιά και την αντικρίσεις, πάντα σου δίνει την αίσθηση ότι στο επόμενο βήμα σου προς αυτήν πρόκειται να ανοιχτείς σε έναν άγνωστο κόσμο. Το περασμένο καλοκαίρι ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την αναμόρφωση της πλατείας. Η εικόνα της ήταν έως τότε μια εικόνα εγκατάλειψης και παρακμής. Ήταν, όμως, η ίδια εικόνα που, μπολιασμένη με τους μύθους και τις διηγήσεις των παλιότερων για την δεκαετία του ’80, τραβούσε σαν μαγνήτης κάθε έφηβο που ήθελε να κάνει τα πρώτα βήματά του στην πόλη μόνος κι ανεξάρτητος. Από στόμα σε στόμα -και με τον καιρό- από τηλεόραση σε τηλεόραση, η πλατεία Εξαρχείων έγινε ο φόβος κάθε μαμάς που έστελνε το παιδί της στα φροντιστήρια της Κάνιγγος κι αργότερα στα γύρω πανεπιστήμια. Ήταν πράγματι μια ωραία κατάσταση, αν όχι τρομερή ειρωνία: Το μέρος που ελάχιστοι γονείς θα πατούσαν το πόδι τους, κι ας «ήξεραν» τόσα γι’ αυτό, θα γινόταν το πρώτο μέρος για το οποίο θα μιλούσαν οι γόνοι τους με λεπτομέρειες, πέραν από τη γειτονιά που έζησαν και μεγάλωσαν. Για να αλλάξει κι αυτό, όταν οι ίδιοι θα γίνονταν γονείς.

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος να βρεθείς στην πλατεία Εξαρχείων είναι να ανηφορίσεις την οδό Στουρνάρη από Πατησίων. Χαρακτηρισμένη ως η Silicon Valley της Ελλάδας, λόγω των πολλών καταστημάτων με είδη πληροφορικής που αραδιάζονται στα πλαϊνά της, η «Στουρνάρα», όπως έχει επικρατήσει στην ιδιόλεκτο των εντόπιων περιπατητών, είναι επίσης η είσοδος και για έναν άλλον «αυτόνομο» χώρο στο κέντρο της πόλης, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Φοιτητές που τελειώσαν τα μαθήματα, αλλά και φοιτητές που δεν τα άρχισαν καν, ανηφορίζουν σε κάθε αλλαγή βάρδιας προς την πλατεία. Εκεί θα αράξουν σε κάποια από τις πολλές καφετέριες, που το βράδυ γίνονται μπαράκια κατά το έθιμο της εποχής. Παλιά, οι καφετέριες μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Πλέον, οι επιλογές για καφέ περιλαμβάνουν πολλά χέρια. Ήβη, Φλοράλ, Διπλό, Βοξ, Φλοκαφέ, Όστρια είναι μερικά από τα συνθηματικά των μυστών της μεσημεριανής σιέστας που πάνω σε καρέκλες σκηνοθέτη γκριζιασμένες από το καυσαέριο του κέντρου αντιμάχονται την καθημερινότητά τους. Κάθε ένας έχει να διηγηθεί το δικό του σενάριο γι’ αυτήν. Το πιο γνωστό και χιλιοειπωμένο είναι αυτό για τους αναρχικούς της πλατείας ή τα «φρικιά» και τα «τζάνκια», ανθρώπους που στους μικροαστικούς Αρκουδέικους μύθους όλοι ταυτίζονται απροσδιόριστα μεταξύ τους. Απ’ την άλλη, το λιγότερο γνωστό σενάριο καθημερινότητας είναι ένα παλιό για την ίδια την πλατεία Εξαρχείων και το πως πήρε τη σημερινή της μορφή.

Το σχήμα που ξέρουμε σήμερα η πλατεία το απέκτησε τα πρώτα χρόνια μετά το ’80. Μέχρι τότε, η προέκταση της οδού Τσαμαδού χώριζε την πλατεία στα δύο. Το δε κάτω τμήμα της πρός Στουρνάρη, ήταν χτισμένο με παραγκόσπιτα, απομεινάρια ξεχασμένων γέρικων εποχών. Έτσι, μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν και σήμερα γενιές που έχουν δει την πλατεία να αλλάζει πάνω από μια φορά. Κάποιος παλιός μύστης μάς είπε με στεντόρεια φωνή σοφού που έχει αποσυρθεί από τα υλικά εγκόσμια πως «έχει ζήσει όλους τους βιασμούς της πλατείας αυτής»! Για τους αριστερούς ιδεολόγους που οχύρωσαν τα οράματά τους για μια κοινωνία διαφορετική σε κάθε γωνιά των μικροαστικών Εξαρχείων, οι αλλαγές στην πλατεία δεν είναι παρά άλλη μια προσπάθεια του συστήματος να επιβληθεί σε έναν από τους τελευταίους ελεύθερους χώρους παραγωγής ιδεών. Κοιτώντας τους νέους που αναζητούν με το τουφέκι ένα τραπεζάκι για να κάτσουν -παρέες παρέες των τεσσάρων και των οκτώ με τις ώρες σε πείσμα του χρόνου που τρέχει πάντα σε βάρος όλων, νιώθεις πως ο σοφός άντρας θα ήθελε πολλά να πει ακόμα. Τα στέκια, όμως, του καθενός διαφέρουν και δεν είναι πάντα όλοι κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι. Όπως και να το δει κανείς, οι νέοι δίνουν το στίγμα ανέκαθεν. Κι αυτή τη φορά, οι νέοι θα προτιμήσουν να κάτσουν πίσω «χαλ-λαρά» και με έναν καφέ ή μια μπύρα να βγάλουν ολόκληρη εξωβάρδια, μιλώντας για ομάδες, τραγουδιστές κι άλλα της καθημερινότητας που μυθολογούν. Όλα αυτά, βεβαίως, το πρωί, γιατί το βράδυ που η μουσική δυναμώνει δύσκολα ακούς τι λεει ο διπλανός σου.

Για να αλλάξει, όμως, η πλατεία όλοι έστρεψαν το βλέμμα τριγύρω και άκουσαν τι είχε να τους πει ο διπλανός τους –σε πείσμα των μοναχικών μας καιρών. Το αρχικό σχέδιο για την πλατεία που παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούλιο συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις, όχι μόνο αυτές των αναρχικών ιδεολόγων και των πιο δυναμικών νεαρών επίδοξων επιγόνων τους, αλλά και αυτών των ίδιων των κατοίκων της περιοχής και των επιχειρηματιών σ’ αυτήν. Όπως μας είπε κάποιος μαγαζάτορας, η μακέτα ήταν «φτιαγμένη η ίδια από μπετό». Οι αντιδράσεις, αν και προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους, συνέκλιναν σε μια κοινή αισθητική, τουλάχιστον, παραδοχή και έτσι προέκυψε το νέο σχέδιο, το οποίο συγκεντρώνει τώρα την αποδοχή των περισσότερων. Απ’ την στιγμή που όλοι προσυπέγραψαν για την ανάπλαση, οι εργασίες ξεκίνησαν δέκα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα. Έκτοτε, 58 καινούρια δέντρα έχουν ήδη φυτευτεί και περισσότερο πράσινο θα είναι πλέον ορατό με την προσθήκη γκαζόν και παρτεριών με θάμνους. Ο χώρος των τραπεζοκαθισμάτων θα μειωθεί στο μισό, ενώ θα δημιουργηθεί διάδρομος πλάτους τριών μέτρων για τους πεζούς με ειδικές ράμπες για τυφλούς συμπολίτες μας. Η πλακόστρωση γίνεται με μάρμαρο Καβάλας, ενώ οι κυβόλιθοι είναι πορφυρίτης από την γειτονική Ιταλία. Σύμφωνα, με τον μηχανικό του έργου, Αχιλλέα Κωσταγιάννη, σε δέκα χρόνια, κι όταν τα δέντρα μεγαλώσουν, η πλατεία θα είναι «δάσος». Είκοσι χρόνια πριν, ο ίδιος ερχόταν στην πλατεία ως νεαρός φοιτητής. Η εξαετία ‘77-‘83 έχει χαραχτεί στη μνήμη του ως «οι καλύτερες εποχές». Μιλάει με αγάπη για την πλατεία. Σε ερώτηση αν πίστευε τότε πως σήμερα θα άλλαζε αυτός ο ίδιος την πλατεία που σημάδεψε τα νιάτα του, απαντά με κάποια συγκίνηση πως όχι. Τελικά, οι πλατείες αλλάζουν μαζί με τους ανθρώπους κι όχι απ’ την έμπνευση της στιγμής.

Άραγε, πως θα είναι η πλατεία είκοσι χρόνια μετά; Θα είναι για τη δική μας γενιά φοιτητών και νέων, η σημερινή εποχή μια αντίστοιχη χρυσή εξαετία; Είναι, πάντως -και όλοι το παραδέχονται- η εποχή των Ολυμπιακών. Όχι των κόκκινων, των άλλων. Οι καταστηματάρχες πιστεύουν πως με τους Ολυμπιακούς Αγώνες το ερχόμενο καλοκαίρι, οι επισκέπτες της πλατείας θα αυξηθούν με ανάλογες συνέπειες για τα έσοδα των μαγαζιών τους. Θεωρούν πως οι όποιες παρεμβάσεις συνιστούν αναβάθμιση. Νέες καφετέριες έχουν ανοίξει και πολλές ακόμα ανακαινίζονται. Το βιομηχανικό στυλ με τις πέτρες και τις σκουριασμένες κουπαστές δίνει τη θέση της σε πιο ανάλαφρες διακοσμήσεις. Η εμφάνιση στην πλατεία δύο μαγαζιών, του ΒΟΞ και του Wunderbar, με αισθητική αρκετά διαφορετική από τη στερεότυπη εικόνα της επαναστατημένης πλατείας στα σύνορα του συστήματος, ήταν ο προάγγελος μιας νέας εποχής. Στα στοιχεία της νέας αυτής εποχής συγκαταλέγεται και η αυξανόμενη και συνεχής παρουσία της αστυνομίας. Η κατάσταση φαίνεται να έχει ηρεμήσει και τα τελευταία εκτεταμένα επεισόδια δεν αποτελούν παρά άλλη μια απομίμηση του μακρινό ’95 (όταν η τηλεόραση του Αντέννα έκανε τα αλήστου μνήμης τηλεδημοψηφίσματα να μπουν ή όχι τα ΜΑΤ στο Πολυτεχνείο που καιγόταν από τους «γνωστούς άγνωστους»). Η τελευταία εστία του περιθωρίου είναι πλέον μια γωνιά πιο φανερή και περπατημένη από οποιονδήποτε άλλο χώρο των Εξαρχείων. Στη Στουρνάρη και Σπύρου Τρικούπη γωνία τα «φρικιά» έχουν καταθέσει τα όπλα με άδεια χέρια και πρόσωπα που θυμίζουν την «Κραυγή» του Μυνχ. Το κέντρο της πλατείας που ήταν το σπίτι τους, αυτή η terra ingognita του ‘80, είναι τώρα περικυκλωμένη από μπάζα. Ξένοι εργάτες ζουν εκεί μες στη σκόνη το δικό τους ελληνικό όνειρο. Τι να είναι για αυτούς η πλατεία μετά από χρόνια παρά μια σκληρή εμπειρία επιβίωσης στη Δύση;

Κανείς δεν χρειάζεται τον μικροαστικό οδηγό επιβίωσης πια για να κυκλοφορήσει στην πλατεία Εξαρχείων. Τελικά, μάλλον, ποτέ πραγματικά δεν χρειάστηκε. Γιατί η πλατεία Εξαρχείων αν και ήταν ξεχωριστή, παρέμεινε εν τούτοις μια πλατεία, ένας χώρος συνάντησης των καθημερινών ανθρώπων. Ανθρώπων πιο φευγάτων, ανθρώπων πιο ανήσυχων, μα σίγουρα καθημερινών ανθρώπων. Αναζητώντας τα σημεία αναφοράς της πλατείας, οδηγούμαστε στην πολυκατοικία που στέκεται στη γωνία των οδών Αραχώβης και Θεμιστοκλέους απέναντι από το ΒΟΞ. Είναι η περιβόητη «Μπλε Πολυκατοικία», έργο του αρχιτέκτονα Κυριακούλη Παναγιωτάκου, που χτίστηκε το 1932 και διεκδικεί τον τίτλο της πρώτης πολυκατοικίας που ανεγέρθηκε στην Αθήνα. Ένοικοί της υπήρξαν πολλοί επώνυμοι, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, πολιτικοί, έμποροι και βιομήχανοι. Σήμερα, η πολυκατοικία φαίνεται γερασμένη και τα περισσότερα κουδούνια δείχνουν τις επωνυμίες μικρών αγνώστων επιχειρήσεων που στεγάζονται σε αυτήν. Το πρώτο που αντικρίζει κανείς μπαίνοντας είναι η πλατιά εσωτερική σκάλα. Μεγαλοπρεπής μέσα στην παρακμή της και όμορφη παρόλα τα σημάδια του χρόνου, σε ανεβάζει με αργά βήματα ψηλά σε έναν κόσμο που δύσκολα φαντάζεται ο επισκέπτης των Εξαρχείων. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας η θέα είναι εκπληκτική. Από πίσω ο Λυκαβηττός, ογκώδης και επιβλητικός όσο κανείς δεν μπορεί να τον δει έτσι χαμένος όπως είναι στα στενά της πόλης. Δίπλα ο λόφος του Στρέφη, Αγχεσμός όπως θα τον έλεγαν οι καθημερινοί άνθρωποι της κλασικής Αθήνας, Μπινέκντασι όπως θα τον καλούσαν στην Τουρκοκρατία. Με πρόσωπο στημένο πάντα προς τη Δύση και ολόγυρα παντού η Αθήνα μέχρι το Αιγάλεω και ακόμα μακρύτερα είναι το δώρο της πολυκατοικίας στους ψηλότερους ενοίκους της. Αρκετοί απ’ αυτούς μαζεύονται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην εν λόγω ταράτσα για να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου. Όσοι υποδέχτηκαν εκεί το 2004 ήταν και οι τελευταίοι που είδαν την πλατεία από ψηλά με τη μορφή που είχε είκοσι χρόνια τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, είναι διαφορετική η πλατεία Εξαρχείων όταν τη βλέπεις από ψηλά. Μοιάζει πιο συμμαζεμένη και πιο ήρεμη. Έτσι, όπως ίσως μπορούν να τη βλέπουν μόνο όσοι κατοικούν στα ρετιρέ της ζωής. Αν επιμείνεις, όμως, κοιτώντας ολόγυρα, θα καταλάβεις πόσο ζωντανή και ανήσυχη είναι κατά βάθος, με ανθρώπους και αυτοκίνητα να μετακινούνται διαρκώς, με άπειρες μικρές λεπτομέρειες να την χαρακτηρίζουν. Από την οθόνη του θερινού σινέμά ΒΟΞ μέχρι το κτίριο Γκίνη στο Πολυτεχνείο στο βάθος και από την τροπική αυλή της νεοκλασικής «Όστριας» μέχρι τους κάδους έξω από το σουβλατζίδικο του «Κάββουρα». Από τα απλωμένα ρούχα πέρα στις σκοτωμένες από την κούραση πολυκατοικίες της Μητρόπολης μέχρι τα μαραμένα λουλούδια κάποιας παλιάς Αθηναίας γραίας των Μεγάλων Προσδοκιών. Από τα διπλά λεωφορεία που δυκολεύονται στη στροφή για Στουρνάρη μέχρι τα τρίθυρα αμαξάκια που δυσκολεύονται να παρκάρουν έξω από τα φροντιστήρια στη Σολωμού. Ένας μικρόκοσμος που φτιάχτηκε, θαρρείς, από τύχη, επειδή οι γειτονιές που απλώθηκαν από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις άφησαν στην απόληξή τους ένα μικρό κενό τρίγωνο γης, σημείο συνάντησης και για τις τρεις. Η μια γειτονιά από την Ομόνοια, η άλλη από τη Νεάπολη και η τρίτη από το Μουσείο, με ότι αυτά τα ονόματα συμβολίζουν για το παρόν, μέλλον και παρελθόν μιας πόλης που διαρκώς εξεγείρεται τα τελευταία εκατό χρόνια απέναντι στη χωροταξία της. Ρωτώντας τους ανθρώπους της πλατείας αν πιστεύουν πως το πνεύμα της θα αλλάξει μαζί με την εικόνα της, σου απαντούν πως όχι. Τα Εξάρχεια θα παραμείνουν Εξάρχεια.

Όχι, βέβαια, επειδή το θέλει κάποια παράδοση ή η ρομαντική διάθεση των νοσταλγών του όποιου παρελθόντος. Αλλά, επειδή ορισμένα πράγματα γύρω και μέσα σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο της Αθήνας παραμένουν τα ίδια. Όσο υπάρχουν το Πολυτεχνείο και τα άλλα τριτοβάθμια ιδρύματα σε ακτίνα χιλιομέτρου από την πλατεία, αυτή θα τροφοδοτείται πάντα με νέους ανθρώπους, που σε όποια εποχή κι αν δρουν θα φέρνουν νέες ιδέες και συνήθειες. Κοιτώντας τα νεανικά πρόσωπα γύρω απ’ την μπάρα στην «Ήβη», ξέρεις πως η πλατεία είναι καταδικασμένη σαν άλλος Φάουστ να ζει ως νέα για πάντα. Είναι εκεί τα παιδιά και συνεχίζουν αν μιλούν ακομπλάριστα, ακόμα κι αν ξέρουν πως ο φωτογράφος φτιάχνει το θέμα του στα πρόσωπά τους. Συζητούν και λικνίζονται σε ρυθμούς που ‘ρχονται απ’ έξω -κι αυτό πάντα συνέβαινε στην πλατεία. Πράγματα έρχονταν απ’ έξω μέσα για να ζυμωθούν και να βγουν ανανεωμένα ξανά στο δρόμο. Συζητούν και τ’ ότι φαίνονται χαλαροί δεν σημαίνει ότι δεν έχουν σοβαρά πράγματα να πουν. Τα μεσημέρια η πλατεία γεμίζει με νέες και νέους που μετά τη σχολή ή τη δουλειά έρχονται να «αλλάξουν» την κοινωνία, να λύσουν όλα της τα προβλήματα και να φύγουν σίγουροι πως κρατούν το μέλλον στα χέρια τους. Σταμπαρισμένες φάτσες «φοιτητοπατέρων» κάνουν κατήχηση σε ψαρωμένους πρωτοετείς, κλασικές παρέες στήνουν παρτίδες τάβλι για να πάρουν ρεβάνς από το μάθημα που κόπηκαν με «4» μόλις. Άλλοι κι άλλες πάλι χαζεύουν τις βόλτες του αντίθετου φύλου μπροστά από το Φλοκαφέ, τους στημένους στο ραντεβού τους στο ίδιο σημείο με μοναδική παρέα για την ώρα τους Νιγηριανούς που πουλάνε CD με χαμόγελο ανέξοδο και σπαστά ελληνικά.

Κάποιος είχε πει κάποτε πως μια συνοικία είναι ότι CD πουλάνε σ’ αυτήν οι μαύροι πειρατές. Στην πλατεία Εξαρχείων ανέκαθεν το ρεπερτόριο κινούνταν γύρω απ’ τη ροκ μουσική, που σε άλλες περαντζάδες και σε άλλες κασέλες εξέλιπε εντελώς δίνοντας χώρο στα ελληνικά σουξέ. Ο τρόπος που αλλάζει η πλατεία φαίνεται στις κασέλες έξω από τη Βαλτετσίου. Τα ροκ CD παρέμειναν, τα ελληνικά δεν ήρθαν ακόμη, ήρθαν όμως freestyle ακούσματα και περισσότερη «μαύρη» μουσική από CD που μπορείς κάλλιστα να βρεις στη Δελφών, τη Σκουφά και όλο πιο πάνω ανηφορίζοντας προς το Κολωνάκι. Το αν άλλαξες μαζί με την πλατεία που αγάπησες ίσως μαρτυριέται κι απ’ το ποια CD αγοράζεις. Κι αν στα χνάρια της μουσικής ψηλαφίζουμε τις όποιες αλλαγές ύφους, στο χώρο των εντύπων τις κρατάμε γερά στα χέρια μας. Τα έντυπα έδιναν στην πλατεία πάντα μια ξεχωριστή πινελιά. Στο περίπτερο απέναντι από τον «Γρηγόρη» μαζί με τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας βρίσκονται μαζεμένα και απλωμένα στο πεζοδρόμιο όλα σχεδόν τα funzines που έχουν λόγο να κυκλοφορούν στην Αθήνα. Τα περισσότερα έρχονται από τον «αντιεξουσιαστικό» χώρο, ενω υπάρχουν αρκετά που ξεκινώντας απ’ τη μουσική και τα κόμικς αναζητούν εναλλακτικές μορφές στην πολιτική και την φιλοσοφία. Μέσα όμως στις καφετέριες, εκεί που κυκλοφορεί ο πολύς κόσμος, τα έντυπα είναι κανονικές εφημερίδες, έχουν δικό τους σταντ και, όπως με τα CD, διατρέχουν όλη τη διαδρομή της Σκουφά από τις αρχές της μέχρι το τέλος της -στην άλλη γνωστή πλατεία του κέντρου. Σημεία των καιρών.

Τελικά, η πλατεία Εξαρχείων θα αλλάξει προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο; Ποιος έχει δίκιο; Οι καταστασιακοί του Ραούλ Βανεγκέμ που φωνάζουν για την καταστολή που ξεκινά από την πολεοδομία ή οι μικροαστοί του κέντρου που φωνάζουν για την επιτακτική ανάγκη εμπορικής αναβάθμισης της πλατείας; Τι είναι η αναπλαση: μικροαστική μεταρρύθμιση και βιομηχανία της light διασκέδασης ή ανάδειξη πρασίνου και ευκαιρίες επιχειρηματικότητας; Κοιτώντας το «Άγαλμα των Τριών Ερώτων» στο όχι ακριβώς κέντρο της πλατείας, μπαίνουμε στο πειρασμό να ρωτήσουμε τι πραγματικά πιστεύει αυτό, που τόσους έχει δει και τόσοι τού έχουν μιλήσει. Ίσως να είναι πολύ κουρασμένο για να μιλήσει σε αντίθεση με το λαϊκό άσμα που τραγουδιέται στα γύρω ρεμπετάδικα του Κάββουρα και της Μποέμισσας. Σίγουρα, το Άγαλμα θα παραμείνει για πολλά χρόνια εκεί να καταγράφει την καθημερινότητα μιας πλατείας που έγινε μύθος όσο καμιά άλλη στην Αθήνα. Λίγο μετά το Πάσχα κι όταν τα έργα στην πλατεία θα έχουν ολοκληρωθεί, θα φανεί το αποτέλεσμα της ανάπλασης. Η άλλη, όμως, αλλαγή, αυτή που συμβαίνει πολύ βαθύτερα από την επιφάνεια των πραγμάτων θα αργήσει να φανεί. Θα είναι ίσως το αντικείμενο συζήτησης ενός σημερινού νέου που θα βλέπει την πλατεία του διαφορετική μετά από χρόνια, με μόνα απείραχτα σημάδια τους «Τρεις Έρωτες» και τις τρεις πλευρές της, όσες ήταν και οι απαντήσεις τελικά που πήραμε στην ερώτηση αν θα αλλάξει η πλατεία: Ναι. Όχι. Ίσως...



Μάρτης 2004

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

Ποδόσφαιρο και Πόλεμος


Λίγο πολύ, όλοι γνωρίζουμε τους κανόνες του ποδοσφαίρου και στο περιθώριο κάνουμε υποθέσεις για τις πρώτες του ιστορικές στιγμές. Ένας από τους πρώτους μύθους του ποδοσφαίρου αναφέρει πως εν αρχήν ήταν τα αγγλικά κολέγια του 19ου αιώνα όπου οι κοιτώνες ήταν οργανωμένοι ανά δέκα σπουδαστές. Στη συνέχεια, αυτό οδήγησε τις ομάδες των σπουδαστών που συμμετείχαν στο παιχνίδι με το όνομα “soccer” να σχηματίζονται με δέκα παίκτες η καθεμιά, ενώ κάτω από το τέρμα έπαιζε ο επιτηρητής του κοιτώνα που ήταν και ο πιο μεγαλόσωμος ως μεγαλύτερος σε ηλικία. Βέβαια, οι άνθρωποι από παλιά είχαν μια -ακόμη παλιότερη- συνήθεια να κλοτσούν ότι έβρισκαν στο δρόμο τους. Τόσο παλιά ήταν η συνήθεια αυτή, που χάνεται στα βάθη των αιώνων, την εποχή του Χαλκού και ακόμα πιο πίσω, όταν τα κομμένα κεφάλια των σκοτωμένων αντιπάλων γίνονταν παιχνίδι τις στιγμές της ανάπαυλας του πολέμου στα πόδια των τρομερών νικητών τους. Επίσης, επιστήμονες αναφέρουν ανιχνεύοντας τις απαρχές του ποδοσφαίρου ότι στην προκολομβιανή Αμερική οι άνθρωποι έδεναν φύλλα καπνού, φτιάχνοντας μπάλες που, αντί να τις καπνίζουν, απλά τις κλοτσούσαν σε κάτι που έμοιαζε με ποδόσφαιρο και είχε θρησκευτική σημασία. Σε κάθε περίπτωση, το σαν-ποδό-σφαιρο-παιχνίδι, για το οποίο μιλούν οι αρχαιολόγοι και η Ιστορία, φαίνεται πως αντικαθιστούσε ένα μικρό κενό στην καθημερινότητα των ανθρώπων, το κενό του πολέμου. Ένα κενό μικρό μιας και ο πόλεμος ήταν εκείνες τις εποχές συνηθισμένος, σχεδόν καθημερινός. Όπως όμως κάθε παιχνίδι, έτσι κι εκείνο το «ποδόσφαιρο» απεικόνιζε όσο το δυνατό πιστότερα τις πρακτικές και τις επιθυμίες αυτών που συμμετείχαν σ’ αυτό. Απεικόνιζε την ίδια την Ιστορία. Ίσως, για να την ξορκίσει.

Φυσικά, το ποδόσφαιρο, όπως μπαίνει σήμερα στα σπίτια μας από την οθόνη της τηλεόρασής μας, είναι κάτι το πολύ διαφορετικό. Υπερσύγχρονα γήπεδα, επαγγελματική συνέπεια (ακόμα και όταν μπουκάρουν μέσα στο γήπεδο παράγοντες), φυσικά τηλεόραση, οργανωμένοι φίλαθλοι, χορηγοί, μεγάλες διοργανώσεις. Δεν παύει όμως σε όλα αυτά να υπάρχει πάθος, ένταση, προσπάθεια να ξεγελάσει ο παίχτης τον διαιτητή, τραυματισμοί, ύπουλα χτυπήματα, ακόμα και δάκρυα. Τελικά, το ποδόσφαιρο ήταν και, απ’ ότι φαίνεται, είναι ένας πόλεμος. Τοσο «πόλεμος», όμως, όσο «ιππικό» είναι μια σημερινή ίλη τεθωρακισμένων. Είναι επομένως ένας πόλεμος εναλλακτικός, μια απεικόνιση, μια κουλτούρα αναμέτρησης που έρχεται από το όποιο παρελθόν για να εκφραστεί στην κάθε σύγχρονη εποχή. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή, θεωρώντας δεδομένο πως το ποδόσφαιρο όπως το ξέρουμε ανήκει σ’ αυτό που ονομάζουμε μαζική κουλτούρα του αθλητισμού όπως αυτή εκφράστηκε μετά το 1918 μέχρι τις μέρες μας.

ΑΝΤΙ-ΠΟΛΕΜΟΣ

Υπάρχει σήμερα το κενό του πολέμου στην καθημερινότητα των ανθρώπων; Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι αν πράγματι το ποδόσφαιρο γεμίζει «το κενό του πολέμου» στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Κατ’ αρχάς μοιάζει με πόλεμο. Οποτεδήποτε θεωρήσουμε την απαρχή του και άρα σε οτιδήποτε θεωρούμε ιστορικά ποδόσφαιρο, είναι πολλά τα χαρακτηριστικά που το κάνουν να μοιάζει με πόλεμο. Με μια πρώτη ματιά, αυτό που φαίνεται να προσφέρει το ποδόσφαιρο πρώτα απ’ όλα είναι εκτόνωση. Η εικόνα του αγωνιστικού χώρου κατά τη διάρκεια ενός αγώνα δεν αφήνει αμφιβολίες γι’ αυτό. Κοιτώντας επίσης την αναμέτρηση των 22 παιχτών πάνω στο πράσινο γήπεδο, δεν μπορείς να μην αναφέρεις τη λέξη «μάχη». Μια μάχη που είναι προγραμματισμένη, είναι περιοδική, έχει αρχή και τέλος, έχει κανόνες. Κυρίως όμως μια μάχη που (ακόμα κι αν μερικοί την συνεχίσουν στις κερκίδες μετά τη λήξη του αγώνα) δεν εμφανίζεται καθημερινά, πόσο μάλλον μαζικά, στους δρόμους, αλλά παραμένει κλεισμένη στο γήπεδο μέχρι τον επόμενο αγώνα.

Το δεύτερο ερώτημα είναι αν υφίσταται ένα τέτοιο «κενό πολέμου». Κατά πόσο δηλαδή ο πόλεμος απέχει από την καθημερινότητα των κοινωνιών του 20ου αιώνα. Σε όποιον βαθμό υπάρχει ένα τέτοιο κενό, δείχνει σίγουρα να έχει μεγαλώσει από τα χρόνια του Χαλκού αλλά και μεταγενέστερες εποχές. Αναμφισβήτητα, το να σκοτώσεις κάποιον ή κάποιους όταν έχεις διαφορές μαζί τους δεν είναι ο κανόνας στις πολιτισμένες κοινωνίες. Παρόλο επίσης που ο Τζορτζ Γουόκερ Μπους είναι πρόεδρος της Αμερικής, ο κόσμος σήμερα παραμένει πιο πολιτισμένος από εκείνη την άγρια εποχή του Χαλκού. Στη σημερινή εποχή έχουμε επί παραδείγματι καταφέρει μια ποδοσφαιρική νίκη της Αργεντινής επί της Αγγλίας να τη βλέπουμε σαν απάντηση της ήττας της στον πόλεμο των Φόκλαντς. (Και αυτό είναι επίτευγμα). Είναι όμως αυτός ο προορισμός του ποδοσφαίρου;

Ασφαλώς και δεν φτιάχτηκε το ποδόσφαιρο για να αντικαταστήσει τον όποιον πόλεμο. Όπως όμως και τίποτα δεν φτιάχνεται εκ των προτέρων. Τα περισσότερα πράγματα αποδεικνύεται πως δοκιμάζονται και προκύπτουν στην πορεία. Κι απ’ ότι φαίνεται στην πορεία του το ποδόσφαιρο μοιάζει να τα καταφέρνει πολύ καλά στο ρόλο του αντί-πολέμου. Αντί να πετροβολείς την άλλη γειτονιά, κάνεις κλάδεμα στη σέντρα. Αντί να κλέβεις πρόβατα στα σύνορα, παίζεις μπάλα με αυτόν που ζει στην άλλη πλευρά τους. Αντί για Παγκόσμιο Πόλεμο με στρατό και τεθωρακισμένα, στήνεις Παγκόσμια Κύπελλα με χορηγούς και σπόνσορες. Είναι όμως τόσο αναγκαίο ο κόσμος να πρέπει κάπου να εκτονωθεί;

Η απάντηση έρχεται από την πραγματικότητα της ζωής και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση γι’ αυτό. Επιπλέον, εδώ ο ισχυρισμός είναι ότι αν δεν υπήρχε το ποδόσφαιρο, θα μετρούσαμε πολλούς περισσότερους πολέμους στην εποχή μας απ’ όσους ζήσαμε στο παρελθόν –κι αυτοί δεν ήταν λίγοι. Δεν εννοούμε βέβαια ότι δεν γίνονται πόλεμοι σήμερα. Θα ήταν γελοίο κάτι τέτοιο. Εν τούτοις, όμως, δεν είναι τυχαίο ότι η μαζική προσήλωση των δυτικών κοινωνιών μετά το ‘50 σε μεγάλα αθλητικά γεγονότα συμπίπτει με μια ειρηνική περίοδο στις μεταξύ τους σχέσεις. Κι αν κάποιοι απορήσουν λέγοντας «ποια ειρηνική», θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα πράγματα σε προηγούμενες εποχές ήταν πολύ χειρότερα, ακόμα και απ’ αυτήν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. (Για να έρθουμε στο σήμερα, μια διαφωνία όπως αυτή μεταξύ ΗΠΑ και Γαλλίας για το Ιράκ πριν από εκατό χρόνια θα τις είχε οδηγήσει ήδη σε πόλεμο). Ας μην αμφιβάλλουν ότι ο πόλεμος πριν τον 20ο αιώνα ήταν ένα συχνότατο φαινόμενο και σχεδόν κάθε γενιά γνώριζε έναν.

Ως αντίλογος στον ισχυρισμό που περιγράψαμε έρχεται το γεγονός πως, ακόμα κι αν δεχτούμε πως έχουμε λιγότερους πολέμους σήμερα, ήταν η «πολεμική» δεκαετία του ‘30 που έφερε τα πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα. Μα το ποδόσφαιρο δεν φτιάχτηκε για να περιορίσει τον πόλεμο. Τη λειτουργία του ως «αντί-πόλεμο» την διαπιστώνουμε εκ των υστέρων. Ο «πολεμοχαρής» Μουσολίνι, ο «καλύτερος παίκτης» της Ιταλίας το ’34 και το ’38, απλά διαπίστωσε την επιρροή του ποδοσφαίρου στις μάζες. Την ίδια διαπίστωση που κάνουν διαχρονικά ορισμένοι πολιτικοί, επεμβαίνοντας με λάθος τρόπο, όπως θα δούμε, στα ποδοσφαιρικά δρώμενα, αν και τις περισσότερες φορές, το ποδόσφαιρο τους ξεπερνά, δίνοντας λύσεις σε προβλήματα που εκείνοι αποτυγχάνουν.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο νικητής Γάλλος στρατάρχης Φος είπε ότι η ειρήνη δεν είναι παρά μια ανακωχή για είκοσι χρόνια. Εκείνη η ειρήνη αποδείχτηκε πολύ ταπεινωτική για να την αντέξουν οι Γερμανοί. Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1954, η Δυτική Γερμανία του Φριτς Βάλτερ νίκησε ανέλπιστα 3-2 την Ουγγαρία του Πούσκας και του Χιντεγκούτι, που ήταν το φαβορί, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ελβετία. Εκατομμύρια Γερμανοί -και των δύο Γερμανιών- ξεχύθηκαν στους δρόμους έχοντας πλέον λόγο να περηφανευτούν ως έθνος. Φαίνεται πως μια νίκη στον τελικό του Κυπέλλου έκανε πολλά περισσότερα για την ειρήνη απ’ ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, την πρώτη αυτή ενότητα, μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής πρώτα συμπεράσματα:

Το ποδόσφαιρο μοιάζει να λειτουργεί ως υποκατάστατο του πολέμου σε κοινωνίες όπου ο πόλεμος (ο πραγματικός και όχι ο εικονικός από τον καναπέ) εκλείπει από την καθημερινότητα των ανθρώπων. Χαριτολογώντας, ας πούμε πως μεταθέτει -όπως φαίνεται εξάλλου να συμβαίνει και με την επιχειρηματικότητα (κι εδώ μακάρι να είχε η Γερμανία του ’18 έναν Λούντβιχ Έρχαρντ)- τον πόλεμο από τα λιβάδια στα στάδια -και τα χρηματιστήρια αντίστοιχα. Έτσι:

α) Τον κάνει εικονικό. Κανείς δεν σκοτώνεται. Η φυσική υπόσταση του «πολεμιστή» είναι εξασφαλισμένη και η σύγκρουση με τον αντίπαλο πραγματοποιείται χωρίς να αναιρείται αυτό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πραγματικό πόλεμο. Π.χ. η έχθρα Καστιγιάνων και Καταλανών, αν κι εξακολουθεί, περιορίζεται στους αγώνες της Ρεάλ με την Μπαρτσελόνα.

β) Σταδιακά τον εξαφανίζει. Το ποδόσφαιρο, μέσα από μια ομόκεντρη δομή πρωταθλημάτων, όπου οι ομάδες συνεχώς αλλάζουν κατηγορίες, διευρύνει το μέτωπο της μάχης όπου -καθώς θα ‘λεγε ο Πανούτσος αν μεγαλώσουμε την επιφάνεια, μικραίνει η πίεση- οι μικρότερες μάχες χάνουν τη σημασία τους. Με άλλα λόγια, ποιος φανατίζεται για αγώνες Δ’ κατηγορίας όταν η τηλεόραση δείχνει Champions League; Ακόμα και το Ρεάλ-Μπαρτσελόνα αποκτά άλλη διάσταση όταν παίζουν οι δύο ομάδες στην Ευρώπη.

Προφανώς, όσοι μένουν κολλημένοι στον Κορυδαλλό και τη Νίκαια φανατίζονται. Την ίδια στιγμή το ποδόσφαιρο παγκοσμιοποιείται. Άρα προκύπτει πως το ποδόσφαιρο εξελίσσεται παράλληλα με την κοινωνία, η οποία ασφαλώς και δεν έχει την τάση να περιορίζεται στη γειτονιά αλλά να επεκτείνεται εντροπικά προς τον έξω κόσμο. Το ποδόσφαιρο απλά ακολουθεί την εξέλιξή της.

ΟΙ ΦΙΛΑΘΛΟΙ

Στο ποδόσφαιρο, όμως, δεν είναι μόνο αυτοί που παίζουν αλλά κι αυτοί που παρακολουθούν. Είναι αυτοί που στην ποδοσφαιρική διάλεκτο αναφέρονται ως «ο δωδέκατος παίκτης» μιας ομάδας. Τους συναντούμε επίσης στις εφημερίδες και τα άλλα μέσα ως «φιλάθλους». Η στάση και η συμπεριφορά των φιλάθλων σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα έχει κυρίαρχη θέση στο οικοδόμημα του ποδοσφαίρου. Κάθε ομάδα θέλει την υποστήριξη των φιλάθλων της. Η παρουσία τους στις κερκίδες ενθαρρύνει τις προσπάθειες των παικτών στο γήπεδο. Οι πιο σπουδαίες ομάδες είναι περήφανες για τους οργανωμένους οπαδούς τους. Επιπρόσθετα, η δική τους στάση είναι αυτή που καθορίζει το αν μια χρονιά είναι ή δεν είναι επιτυχημένη για την ομάδα. Έχουν δε τη δύναμη να επεμβαίνουν στα εσωτερικά της ομάδας με ποικιλία τρόπων, είτε συμμετέχοντας στη διοίκησή της, είτε απλώς κάνοντάς τα γυαλιά καρφιά αν κάτι δεν τους ικανοποιεί. Η συμμετοχή τους είναι τόσο έντονη, που καθορίζει πολλές φορές το αποτέλεσμα του αγώνα. Ο «δωδέκατος παίκτης» δεν είναι ευφημισμός. Ο φίλαθλος παίζει κανονικά στον αγώνα. Δεν είναι λίγες φορές που οι παίκτες φοβούνται περισσότερο τους φιλάθλους της αντίπαλης ομάδας από την ίδια την ομάδα. Και σ’ αυτήν την περίπτωση μπορούμε να διακρίνουμε ομοιότητες με ό,τι συμβαίνει σε έναν πόλεμο.

Εκεί, το ρόλο των φιλάθλων έχουν οι άμαχοι. Σε αντίθεση με παλιότερες εποχές, στους σημερινούς πολέμους οι άμαχοι πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος. Όσο πάμε πιο πίσω οι πόλεμοι μοιάζουν κομμένοι και ραμμένοι στα μέτρα της ελίτ. Στον αιώνα μας τα πράγματα αλλάζουν. Οι πόλεμοι γίνονται μαζικοί, κόβονται και ράβονται για όλους. Οι πολίτες συμμετέχουν πολύ περισσότερο σε έναν πόλεμο απ’ ότι οι χωρικοί του Μεσαίωνα (στους οποίους δεν επιτρεπόταν καν να κρατούν όπλα). Και συμμετέχουν περισσότερο, όχι γιατί η εποχή μας είναι πιο βάρβαρη, αλλά ακριβώς γιατί δεν είναι τόσο. Τα δεινά ενός πολέμου δεν αποτελούν καθημερινή εμπειρία κι έτσι, αν αυτός ξεσπάσει, οι τρομερές του συνέπειες δείχνουν ακόμα φοβερότερες. Επίσης, είναι τα όπλα τελευταίας τεχνολογίας και όχι τα γιαταγάνια και τα κουμπούρια που οδηγούν σε μαζικές καταστροφές και «παράπλευρες απώλειες». Τέλος, η άμεση επαφή των μελλοντικών αμάχων ως κοινή γνώμη με την εκλεγμένη ηγεσία τους τούς κάνει πιο ευάλωτους σε αυτό που προβάλλεται από τον εχθρό ως συλλογική ευθύνη. Υπάρχουν βεβαίως οι συνθήκες που επικαλούνται πολλοί και είναι δύσκολο να πιστέψουμε σε σύγχρονους Τζένγκις Χαν που κατακαίγουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Παραμένει όμως γεγονός πως σήμερα οι άμαχοι πληρώνουν μεγαλύτερο τίμημα απ’ ότι σε άλλες εποχές.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι: οι σημερινοί φίλαθλοι θυμίζουν τους χωρικούς του Μεσαίωνα, που βλέπουν τον αντίπαλο στρατό να κατατροπώνει τον φεουδάρχη τους και να γυρίζει το βλέμμα μετά στο χωριό τους ή τους άμαχους στο Ζάγκρεμπ, τη Σρεμπρένιτσα και τις άλλες πόλεις του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία; (Εδώ ας θυμηθούμε εκείνον τον αγώνα Παρτιζάν Βελιγραδίου-Ντυναμό Ζάγκρεμπ. Μια κλοτσιά του Ζβόνιμιρ Μπόμπαν σε Σέρβο αστυνομικό έγινε σύμβολο του κροατικού εθνικισμού. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία έμοιαζε να ξεκινά από τις κερκίδες των γηπέδων. Κι αν δεχτούμε την προηγούμενη θεωρία για τον «αντι-πόλεμο», τότε έχοντας το ποδόσφαιρο τη δυναμική να σταθεί ως αφορμή σε έναν πόλεμο σημαίνει πως μέχρι τότε έκρυβε κάτι από το μίσος των δύο λαών, έστω κι αν τελικά δεν μπόρεσε να το εξαφανίσει). Επανερχόμαστε όμως στο ερώτημα. Οι σημερινοί φίλαθλοι δεν θυμίζουν χωρικούς. Αν χάσει η ομάδα τους δεν θα τους παλουκώσουν οι αντίπαλοι προς παραδειγματισμό των υπολοίπων. Πάνε με φόρα στο γήπεδο χωρίς να κρύβουν την προτίμησή τους. Οι φωνές τους μέσα σ’ αυτό μπορούν να ανυψώσουν το ηθικό μιας ομάδας και να καταρρακώσουν αυτό μιας άλλης. Και οι συνέπειες του αγώνα δύσκολα αφήνουν ανεπηρέαστους ακόμα και τους πιο απαθείς απέναντι στο άθλημα. Η κοινωνία λειτουργεί μαζικά και κάθε «μάχη» της είναι μια μάχη όλων. Άλλων λιγότερο και άλλων περισσότερο.

Ακόμα κι αν σταμάτησαν οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ακόμα κι αν η Ουρουγουάη αποσχίστηκε από την Αργεντινή, ακόμα κι αν η Γιουγκοσλαβία έφυγε από την επιρροή της ΕΣΣΔ, οι συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν στον άμαχο παρατηρητή διοχετεύτηκαν με το τέλος της πραγματικής έντασης στο άθλημα που απεικόνιζε πιστότερα αυτήν την ένταση, το ποδόσφαιρο, και άρχισαν να καλύπτουν τις κερκίδες σε κάθε αγώνα. Στο πρώτο Μουντιάλ το 1930, όταν η Ουρουγουάη νίκησε την Αργεντινή ενώπιον 100.000 θεατών στο Μοντεβιδέο, το μίσος ακόμα ξεχείλιζε στις όχθες του Ριο Ντε λα Πλάτα που χώριζε τις δύο χώρες. όταν ο Τζεφ Χαρστ έκανε το χατ-τρικ της νίκης στο 4-2 της παράτασης με τη Γερμανία το 1966 στο Γουέμπλεϋ, έμοιαζε να βομβαρδίζει η RAF τη Δρέσδη - το τελειωτικό χτύπημα σε έναν προαναγγελθέντα θάνατο και την επερχόμενη νίκη. Μια ολόκληρη Γιουγκοσλαβία ένιωσε έθνος για πρώτη ίσως και τελευταία φορά στον αγώνα με τους Σοβιετικούς την 31η Μαϊου του 1962 στη Χιλή. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμα κι αυτή η “επιθετική” συμπεριφορά της κερκίδας, οι καταλανικές βρισιές και κατάρες στον Φίγκο, τα σενεγαλέζικα βουντού στον Ζιντάν, τα ποιητικά «κουλελέ-αμάν-αμάν» των Τούρκων της Γαλατά, και οι αφηνιασμένοι ΠΑΟΚτσήδες στη Τούμπα γίνονται αποδεκτά μέσα στο όλο παιχνίδι. Πίσω από τα συνθήματα και τις φωνές κρύβεται η εμμονή για αντιπαράθεση και είναι προτιμότερο η «εμμονή» του δωδέκατου παίκτη να «βγαίνει» μες στο παιχνίδι, παρά οπουδήποτε έξω από αυτό.

Τέλος, αν μας μένουν αμφιβολίες για τη χρησιμότητα του δωδέκατου παίκτη, ας μην ξεχνάμε πως, διαχρονικά, η ιδιαιτερότητα του δωδέκατου παίκτη έγκειται στο ότι είναι απαραίτητος ακόμα και για τον αντίπαλο. Η έλλειψη φιλάθλων σκοτώνει κάθε άθλημα και οι πόλεμοι δεν θα είχαν κανένα νόημα, αν δεν υπήρχε αφετέρου η προσδοκία της δόξας στα μάτια των φίλων και συμμάχων και αφενός η αναγνώριση της ανωτερότητας του επίδοξου νικητή από τους εχθρούς. Φανταστείτε να παίζατε μπάλα σε άδειο Καμπ Νου ή να σας χειροκροτούσαν σε κάθε ντρίμπλα σας οι κηπουροί του Μαρακανά!


Η ΒΙΑ ΣΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Το ποδόσφαιρο, όμως, είναι «πόλεμος» σε εισαγωγικά. Προσεταιρίζεται τα χαρακτηριστικά του πολέμου, τον αναπαριστά, αλλά διοχετεύει σαν αλεξικέραυνο στη βούλα της σέντρας την υπαρκτή (δεν είμαστε κοινωνία αγγέλων) ένταση της μάζας που παρακολουθεί για ενενήντα λεπτά ομηρικές μονομαχίες στο χορτάρι απέναντι απ’ τα δυο τέρματα. Το ποδόσφαιρο έχει εξελιχτεί με τέτοιον τρόπο, ώστε μετά από δύο κολασμένες ώρες να μπορούν να χειροκροτήσουν όλοι τον νικητή, να χαιρετήσουν τους αντίπαλους στο απέναντι πέταλο και να δώσουν ραντεβού ξανά για την επόμενη αναμέτρηση. Σε κάθε άλλη περίπτωση -όπου κυριαρχεί το ξύλο, οι επικίνδυνες σωματικές βλάβες εν γένει, μέσα κι έξω από το γήπεδο- το ποδόσφαιρο σαν ποδόσφαιρο αυτοαναιρείται. Αν ήθελα να σκοτώσω τον απέναντι, θα το έκανα στον πόλεμο ή, τελοσπάντων, κλοτσώντας σακιά και περιμένοντας τον Αττίλα κάποιους αιώνες πίσω. Αλλά τότε δεν θα υπήρχε λόγος για ποδόσφαιρο με κερκίδα, εισιτήριο, γκολ και θέαμα, πρόκριση στους δεκάξι, αν είσαι γαύρος, και γύρω-γύρω-την-Ομόνοια-μέχρι-να-τελειώσει-η-βενζίνη-από-το-παπί, αν είσαι βάζελος. Γιατί, όμως, συμβαίνουν έκτροπα και ασχήμιες σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα;

Η πιο πιθανή απάντηση είναι για τον ίδιο λόγο που σε έναν πόλεμο γίνονται εγκλήματα πολέμου. Θα πρέπει να ξέρουμε, όμως, ότι το Χέηζελ δεν είναι ο κανόνας στο ποδόσφαιρο. Το Ολοκαύτωμα, αποτολμώντας μια σύγκριση, συνέβη, εξάλλου, μια φορά. Όσο για το ψευτοδίλημμα που προβάλλεται ότι χωρίς «θύματα» το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε άθλημα για «φλώρους», αρκεί να σκεφτούμε ότι οι άμαχοι ακόμα κι όταν συμμετέχουν στον πόλεμο προστατεύονται από τις Συνθήκες. Ακόμα δηλαδή και η πιο σκληρή έκφραση της ανθρώπινης ύπαρξης, ο πόλεμος, έχει κανόνες και όρια συμπεριφοράς. Δεν θα έχει το ποδόσφαιρο;

Βέβαια, πολλές φορές οι εγκληματίες πολέμου γλιτώνουν από τη Δικαιοσύνη, ιδίως αν ανήκουν στο στρατόπεδο των νικητών ή των ισχυρών γενικά. Κάτι ανάλογο συμβαί-νει και στο ποδόσφαιρο. Τα «εγκλήματα» παραγράφονται όταν ο «Πρόεδρος» έχει τη δύναμη να το επιβάλλει. Έτσι, για τα ίδια επεισόδια, οι ομάδες συμβαίνει να τιμωρούνται διαφορετικά, ενώ όσοι στο περασμένο Παγκοσμίο Κυπέλλο είχαν μπάρμπα απ’ την Ελβετία και τον έλεγαν Γιόζεπ Μπλάτερ, μπορούσαν να βαδίσουν ανενόχλητοι στις επόμενες φάσεις του. (Άρα, κατά μιαν έννοια η Κάρλα Ντελ Πόντε είναι η ικανότερη να αναλάβει τα ηνία του Συνδέσμου Διαιτητών Πειραιώς μόλις τελειώσει η θητεία της στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για Εγκλήματα Πολέμου!)

Εκφράζοντας, όπως θα δούμε παρακάτω, τόσο πιστά τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας, το ποδόσφαιρο θα ενσωματώσει ως συμπεριφορά οτιδήποτε εγκολπώνει η ίδια η καθημερινότητα. Αν αυτή, βέβαια, σήμερα έχει εθιστεί σε σκηνές βίας και την πολεμοκάπηλη ηθική του πολέμου αλά CNN, τότε αυτό θα φανεί και στις κερκίδες των γηπέδων, αν δεν έχει κάνει ήδη την εμφάνισή του σ’ αυτές. Για να πάψει η βία μέσα στα γήπεδα πρέπει να πάψει πρώτα έξω από αυτά. Εκτός κι αν το ποδόσφαιρο πάψει να εκφράζει τους μύθους του μέσου όρου και συνεχίσει σαν τρόπος αθλητικής εξάσκησης, ντόπας και στοιχήματος –ένα άθλημα των ελίτ, κρεμασμένο απ’ τα γκαλά αλά IAAF της FIFA σαν πίνακας σε μουσείο. Τότε δεν θα ’χει καμία επαφή με την πραγματικότητα, άρα και καμιά αλληλεπίδραση με την κοινωνία, άρα δεν θα τροφοδοτείται από την εξέλιξη που η κοινωνία θα συντελεί (εκτός κι αν αυτή η ακόμα η πραγματικότητα έχει κλειστεί σε μουσείο με τη κοινωνία στο γύψο).

ΤΑ «ΜΕΤΡΑ» ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Μετά από χρόνια εξέλιξης προς αυτήν, θα ήταν κρίμα το ποδόσφαιρο να χάσει την προνομιακή του σχέση με τον καθημερινό άνθρωπο. Να χάσει το προνόμιο, που έχει κατοχυρώσει απέναντι στα άλλα αθλήματα, να εκφράζεται μέσα από αυτό ολόκληρη η ανθρώπινη περιπέτεια. Το ποδόσφαιρο, όμως, δεν υπάρχει μόνο για αυτά που «δεν είναι» (τον πόλεμο και την αντιπαράθεση), αλλά πρωτίστως για τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί το ποδόσφαιρο και όχι κάποιο άλλο άθλημα; Τι είναι αυτό που το ξεχωρίζει στις συνειδήσεις των φιλάθλων από ένα άλλο άθλημα; Τι είναι αυτό που το κάνει «βασιλιά των σπορ»; Πώς καταφέρνει να απεικονίσει την πραγματικότητα γύρω μας; Φαίνεται πως τα «μέτρα» του αποτυπώνουν πιστότερα τα ανθρώπινα μέτρα, υπαρκτά ή επιζητούμενα:

α) Το εμβαδόν του γηπέδου δίνει ζωτικό χώρο και την αίσθηση της μέγιστης ιδιοκτησίας στον καθένα που ίσως να μένει σε 50, 100 ή 1000 τ.μ.

β) Οι χαώδεις κερκίδες καθιστούν τον καθένα αξιόπιστο ρήτορα σε ένα ανεπανάληπτο ακροατήριο.

γ) Το «πλεχτό» εικονογραφεί απόλυτα το συναίσθημα που νιώθουμε όταν πετυχαίνουμε τον στόχο μας: η κινούμενη μπάλα-σκέψη τραντάζει τα δίχτυα καταργώντας τα δεδομένα και ξαφνικά ακινητοποιείται σε κάποια γωνία σαν την αλήθεια που κάθεται καθαρή στην κορυφή της αντίληψής μας.

δ) Το τρέξιμο στο χόρτο μοιάζει με χορός που αποθεώνει το σώμα – αντικείμενο πόθου, καταργεί τις φυσικές ατέλειες που φυσικά δεν διακρίνονται στην ταχύτητα και την απόσταση.

ε) Η αναπόφευκτη αδικία από έναν διαιτητή, που είναι φύσει αδύνατον να αντιληφθεί τα πάντα, θυμίζει την κρίση του Θεού. Του δίνουμε την απόλυτη εξουσία, αλλά όλοι προσπαθούμε να τον ξεγελάσουμε, ξέροντας ότι δεν τα βλέπει όλα, και στο τέλος του φορτώνουμε τα όποια λάθη μας.

στ) Η διάρκεια του αγώνα είναι τέτοια που να χωράνε σ’ αυτήν όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις, λιγότερο – δείχνει λίγο, περισσότερο – κουράζει.

Αλλά και κάποια άλλα «μέτρα»:

ζ) Η επιστροφή του κάθε Ρονάλντο δίνει ελπίδες επιστροφής σε όλους όσους μένουν πίσω και θεωρούνται ξεγραμμένοι.

η) Οι μεταγραφές σε μια καλύτερη ομάδα αντισταθμίζουν την πολυπόθητη προαγωγή.

θ) Τα διλήμματα τύπου Πελέ ή Μαραντόνα (Beatles ή Rolling Stones, Καζαντίδης ή Μπιθικώτσης) διατρέχουν σε όλα τα μηκη και πλάτη την ανθρώπινη ψυχή που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο «πρέπει» και το «θέλω», το άσπρο και το μαύρο, τη σιγουριά και την περιπέτεια, το νόμιμο και το απαγορευμένο.

Ποιο άθλημα μικρογραφεί τόσο πιστά το μεγαλείο της καθημερινής μας περιπέτειας; Προφανώς, όλα τα αθλήματα με τον έναν ή άλλον τρόπο απεικονίζουν την ανθρώπινη πραγματικότητα. Τα «μέτρα» του ποδοσφαίρου, όμως, ικανοποιούν τα «μέτρα» της ανθρωπότητας, τον κοινό μέσον όρο των προσδοκιών της, και σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η παγκόσμια απήχησή του. Είτε σε παιδί από το Μπρόνξ, είτε σε παιδί από την Ουγκάντα πετάξεις μια μπάλα, αυτό θα την κλοτσήσει. Είτε είσαι αγρότης στον Τύρναβο, είτε μοναχός στο Νεπάλ, το τρανζίστορ «κολλά» στο αυτί όταν μεταδίδεται ποδοσφαιρικός αγώνας. Ακόμα και οι Ταλιμπάν επέλεξαν για τις εκτελέσεις αμάχων ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, ενώ οι Ουκρανοί της Ντιναμό Κιέβου θυσιάστηκαν για την πατρίδα τους, νικώντας σε ποδοσφαιρικό αγώνα τους επίλεκτους της Βέρμαχτ. (Το ποδόσφαιρο εκφράζει τα ανθρώπινα «μέτρα» και της πιο μεγάλης τραγωδίας).

Στο μέλλον, μπορεί τούτο να αλλάξει. Με δηλητηριασμένο περιβάλλον, αυτοματοποιημένα συναισθήματα και κοινωνική απομόνωση, ίσως το άθλημα του 3000 μ.Χ. να είναι το σκουός, όπως πριν χιλιάδες χρόνια σίγουρα «έσπαγε ταμεία», κατά πως διαβάζουμε στον Όμηρο, ο ακοντισμός. Σε μια παράτολμη αναγωγή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εάν ο στίβος είναι οι κλασικές Τέχνες για τον 20ο αιώνα, το ποδόσφαιρο είναι ο κινηματογράφος. Αναλογικά, αν δεν έχει αλλάξει κάτι τελευταία, οι απόγονοι των Lumiere και της MGM θα πρέπει να κόβουν περισσότερα εισιτήρια από τους απόγονους του Φειδία και του Μικελάντζελο Μπουοναρόττι.

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

Ως πεδίο αναφοράς των κοινωνικών πεπραγμένων, το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να παραμείνει μακριά από την πολιτική. Η Ιστορία διδάσκει ότι διαχρονικά πολιτική και αθλητισμός ήταν κοντά. Πόσο μάλλον στο ποδόσφαιρο. Επιπλέον, ως απεικόνιση της σύγκρουσης μεταξύ εθνών και μάλιστα σε δύσκολες περιόδους (Ουρουγουάη-Αργεντινή το ‘30, ΗΠΑ-Ιράν στο Μουντιάλ του ’94, ΗΠΑ-Κίνα στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο Γυναικών, Αργεντινή-Αγγλία το καλοκαίρι και πολλά άλλα), το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να μην συγκινεί και τη διπλωματία. Με αφορμή τον αγώνα του Παναθηναϊκού στην Τουρκία με την Φενέρμπαχτσε, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι και μόνο ο αγώνας ήταν μια νίκη του ποδοσφαίρου. Το να περιμένεις από Τούρκους και Έλληνες μες στο γήπεδο να μην βριστούν είναι απλώς άτοπο. Ακόμα, όμως, κι αν βριστούν για το παρελθόν τους, αυτό έχει ήδη κριθεί και δεν αλλάζει. Αντιθέτως, το «βρίσιμο» δημιουργεί παρόν, ένα πάτημα επικοινωνίας. Τους Τούρκους ο νέος τούς ξέρει από τα βιβλία της Ιστορίας, δηλαδή δεν τους ξέρει. Βλέποντας αλλήλους, Έλληνες και Τούρκοι αποκτούν αίσθηση ο ένας του άλλου και αυτό είναι μια κάποια αρχή προς τη γνώση. Η διπλωματία δεν χρειάζεται να τους βάλει να ανταλλάζουν ανθοδέσμες. Χρειάζεται να τους βάλλει στο ίδιο γήπεδο. Τα άλλα θα ‘ρθουν μόνα τους. Γι’ αυτό και ήταν ήττα της διπλωματίας που δεν ήρθαν Τούρκοι στην Αθήνα. Ήταν ήττα και για το ποδόσφαιρο (όπως τεράστια ήττα ήταν ο αποκλεισμός της Γιουγκοσλαβίας από το Euro ’94 λόγω του πολέμου στη Βοσνία και είναι ήττα κάθε αποκλεισμός ομάδας για πολιτικούς λόγους).

Θα πρέπει τότε όλοι να αντιληφθούν ότι οι “βάζελοι” υπάρχουν γιατί υπάρχουν οι “γαύροι” κι ανάποδα. Είναι κομμάτι του παιχνιδιού που, όπως όλα τα παιχνίδια, έχει όρους. Και εδώ οι όροι είναι αυτοί που είπαμε στην αρχή: Ο πόλεμος χάνει έδαφος σταδιακά απέναντι σε κάποια άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα και σ’ αυτό προσιδιάζει ο Αθλητισμός περισσότερο από τις Τέχνες ή τις Επιστήμες. Η εποχή ευνοεί ένα συγκεκριμένο άθλημα κι αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Το αποθεώνουμε, το λοιδορούμε, νικάμε και χάνουμε καθημερινά μέσα απ’ αυτό. Τελικά, με τον αντίπαλο είμαστε κάθε φορά σαν τους πόλους ενός μαγνήτη, υπάρχουμε γιατί έχουμε την ικανότητα να διακρίνουμε ο ένας τον άλλον. Και είναι προτιμότερο ένα πανό με τον Μωάμεθ τον Πορθητή στη θύρα των φανατικών στο Βόσπορο, παρά τα φλάμπουρα με την ημισέληνο στην Καρπασία.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Αν είναι, όμως, έτσι και το ποδόσφαιρο παίρνει τη θέση του πολέμου, γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν πόλεμοι; (Ιδίως μετά από τόσες διοργανώσεις; -μέχρι και intertoto έχουμε). Μα, δεν είπε κανένας ότι οι πόλεμοι θα καταργηθούν από το ποδόσφαιρο. Αν και ως πόλεμοι, που το ποδόσφαιρο «αντιγράφει», μοιάζουν να έχουν καταργηθεί, όπως γίνεται φανερό από τις σύγχρονες πολεμικές δραστηριότητες της υπερδύναμης. Και για να υπάρχει ποδόσφαιρο, πρέπει οι ομάδες να παίζουν στο ίδιο γήπεδο και όχι από απόσταση. Παρόλο, όμως, που οι πόλεμοι «ανεβαίνουν» κατηγορία, το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να συγκινεί και οι εφημερίδες να του αφιερώνουν καθημερινά πολλές από τις στήλες τους. Κι αυτό γιατί όσες φορές και να βομβαρδίσουν οι ΗΠΑ το Ιράκ, όσες φορές κι αν πάρει το Ευρωπαϊκό η Ρεάλ, στο ποδόσφαιρο μπορεί κάποια στιγμή το Ιράκ να «βομβαρδίσει» τις ΗΠΑ και το κύπελλο να σηκώσει η δική μας ταπεινή ομάδα. Οι ανοιχτές ελπίδες που διατρέχουν το ποδόσφαιρο τού επέτρεψαν να μας «τραβήξει» έξω από τη λάσπη του πολέμου στο παρελθόν. Οι ίδιες ελπίδες είναι σε θέση να του επιτρέψουν μας κρατήσει έξω από την ίδια λάσπη που έρχεται από το μέλλον.

Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι το ποδόσφαιρο είναι άθλημα και δεν πρέπει να του φορτώσουμε τις ευθύνες τις πολιτικής. Επιπλέον, οι μνήμες των πολέμων ξεθωριάζουν. Οι εποχές εξακολουθούν να αλλάζουν και στην πρώτη ευκαιρία είναι έτοιμες να προδώσουν τις αναμνήσεις από το Mexico ’70 ή ’86 ή τη μέρα που η Ρίτα Παβόνε τραγουδούσε «Μ’ αφήνεις μόνη μου τις Κυριακές». Η ανθρωπότητα μεγαλώνει και η μοίρα του ποδοσφαίρου είναι κάποτε να πάψει να εκφράζει μαζικά τον ψυχισμό της. Η αδικία είναι ότι, αν πήρε χρόνο να φτάσει εκεί που έφτασε (θυμηθείτε, από τα πρώτα κεφάλια, στους κοιτώνες της Βρετανίας), η αποκαθήλωση από τις συνειδήσεις της μάζας θα είναι γρήγορη και απαρατήρητη. Αλλά, έτσι γίνεται με όλες τις ιδεολογίες.

Πλέον, καταλαβαίνει κανείς ότι το ενδιαφέρον του κόσμου για την ποδοσφαιρική μαγεία συντηρείται με τεχνητές αναπνοές, εκπληκτικής εμπνεύσεως σίγουρα, αλλά τεχνητές. Αν το «οφσάιντ» ήταν μια διόρθωση στον πραγματικό πόλεμο, ώστε να μπορούμε να τον παρακολουθούμε σε ένα γήπεδο, το μέτρημα των καθυστερήσεων στο τέλος των ημιχρόνων είναι ο τελευταίος λαγός από το μαγικό καπέλο των κανονισμών. Οι μεταγραφές των μεγάλων αστέρων έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Κανένας Τζακ δεν θα ζητούσε τέτοια προαγωγή και να αφήσει πίσω το μπάρ του χοντρο-Λίντσεϋ με τις χλιαρές του μπύρες βλέποντας Τσέλσυ – Άρσεναλ στην τηλεόραση πίσω από τη μπάρα. Τα τηλεοπτικά έφεραν στα όρια της κατάρρευσης σπουδαίες ομάδες της Ευρώπης και μερικές τις διέλυσαν. (Μέχρι και ο κινηματογράφος δείχνει να χάνει έδαφος μπροστά στην τηλεόραση). Άσε, που ξέρουμε όλοι ποιος θα πάρει το Champions League. Το ποδόσφαιρο έχει γίνει υπόθεση της Ρεάλ και άλλων πέντε έξι μεγαθηρίων. Ποιος θα ενδιαφέρεται σε λίγο καιρό να δει Ολυμπιακό – Παναθηναϊκό όταν θα παίζουν Ρεάλ – Μάντσεστερ και Βραζιλία – Μικτή Ευρώπης; Αλλά, τότε φτάνουμε εκεί που ξεκινήσαμε: Το ποδόσφαιρο καταργεί εν τέλει τον πόλεμο με έναν άλλον μεγαλύτερο στο κατόπι της Ιστορίας.

Στο πεδίο της μάχης, όσοι κυνηγάμε τις συγκινήσεις του 20ου αιώνα είμαστε, ήδη, ξεπερασμένοι. Νέες ποδοσφαιρικές δυνάμεις κάνουν την εμφάνισή τους. Η εξέλιξη των κοινωνιών αναδεικνύει νέες κοινωνικές πραγματικότητες πιο δυναμικές και διεκδικητικές στις οποίες το ποδόσφαιρο θα πρέπει να προσαρμοστεί για να επιβιώσει ως ο γνησιότερος εκφραστής του μαζικού μέσου όρου. Το μήνυμα ήρθε από τα γήπεδα της Κορέας και της Ιαπωνίας, από τις εμπνεύσεις των τούρμπο επιθετικών της Βραζιλίας, από την εκπληκτική δήλωση για Άγγλους μετά τον αποκλεισμό τους ότι «πιστεύουμε σ’ αυτήν την ομάδα γιατί είναι νέα», από την έκπληξη της Γερμανίας που έφτασε στον τελικό. Μήνυμα κι απ’ τους «άμαχους»: Οι Κορεάτες φίλαθλοι μάζευαν τα σκουπίδια τους από τις κερκίδες με την ίδια ταχύτητα που τρέχουν αφηνιασμένοι οι παίκτες τους στο τερέν. Οι συντηρητικοί Ιάπωνες κάλυπταν σαν μεγάλη σημαία το γήπεδο με τις μπλε φανέλες τους. Μήνυμα από την αγορά: Η Μάντσεστερ Α.Ε κάνει περιοδείες γεμίζοντας τα στάδια της Ταϊλάνδης, όπως όταν παίζει η Γιουβέντους μακριά από το Τορίνο. Τα γήπεδα είναι πλέον σκεπαστά και συνδυάζονται με πολυθεάματα και πολύωρη ψυχαγωγία, σαν πο-λυχώροι-multiplex. Αργά ή γρήγορα, οι φάσεις θα επαναλαμβάνονται σε μόνιτορ για τον αβέβαιο διαιτητή και ίσως το ΠΡΟ-ΠΟ να παίζεται στις κερκίδες ανά πεντάλεπτο σαν το μπίνγκο στις αίθουσες της κομητείας του Κοννέκτικατ.

ΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥΣ ΟΠΛΟ

Τον τελευταίο λόγο, όμως, σε κάθε πόλεμο έχουν οι ίδιοι οι μαχητές και οι στρατηγοί τους. Τα Ομηρικά έπη εξύμνησαν τα κατορθώματα των τρομερότερων πολεμιστών της εποχής τους. Ακόμα και τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, οι ήρωες ήταν αναγνωρίσιμοι, όχι επειδή έκαναν διαφημιστικά, αλλά επειδή είχαν δεδομένη τη θεϊκή ομορφιά -από στόμα σε στόμα, από έπος σε έπος- ως απόρροια της θεϊκής τους προέλευσης στο λαϊκό υποσυνείδητο. (Με τον Αχιλλέα ήμασταν, όχι με τον Αγαμέμνονα). Σήμερα, οι σταρ του ποδοσφαίρου δεν είναι απαραίτητα οι καλύτεροι παίκτες. Είναι σίγουρα οι πιο αναγνωρίσιμοι, είτε είναι διάσημοι μόνο στη χώρα τους, είτε σε όλον τον κόσμο. Εσείς αναγνωρίζετε τις ντρίπλες του Νακάτα της Ιαπωνίας, του Ουκρανού Σεβτσένκο και τις σέντρες του Καν’το-σαν-τον-Μπέκαμ, ή κάποιων πιο ασουλούπωτων και χαμηλότερου προφίλ συμπαικτών τους, του Ιναμότο, του Ρεμπρόφ και του Σκόουλς; Αν δεν ήταν όμορφος ο Μπεστ στα 70’s, δεν θα υπήρχε Πελέ, είχε πει. Σήμερα, στην ομάδα του Φέργκιουσον, θα ήταν απλά ένας Ιρλανδός Θεός. Απ’ την άλλη, τα συστήματα των στρατηγών-προπονητών μοιάζουν να καταπίνουν την ατομικότητα, το ντελικάτο παιχνίδι, την σπιρτόζα έμπνευση, αυτό όμως γιατί αναζητούν μια νέα, πολύ πιο γρήγορη τέτοια, πολύ πιο δυνατή. Αυτά που σήμερα φαίνονται να καταστρέφουν το ποδόσφαιρο, η αστραπιαία ταχύτητα και η υπεράνθρωπη φυσική κατάσταση θα είναι απλά ξόρκια για μια νέα φυλή μάγων της μπάλας. Το ποδόσφαιρο περιμένει με ανυπομονησία να γεννηθούν, εξ’ ου και η αγιοποίηση των ημίθεων της μπάλας.

Όμως, μήπως εμείς ξεμείναμε οριστικά στον 20ο αιώνα; Μήπως, στο ποδόσφαιρο που «θέλει» να γίνει «πόλεμος» έχουμε το ρόλο του Δον Κιχώτη; Και ποιο μπορεί να είναι το τίμημα για το ποδόσφαιρο; Μπορούμε να το φανταστούμε σαν κάτι διαφορετικό από εκείνο που μάθαμε κολλώντας πιτσιρικάδες χαρτάκια της Πανίνι; Αυτό που πρέπει να κατά-λάβουμε είναι ότι τα πράγματα βεβαίως δεν ξεγράφονται εύκολα. Ζουν, αλλά μέσα από τους συνεχιστές. Άρα, αυτό που ζήσαμε εμείς είναι καταδικασμένο κάποια στιγμή να ξεμείνει στις βιτρίνες των μουσείων, όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης. Επιπλέον, το ποδόσφαιρο μοιάζει με όχημα που σε ταξιδεύει. Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι δίπλα σου τρέχουν και άλλα οχήματα πιο γρήγορα από εσένα. Φαίνεται ότι κάποιοι σε αντέγραψαν και πήραν τα ηνία της κούρσας. (Ίσως, έτσι να ένιωσαν οι Ιταλοί χάνοντας από τους Κορεάτες στο Μουντιάλ: σαν Fiat που το προσπερνά ένα Hyundai από τα δεξιά). Το ποδόσφαιρο, όμως, δεν θα πεθάνει, το ποδόσφαιρο θα μετεξελιχτεί και θα παραμένει «ποδόσφαιρο» στις συνειδήσεις κάποιων άλλων, όσο κι αν σε μας θα φαίνεται διαφορετικό. Ακόμα κι αν τα «μέτρα» του δεν ικανοποιούν μαζικά τις προσδοκίες των ανθρώπων στο μέλλον, το ποδόσφαιρο θα εξακολουθεί να έχει ένα μεγάλο ατού για να επανέλθει, το μόνο πράγμα στο οποίο δεν αναφερθήκαμε ως τώρα - τη μπάλα. Η στρογγυλή θεά στοιχειώνει τις συνειδήσεις των ανθρώπων στις αλάνες και στα σπίτια, άλλοτε σαν μάνα, άλλοτε σαν φίλη, άλλοτε σαν αδερφή, άλλοτε σαν πόρνη. Είναι μια εικόνα βαθιά χαραγμένη στην συνείδηση του ανθρώπου. Μεγαλώνοντας με μια μπάλα, συνειδητοποιείς ότι όλος ο κόσμος είναι μια σφαίρα που γυρίζει. Καθώς στέκεται πεταμένη σε μια γωνία, τι πιο εύκολο από το να την κλοτσήσεις;

Χωράφια και δικαιώματα


Ποια είναι η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ένα μείζον ζήτημα εξωτερικής πολιτικής όπως η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. και ένα κεντρικό κοινωνικό θέμα όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα; Στις δυτικές κοινωνίες μας, τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτικό επιζητούμενο λογίζονται στο βαθμό που υποστηρίζουν εντός του πολιτικού πεδίου μια ανάπτυξη αστικού τύπου. Παρόλα αυτά, τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτικό κεκτημένο δεν πρέπει να αποτελούν ένα είδος ζωολογικού κήπου όπου διαφυλάσσονται οι καθωσπρέπει συνειδήσεις και μια στείρα κοινωνική συνοχή. Τα ανθρώπινα δικαιώματα διατρέχουν τη διαδρομή από το πολιτικό αίτημα στην πολιτική πράξη για να κάνουν την κοινωνία δικαιότερη στο μοίρασμα των αγαθών και αποδοτικότερη στην παραγωγή αυτών μέσω της καλύτερης κοινωνικής κατανομής και της επίτευξης δυναμικής ισορροπίας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων.

Είναι φανερό ότι η τουρκική ελίτ προσπαθεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής της πορείας στον φαύλο δυτικό διάλογο περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (που κατ’ ουσίαν αφορούν τα ατομικά δικαιώματα) για να καλύψει την ανεπάρκειά της σε επίπεδο πολιτικού δομικού μετασχηματισμού που οφείλει να έρθει σε σύγκρουση με βαθύτερες αντιλήψεις και ιδρυτικές κοσμοθεωρίες του παραπαίοντος κράτους. Εξάλλου, τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν μια εύκολα χειραγωγήσιμη έννοια στο δυτικό ακροατήριο μιας και η απόδοσή τους είναι στον έλεγχο όχι αυτών που τα δικαιούνται –δηλαδή του λαού- αλλά της εκάστοτε ελίτ που μπορεί να τα διοχετεύει προς τα κάτω με επιβαλλόμενα κι ελεγχόμενα κοινωνικά συμβόλαια της αρεσκείας της. Πόσο μάλλον όταν το ουσιαστικό ζήτημα που είναι η οικονομική σύγκλιση προσκρούει στα παγιωμένα συμφέροντα των κατεχόντων την εξουσία, η οποία επανιδρύεται υιοθετώντας την κοσμοθεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά όχι την πολιτική πράξη της εφαρμογής αυτών σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.

Η Ευρώπη χρειάζεται μια αστική Τουρκική κοινωνία. Πόσο όμως μπορούμε να εμπιστευτούμε μια ένθεν και ένθεν πολιτική ελίτ στο μεγάλο αυτό στοίχημα της ένταξης; Τι θα αναγκάσει την εκάστοτε ελίτ να παραχωρήσει αυτό που αιώνες και δεκαετίες κρατά με νύχια και με δόντια; Πώς οι οικονομικές, πολιτιστικές και τεχνολογικές ροές θα διοχετευτούν στο πεδίο της ανάπτυξης κι όχι στον προνομιακό κλειστό στίβο μια από καιρό πεθαμένης άρχουσας τάξης; (Τα ερωτήματα αφορούν και την από εδώ πλευρά των συνόρων).

Αν αυτό –δηλαδή η Ευρωπαϊκή σύγκλιση προ και μετά της όποιας ένταξης- υπήρξε και εξακολουθεί να είναι δύσκολο έργο για χώρες σαν την Ελλάδα των 11.000.000 του ομοιογενούς πληθυσμού και του εγγενούς παρελθόντος, πως θα το πετύχουμε με την Τουρκία των 70.000.000 κατοίκων, των δύο εθνοτήτων, των πολλών μειονοτήτων που αναπτύσσονται κάτω από ένα και μοναδικό σχέδιο διαιώνισης του εθνικιστικού ιδεώδους που ταυτίζεται με μια μόνο κοινωνική ομάδα προνομιούχων συμπαρασύροντας την υπόλοιπη Τουρκική κοινωνία στο περιθώριο; Ασφαλώς, είναι δύσκολο, μπορεί να φαντάζει ακατόρθωτο και δύναται να αποτελέσει έναυσμα για περαιτέρω αναλύσεις σε ιστορικό, κοινωνιολογικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο. Είναι, όμως, κάτι περισσότερο από ένα τουρκικό ζήτημα.

Η Τουρκία χρειάζεται μια επανάσταση και μια ήττα. Ακριβώς ότι έφτιαξε τη σύγχρονη Ευρώπη. Η ταπείνωση του αυτοκρατορικού της παρελθόντος έφερε τον εθνικισμό. Η ταπείνωση του εθνικισμού φέρνει τη σύγχρονη αστική κοινωνία. Μένει να δούμε αν θα η Ιστορία θα επαναληφθεί στο ανατολικό σύνορο της Ευρώπης. Ένα σύνορο που ας μην ξεχνάμε φέρνει την Ευρώπη σε επαφή με την ενδοχώρα που διαχρονικά την προμήθευε με ό,τι ανέτρεπε το πολιτικό και φιλοσοφικό της κατεστημένο, τους ιδρυτικούς της μύθους με μεγαλύτερον απ’ όλους τον Χριστιανισμό. Το Ανατολικό ζήτημα είναι το εκάστοτε ιδρυτικό στοιχείο στα χωράφια εκείνου που το ατενίζει ως τέτοιο. Κι αυτός δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στη Δύση. Τα χωράφια του;

Μια μαθηματική ερμηνεία του μετα-μοντερνισμού


ΜΕΤΑ- ή «ΜΕΤΑ»;

Νομίζω πως το μετά- ως προσδιοριστικό μιας συγκεκριμένης κοινωνικής φάσης (π.χ. μετα-μοντερνισμός) είναι νοητό ως τη στιγμή που η διάδοχη κατάσταση θα έχει εμπεδωθεί στο μικροεπίπεδο των θεσμών και λειτουργιών της κοινωνίας. Εννοώ πως, μεταβαίνοντας από την κοινωνία του μοντερνισμού σε μια διάδοχη κοινωνία, είναι λογικό να θέλουμε να προβλέψουμε την κατάληξη αυτής της τελευταίας από τα χαρακτηριστικά της μετάβασης. Μέχρι, όμως, αυτά τα χαρακτηριστικά να παγιωθούν στο μικροεπίπεδο της καθημερινότητας των ανθρώπων και δη των μικρομεσαίων τάξεων που λειτουργούν ως ραχοκοκαλιά του αστικού συστήματος, η αίσθηση της μετάβασης θα κυριαρχεί και η πρόβλεψη θα είναι επισφαλής.

Βέβαια, περισσότερο νιώθω πως το «μετά», όπως προσδιορίζεται στη σκέψη του Μίμη Ανδρουλάκη είναι όχι η περίοδος μετάβασης αλλά καθαυτή η διάδοχη κατάσταση. Ένα «μετά» που περιμένει ως γραμμική θήκη την κατάλληλη εκείνη εξίσωση/πολιτική που θα το επεκτείνει στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Αυτός όμως, δεν λειτουργεί πλέον ως γραμμικός με την καρτεσιανή τρισδιάστατη ντετερμινιστική λογική που προέκυψε με την νεωτερικότητα αλλά λειτουργεί στη βάση της κβαντικής απροσδιοριστίας και του ντετερμινιστικού χάους όπως προκύπτει από τον κόσμο της πληροφορίας και των δικτύων.

Ορίζοντας το «μετά» ως την διάδοχη κατάσταση κι όχι ως απλά μια μετά-βαση, το σίγουρο είναι πως η έναρξη της συνείδησης του «μετά» δεν ταυτίζεται με την έναρξή του ως κοινωνική διεργασία. Συνήθως, η διεργασία προηγείται, αναπνέοντας υπόγεια κι αθόρυβα, και αργότερα μπαίνει η ταμπέλα/τύπος της εξίσωσης/μανιφέστο/κοινωνικός ορισμός. Πιστεύω πως το «μετά» είναι ήδη εδώ και γι’ αυτό ίσως τελικά μετάβαση και διαδοχή, αν και διαφορετικά πράγματα, κατ’ ουσίαν να ταυτίζονται πλέον.*

ΠΟΙΟ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΟΡΙΣΜΟΥ;

Συμφωνούμε πως η όλη κουβέντα για το «μετά» ξεκινά με την οικονομική κατάρρευση των κομμουνιστικών κοινωνιών που βέβαια εγγράφεται στο μαζικό υποσυνείδητο ως πτώση ενός πολιτικού καθεστώτος, του Υπαρκτού Σοσιαλισμού. Υπάρχει μια λεπτή διαφορά εδώ. Η δεύτερη ανάγνωση, και με δεδομένη την επιρροή του Hobsbawm για τον μικρό εικοστό αιώνα, δημιουργεί εκ των πραγμάτων την ανάγκη για κάποιο «μετά». Η πρώτη ανάγνωση μπορεί να οδηγήσει στην ίδια σκέψη, αλλά όχι απαραίτητα. Μαθηματικά, αυτό σχηματοποιείται στο ερώτημα: γιατί να θεωρηθεί ως απεικόνιση μιας κοινωνικής πραγματικότητας η γραφική παράσταση με πεδίο ορισμού 1914 έως 1989 και σημείο καμπής τη δεκαετία του ’60 και να μην θεωρηθεί η γραφική παράσταση 1945 (Αμερικανική παγκόσμια κυριαρχία) έως 20;; (Κινεζική παγκόσμια κυριαρχία;) με σημείο καμπής τη δεκαετία του ’90; Αυτή η ανάγνωση λεει ότι δεν είμαστε σε μεταίχμιο αλλά σε καμπή. Το «μετά» σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είναι παρά μια συμμετρία στον άξονα-y μιας παραβολικής κοινωνίας. Τι συμβαίνει τελικά; Αναπόφευκτα, το παρόν ως ταμπέλα δημιουργείται από το μέλλον. Μέχρι να συμπληρωθούν τα ψηφία 20;; -και αν συμπληρωθούν τελικά- μπορούμε να μιλάμε για μετάβαση ή για οτιδήποτε.

Θεωρώ πως λείπει το διακριτό εκείνο στοιχείο που θα μας πει «ναι, πράγματι, αλλάξαμε εποχή». Και το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να έχει παρά την απτή μορφή μιας ολοκληρωμένης στη βάση της πολιτικοοικονομικής θεωρίας/φιλοσοφίας που να μπορεί να οργανώνει αλλά κυρίως να προβλέπει. Είπα και πριν, βέβαια, πως αυτό είναι η έναρξη της συνείδησης/συνειδητοποίησης μιας πραγματικότητας και όχι η έναρξη αυτής της νέας κοινωνικής πραγματικότητας που ήδη έχει δρομολογηθεί και που το καταλαβαίνουμε, νομίζω, από δύο πράγματα:

1) την αποτυχία των υπαρχουσών οικονομικών θεωριών να επιτύχουν ευημερία συγχρονισμένη με τις προσδοκίες και το αποδοθέν έργο του κοινωνικού σώματος (προσοχή, όχι απλά να διευρύνουν τον πλούτο –αυτό γίνεται, αλλά και να αμβλύνουν τα ετερογενή κοινωνικά χάσματα) και

2) την τεχνολογική έκρηξη της δεκαετίας ’90: της εποχής Κλίντον.

Το πρώτο είναι το βασικό αίτιο που νομιμοποιεί μια διαδικασία μετάβασης. Το δεύτερο λειτουργεί ως καταλύτης που επιταχύνει τη διαδικασία αυτή. Γιατί, π.χ., και το 80 η αποτυχία των οικονομικών θεωριών ήταν δεδομένη. Δεν μιλούσαμε, όμως, τότε για μεταμοντερνισμό αλλά για συντήρηση. Η λογική Ρέηγκαν επιβράδυνε την κοινωνική εξέλιξη επιβάλλοντας στο κουρασμένο και απογοητευμένο κοινωνικό σώμα την μακαριότητα ενός τεχνητού παραδείσου, όπου η πίστη στο μέλλον, η κοινωνία ως εικόνα της «μετά θάνατον ζωής» υπερίσχυε της ζωής προ θανάτου ή έστω της ζωής εν’ όψει αυτού! Η εποχή Μπους αποδεικνύει ακριβώς την ίδια άρνηση του ίδιου συστήματος να οδηγηθεί σε δημιουργικό θάνατο και ίσως γι’ αυτό να μας μπερδεύει σχετικά με το αν ζούμε την μετάβαση σε μια Νέα Ρώμη ή απλά ένα προχωρημένο στάδιο της pax americana.

Πιστεύω, παρόλα αυτά, πως έχουν απελευθερωθεί οι δυνάμεις της ανατροπής. Το ίντερνετ είναι πολύ ρηξικέλευθο για να χαλιναγωγηθεί μακροπρόθεσμα, το ίδιο και η κουλτούρα της ταχύτητας που διαπερνά κάθε κίνηση υλική ή μη μέσα στο κοινωνικό πεδίο. Ο κίνδυνος είναι να συμβεί ότι συμβαίνει στην Τέχνη. Μεταμοντερνισμός: ανούσια έργα, καμία τεχνική επιδεξιότητα, φόβος του καλλιτέχνη να δαμάσει το υλικό του (γι’ αυτό και η ανάδειξη της κατηγορίας «κατασκευές», «performing art»), πολυνοηματικότητα, επιφανειακός σχετικισμός, ελιτισμός. Δεν θα πρέπει η νέα πολιτική πρόταση από τις προοδευτικές δυνάμεις να εγκλωβιστεί στην λογική της διαρκούς μετάβασης όπου χάνεται η ουσία/πολιτική, η καινοτομία παίρνει τη μορφή του εύκολου, το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει τις προκλήσεις με αμηχανία, μπροστά στην κοινωνία-γλυπτό οι πολιτικοί μοιάζουν με γλύπτες που φοβούνται το μάρμαρο (και το χαλκό και το... ξύλο), τα φαινόμενα έχουν πολλαπλές αναγνώσεις και όχι πολυεπίπεδες, η πολιτική πρακτική γίνεται κανόνας ενός κλειστού ιερατείου. Αυτός είναι ο κίνδυνος: να αιωρούμαστε ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες. Ακόμα κι αν δεν είναι σαφές αν ζούμε την μετάβαση ή την καμπή, η Ιστορία προχωρά με πράξεις κι όχι με πατέντες. Ας επιδιώξουμε την μετάβαση ώστε να υπάρξει το «μετά».

ΜΟΡΦΟΚΛΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Το βασικό πρόβλημα για την εφαρμογή μιας πολιτικής είναι να προσδιορίσει κανείς πάνω σε ποιους την εφαρμόζει. Σε ποια κοινωνία, ποιες τάξεις, ποιες ομάδες. Αυτός ο προσδιορισμός/μελέτη της κοινωνίας όπως γίνεται σήμερα μοιάζει σαν προσπαθεια γραμμικής ερμηνείας μιας μορφοκλασματικής επιφάνειας. Το κοινωνικό σώμα είναι ένα σχήμα Mandelbrot: επανάληψη της δομής μέσα στην δομή, διάκριση και ταύτιση μαζί, μακροσύνολα και μικροσύνολα που υπακούουν στην ίδια εξίσωση, κατάρρευση της κλίμακας. Πως, αλήθεια, να τραβήξεις μια γραμμή -ορίζοντας έτσι μια κοινωνική τάξη- σε ένα fractal κοινωνικό σώμα και o προσδιορισμός αυτός της τάξης να είναι αληθής;

Ο φιλελευθερισμός βρήκε μια θεολογικού τύπου λύση καταργώντας την έννοια της τάξης με μια γενική συμπεριφορά/θρησκεία: όλοι καταναλωτές. Ο κομμουνισμός τον μιμήθηκε. Απ’ την άλλη, ο Μαρξ πήγε πιο επιστημονικά με τη γραμμική λογική μιας ακολουθίας 8-4-2-1 (όπου 1 = κομμουνιστική κοινωνία των ίσων μηδενικών εισοδημάτων) -εκεί που δείχνει ούτως η άλλως να πηγαίνει και ο αστικός καπιταλισμός (1 = καταναλωτική κοινωνία των ίσων μηδενικών εισοδημάτων. Όχι γιατί ο κόσμος δεν θα έχει λεφτά, αλλά γιατί δεν θα προλαβαίνει να έχει λόγω απλοποίησης των διαδικασιών πληρωμής και του τεμαχισμού της πληρωμής σε μικρότερα χρονικα στάδια, πληρωμή ανα ώρα κατανάλωση ανα ώρα). Όμως, πάντα το «ένα» έχει τη γοητεία της αρχής άρα και ενός προϋπάρχοντος τέλους. Ίσως, με τα Μαθηματικά της εποχής του ο Μαρξ να μην ήταν δυνατόν να συλλάβει την μορφοκλασματική μετάπτωση πάνω στην ίδια εξίσωση/εξέλιξη όπου η ακέραια λογική 8-4-2-1 μεταπίπτει στη δεκαδική λογική του 0,8-0,4-0,2-0,1 και μετά του 0,08-0,04-0,02-0,01 και ούτω καθεξής. (Εδώ παρατηρεί κανείς πως με απλή απαλοιφή των μηδενικών ξαναπάμε στην πρώιμη λογική και η Ιστορία δείχνει τότε να «κάνει κύκλους» λόγω απλοποίησης των μεγεθών οπουδήποτε μετράνε οι αναλογίες στις σχέσεις των ανθρώπων. Βέβαια, σε μια τέτοια απαλοιφή, η κοινωνία έχει ήδη μάθει/εξασκηθεί να μετρά δεκαδικά κι ας επανερχόμαστε σε απλούστερα μέτρα. Αυτή η εξασκημένη αντίληψη, ενσωματωμένη στο μικροεπίπεδο της καθημερινότητας (π.χ. οι επιστημονικές πρωτοπορίες του Μεσαίωνα διδάσκονται σήμερα στα Γυμνάσια), προσδίδει και την αίσθηση στον άνθρωπο της γραμμικής ιστορικής εξέλιξής του: έχουμε εξελιχτεί και δεν είμαστε όπως παλιά, λόγω της εξάσκησης/τεχνολογίας. Επιπρόσθετα, αυτό είναι που διαφοροποιεί τη δική μας κοινωνική μετά-βαση σε σχέση με μια άλλη παρόμοια από το παρελθόν π.χ. 4ος αι. μΧ. Η Ιστορία τελικά δεν επαναλαμβάνεται κι ας λειτουργεί με την ίδια λογική).

Κάποιοι μίλησαν για τέλος της Ιστορίας. Όμως, η επικράτηση μιας τάξης/ενός μεσαίου εισοδήματος/μιας ιδεολογίας δεν απαγορεύει τον επανασχηματισμό παρόμοιων δομών μέσα σ’ αυτήν την τάξη κατά το πρότυπο της μορφοκλασματικής μετάπτωσης από ένα ακέραιο σε ένα δεκαδικό σύστημα αντίληψης και κοινωνικής οργάνωσης. Πιστεύω πως αυτό είναι που συμβαίνει σήμερα. Η αντίληψη του Μαρξ δικαιώνεται αλλά ασφαλώς τότε μετρούσαν αλλιώς και δεν φαντάζονταν τα fractals. Δεν είμαστε επομένως στο τέλος της Ιστορίας. (Ακόμα). Απλά, λειτουργούμε ως πολιτικόοικονομικό σύστημα ασύγχρονα με μια κοινωνία που λόγω της τεχνολογίας και μόνο εξελίσεται σε άλλη κλίμακα, ούτε καν δεκαδική -άρρητη, σίγουρα πλέον χαοτική και σε ν-διαστάσεις.

Το θέμα είναι, όμως, πως η κατάρρευση της κλίμακας δεν συμβαίνει μόνο λόγω καλύτερης μέτρησης από το 0 στο 1 (τεχνολογία) αλλά και ταχύτερης που απλά τα φέρνει απίστευτα κοντά. Τόσο ταχύτερης που πλέον το 1 μοιάζει να προηγείται του 0, αντικαθιστώντας την παλιά ντετερμινιστική αντίληψη αιτίου-αιτιατού με το ντετερμινιστικό χάος. Έτσι, η εκ των προτέρων γνώση του αποτελέσματος της πολιτικής πράξης φθείρει την ίδια την πολιτική βούληση είτε γιατί την κάνει άτολμη αν το αποτέλεσμα δεν είναι ελεγχόμενο βραχυπρόθεσμα (αυτό είναι πλέον το «μέτρο βήματος»), είτε υπερβολικά τολμηρή αν το αποτέλεσμα είναι απόλυτα ελεγχόμενο. Πχ εύκολα κανείς εισβάλλει στο Ιράκ, αλλά δύσκολα εξαφανίζει την ανεργία γιατί και στις δύο περιπτώσεις, λόγω μικρού «μέτρου βήματος» η πρόβλεψη είναι βραχυπρόθεσμα απόλυτα ελεγχόμενη (μακροπρόθεσμα όμως χαοτική).

Η θεωρητικολογική προσαρμογή ενός πολιτικοοικονομικού συστήματος σε έναν χαοτικό κόσμο μπορεί να παρερμηνευθεί και ως απάντηση να προβληθεί η λαϊκίστικη αντίληψη του χάους, η αναρχία. Αυτό δηλαδή που συμβαίνει στην ουσία σήμερα με τις ανεξέλεγκτες παγκόσμιες αγορές ή τον ασυγκράτητο καταναλωτισμό. Όμως, το χάος είναι οργανωμένο και απομένει εμείς να βρούμε την εξίσωσή του. Η γραμμικότητα είναι ξεπερασμένη, η αναρχία όμως είναι καταστροφική. Γιατί, καταργεί τον μη ανιχνεύσιμο αλλά υπαρκτό ντετερμινισμό του χάους -την συμμετρία που αναγνωρίζουμε σε ένα σύνολο Mandelbrot- οδηγεί εντροπικά στην κατάρρευση της κοινωνίας, σαν ατμός που δεν διοχετεύεται πουθενά. Το εντυπωσιακό σύνολο θα μοιάζει πλέον με μουντζούρα και τότε δεν μιλάμε για τέλος της Ιστορίας αλλά για την αρχή των αρχών της.

Η ΑΝΑΡΧΙΑ

Η μορφοκλασματική μετάπτωση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έμφυτη στον άνθρωπο αντίληψη της διαφοράς και της ανισότητας. Αν όλοι μετράμε σε χιλιοστά (=κατέχουμε καλύτερη τεχνολογία) τότε το 0,001 είναι πολύ λιγότερο από το 0,009 που πριν μας φαινόταν ως διαφορά ανύπαρκτη -όταν μετρούσαμε σε μονάδες. Στο ιδεατό παράδειγμα μιας κοινωνίας με κατώτερο-ανώτερο μισθό 1500-1700 ευρώ μηνιαίως πάλι θα δημιουργούνταν τάξεις ως διαμερίσεις της προκύπτουσας διαφοράς 200 –όπως ακριβώς επαναλαμβάνεται η δομή στα fractals. (Βέβαια, απαιτείται η κοινωνία αυτή νa είναι αστική, πυκνή, χαοτική)

Ενώ, όμως, μια μορφοκλασματική συνάρτηση είναι δεδομένη στο χαρτί, η κοινωνία είναι δεδομένη ως προϊόν εξελικτικής διαδικασίας. Υπάρχει όπως υπάρχει το ηλεκτρικό πεδίο. Δημιουργείται απ΄ το υπόθεμα. Εδώ απ’ τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Τροφοδοτείται από ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο πεδίο ορισμού μιας συνάρτησης που μοιάζει ο τύπος της να εξαρτάται από τις τιμές που παίρνει. Άρα, μιλάμε για μηχανισμό στο βαθμό που μια μηχανή λειτουργεί/ενοποιεί αίτιο-αιτιατό, στο βαθμό που μια κοινωνία επιδιώκει την εξέλιξή της. Είδαμε ότι αυτή η εξέλιξη είναι επιβαλλόμενη από την τεχνολογική καινοτομία. Αν, ομως, η κοινωνία δεν επιδιώκει την εξέλιξή της; Αυτό έκανε ο Ρέηγκαν, αυτό κάνει ο Μπους. Αυτό κάνει η μουσική βιομηχανία με το ίντερνετ, όπου βάζει περιορισμούς στη χρήση του. Αλλά, κι αυτό κάνει, με άλλη αφετηρία, η κινητή τηλεφωνία με τα κινητά τρίτης γενιάς. Γιατί, κάτι μπορεί να μη γίνει/να απαγορευτεί, αλλά μπορεί και να γίνει έτσι και να μοιάζει ότι δεν μην υπήρξε ποτέ/να καεί.

Ο α-συγχρονισμός με το ντετερμινιστικό χάος ως κίνδυνος για την νέα προοδευτικότητα έχει δύο όψεις: την επιβράδυνση που επιδιώκει ο ακραίος συντηρητισμός, αλλά και την ασύγχρονη επιτάχυνση ενός στείρου ριζοσπαστισμού -αυτό που ορίστηκε κι ως αναρχία πιο πριν. Το παράδειγμα των κινητών τρίτης γενιάς είναι δείγμα του πως μια νέα τεχνολογία μπορεί να μην «κινήσει» την Ιστορία, να την αφήσει αδιάφορη. Η ανάγκη για μεγιστοποίηση του κέρδους οδηγεί σε νέα προϊόντα πριν προλάβουν να «καταναλωθούν» τα προηγούμενα. Τα παλαιά προϊόντα αποσύρονται όχι γιατί δεν ικανοποιούν τις τρέχουσες ανάγκες, αλλά τεχνητά, μέσω της δημιουργίας περισσότερων αναγκών που θα καλύψουν τα νέα, δηλαδή μέσω τεχνητής ζήτησης. Αυτή, όμως, είναι μια ζήτηση που δεν έχει προλάβει να καταγραφεί στο μικροεπίπεδο της καθημερινής αντίληψης. Δεν μπορούμε να φανταστούμε κοινωνίες χωρίς κουτάλια. Εύκολα τις φανταζόμαστε χωρίς 3G κινητά. Αν, όμως, αυτή η τεχνολογία ήταν να οδηγήσει αργότερα σε μια πραγματική καινοτομία τώρα καίγεται γιατί καταγράφεται ως αποτυχημένο προϊόν ενώ απλά ήταν πρόωρο. Ούτως ή άλλως, θα είχε ημερομηνία λήξης. Όμως, η ασύγχρονη με την χαοτική κατανάλωση επιτάχυνση της παραγωγής του το οδηγεί γρηγορότερα στο τέλος σαν σε βρόχο θετικής ανάδρασης. Με απλά λόγια, τι κι αν ήξεραν για τον ατμό οι Πτολεμαίοι; Τι κι αν είχαν πυρίτιδα και πυξίδα οι Κινέζοι; Κανείς τους δεν ξεκίνησε τη βιομηχανική επανάσταση. Μοιάζει, έτσι, η κατανάλωση σαν κίνηση φωτονίων γύρω από μια μαύρη τρύπα που είναι η τεχνολογία. Πρέπει διαρκώς να κινείσαι στον ορίζοντά της. Πιο μέσα καταρρέεις. Πιο έξω δεν την έχεις πάντα. Αλλά και στον ορίζοντα αν κινείσαι, θα βλέπεις την πλάτη σου. Το 1 θα προηγείται του 0: μεταμοντερνισμός. Σημάδι πως πρέπει να μεταβείς; Αν η πορεία σου ήταν γραμμική, η μόνη επιλογή που μένει είναι προς τα μέσα. Εκτός κι αν συνηθίσεις να βλέπεις την πλάτη σου. Ή εκτός κι αν δεν βρεθείς ποτέ στον ορίζοντα αυτόν.

ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΣΤΗ «ΚΟΙΝΩΝΙΑ 1»;

Θεώρησα πως λείπει το διακριτό εκείνο στοιχείο που να νοηματοδοτεί και να οριοθετεί στη συνείδησή μας τη κοινωνία «μετά». Το τεχνολογική σύλληψη του στοιχείου αυτού φαίνεται να είναι οι νέες τεχνολογίες, αλλά η πολιτικοοικονομική μορφή του φαίνεται να μην ακολουθεί την εξέλιξη και να εγκλωβίζεται σε παλιές τακτικές υπαγορευμένες από τις ιδεολογίες της νεωτερικότητας σε επίπεδο ελίτ ή από μια γενικευμένη συντηρητική στροφή σε επίπεδο λαϊκών μαζών. Όμως, αν η προοδευτικότητα επικρατήσει τότε μπορούμε να δεχτούμε ότι η φορά θα είναι προς την «κοινωνία 1» του Μαρξ. Μιλάμε χαρακτηριστικά για εισόδημα. Αυτό είναι που κινεί την κοινωνική ιστορία.

Η «κοινωνία 1» του Μαρξ δεν μπορεί παρά να είναι η κοινωνία των μηδενικών διαφορών στο εισόδημα. Ακόμα κι αν υπήρχε ένας μοναδικός μισθός, η χρονική διαφοροποίηση στην απόδοσή του θα δημιουργούσε στιγμιαίες άρα υπαρκτές αντιθέσεις. Στις κομμουνιστικές κοινωνίες εφαρμόστηκε η ισότητα δια των ίσων μηδενικών. Μπορούμε να πούμε πως αυτή είναι και η λογική και εν δυνάμει εξέλιξη του αστικού καπιταλισμού. (Το «αστικός» ως όρος είναι απαραίτητος σ’ αυτήν τη διαδικασία). Όμως, εδώ τα ίσα μηδενικά θα είναι προϊόν συμψηφισμού μεγάλων εισοδημάτων με εξίσου μεγάλη κατανάλωση, που και τα δύο θα ορίζονται σε στιγμιαίες διαμερίσεις του χρόνου που εξαφανίζουν τεχνητά την ανισότητα: στιγμιαία όλοι είναι ίσοι γιατί κανείς δεν έχει τίποτα. Πράγματι, η τάση είναι η πληρωμή των αποδοχών να γίνεται σε ολοένα μικρότερα διαστήματα τείνοντας προς το ημερομίσθιο. Η τάση είναι το προϊόν να πληρώνεται σε δόσεις που παίρνουν τη μορφή μακρόχρονης ενοικίασης. Η τάση είναι οι τιμές των προϊόντων να βγαίνουν online στις βιτρίνες όπως οι δείκτες των μετοχών και να κινούνται ανάλογα με τη ζήτηση. Η τάση είναι η συγχώνευση της μικρής επιχείρησης. Η τάση είναι η ιδιοκτησία να καταργείται μέσω της αυξανόμενης κατανάλωσης και μετακίνησης και τότε σε ιδεατό επίπεδο ο Μάρξ πάλι δικαιώνεται, αλλά εκ των πραγμάτων το ιδεατό (όπως και στην περίπτωση του Νεύτωνα) δεν προβλέπει απώλειες λόγω τριβής. Αν κάποιος συσσωρεύσει πλούτο, σε βάρος της αγοράς (όπως χάνεται ενέργεια ως θερμότητα λόγω τριβής), τότε η ιδέα της «Κοινωνίας 1» ή του τέλους της Ιστορίας καταρρέει. Έχετε δίκιο. «Oι αντιθέσεις αυτές δεν θα λυθούν ποτέ οριστικά και τελεσίδικα, όπως οραματίζονταν οι σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες ουτοπίες». Ο πειρασμός της συσσώρευσης πλούτου δεν είναι πειρασμός, είναι πραγματικότητα, κυρίως απ’ τους φιλελεύθερους που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το αντίθετο. Μπορούμε ακριβώς, όμως, όπως στη Μηχανική του Νεύτωνα να χρησιμοποιήσουμε τη Μηχανική του Μαρξ για να κατανοήσουμε τις μικροκλίμακες σε μια νέα κβαντική αντίληψη της κοινωνικής οργάνωσης. («Αν σε ένα σώμα που κινείται η συνισταμένη είναι 0, τότε έχουμε κίνηση ευθύγραμμη και ομαλή». Αυτό δεν μας εμπόδισε να μιλάμε διαδοχικά για Σχετικότητα, Απροσδιοριστία και Χάος. Αντίθετα, αν δεν υπήρχε σαν τομή στη σκέψη ακόμα θα μιλάγαμε με τους όρους του Αριστοτέλη).

Σε ευθεία αναλογία, η συσσώρευση/χάσιμο-ενέργειας-λόγω-τριβής ως παρενέργεια της κοινωνικής κίνησης εμφανίζεται και στην παγκοσμιοποιημένη οικονομική πραγματικότητα. Συσσώρευση. Πώς; Ο απλός τρόπος είναι με τους δασμούς. Οι ΗΠΑ επιβάλλουν ελεύθερη αγορά στους άλλους αλλά αυτές προστατεύουν τα δικά τους προϊόντα. Η επιλεκτική παγκοσμιοποίηση είναι τρόπος να μην χάνεις εσύ. Ο εξελιγμένος τρόπος είναι δια του περιορισμού της μετακίνησης ανθρώπων –ο τρόπος να μην κερδίζει ο άλλος. Η παγκοσμιοποιημένη διακίνηση κεφαλαίου, αλλά όχι η παγκοσμιοποιημένη διακίνηση πληθυσμών οδηγεί κι αυτή στη συσσώρευση, αφού η υπεραξία της εργασίας ενός εργάτη στο Πακιστάν δεν καταναλώνεται από τον ίδιο στις ΗΠΑ όπου και δημιουργείται αυτή η υπεραξία, αλλά από τους πολίτες των ΗΠΑ –κι ούτε καν αυτούς ως ολότητα. Το υπόλοιπο κέρδος συσσωρεύεται ως κεφάλαιο εκτός αγοράς. Η τάση, βέβαια, είναι να ταξιδεύουμε και τα σύνορα να πέφτουν. Η τάση είναι οι τράπεζες να μην δίνουν επιτόκια ψηλα και να μην ευνοούν την αποταμίευση. Η τάση είναι να μπαίνουν όλα στο χρηματιστήριο. Η τάση! Η φορά και διεύθυνση μιας εξελικτικής διαδικασίας προς την «κοινωνία 1» (που όμως δεν είναι νομοτελειακή αν το πεδίο ορισμού αποφασίσει να μην υπάρχει!) Μπορούμε άραγε να προβλέψουμε μια τέτοια αποϋλοποίηση των οικονομικών σχέσεων που να οδηγεί ντε φάκτο στην κατάργηση των ανισοτήτων που επιβάλλει η ιδιοκτησία και άρα σε ένα πραγματικό τέλος της Ιστορίας προ του Παραδείσου; Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τον Goedel και τη μη πληρότητα, καθώς και τον 2ο Θερμοδυναμικό. Κανένα σύστημα δεν μπορεί να αποδειχτεί, ενώ κι αν ακόμα γινόμασταν Άγιοι, υπάρχουν οι αστάθμητοι παράγοντες των φυσικών καταστροφών που μπορούν να εκτροχιάσουν την παγκόσμια κοινωνία από μια τέτοια πορεία προς το τέλος της Ιστορίας.

Ασφαλώς, γίνεται κατανοητό ότι μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να προχωρήσει κανείς έτσι. Δεδομένων, όμως, των ανισοτήτων μεταξύ των εθνών αλλά και εσωτερικά στις κοινωνίες ως διακριτά σύνολα καταλαβαίνουμε ότι αργεί πάρα πολύ η «κοινωνία 1». Για να την πετύχουμε χρειαζόμαστε τρομερή τεχνολογία για την παγκόσμια διασύνδεσή μας και τρομερή κατανάλωση που να αναιρεί την ατομική αίσθηση της ιδιοκτησίας. Και, φυσικά, τρομερή αστικοποίηση. Κυριολεκτικά, ο ένας πάνω στον άλλον, σε μια απέλπιδα προσπάθεια κατάργησης του χωροχρόνου που δημιουργεί από μόνη της η ανθρώπινη φυσική παρουσία με το πεπερασμένο μέγεθος του 1,70μ. και των 100 χτύπων καρδιάς το δευτερόλεπτο.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΕΣ

Οι παραπάνω σκέψεις, ασφαλώς, διεκδικούν τον ενθουσιασμό του νεανικού πειραματισμού αλλά και την ωριμότητα ενός αντίστοιχου προβληματισμού. Κατά τα λεγόμενα παλιού φίλου, έχουμε τόση ενέργεια μέσα μας ως νέοι και τόση λίγη καθοδήγηση που πραγματικά η απειροελάχιστη ευκαιρία έκφρασης είναι σαν σπίθα σε χώρο με βουτάνιο. Η έκρηξη αναπόφευκτη. Εξέθεσα αυτές τις απόψεις ως μια αρχική φιλοσοφική σύλληψη γύρω από την κοινωνική εξέλιξη με χρήση απλών μαθηματικών μοντέλων που πιστεύω μπορούν να προτείνουν σωστές ερμηνείες και, γιατί όχι, καλύτερες πολιτικές.

Στο θέμα της περιφερειακής ανάπτυξης, με την «μορφοκλασματική μετάπτωση» μπορεί να σχεδιαστεί η χρηματοδότηση περιφερειών της ΕΕ πέραν της λογικής των εθνικών συνόρων. Επί παραδείγματι, διαχρονικά, ο χώρος της Μακεδονίας ήταν οικονομικά ενιαίος. Όσο να ‘ναι, τα εθνικά σύνορα είναι μια γραμμική απεικόνιση που εξυπηρετεί έναν ιστορικό συμβιβασμό σε μια στρατιωτική, κυρίως, διαδικασία. Το κοινωνικό σώμα όμως προσδιορίζεται εν τέλει από ένα ντετερμινιστικό χάος που περιλαμβάνει, εκτός από στρατιωτική ισχύ, και τη γεωγραφία, και τη γλώσσα και τις μεταβολές αυτών στο χρόνο. Σε μια Νευτώνεια γεωπολιτική το σύνορο δεν επηρεάζει και γι’ αυτό ίσως να μην μας προβλημάτιζε. Σε μια Χαοτική όμως γεωπολιτική, το σύνορο καθίσταται μέρος του προβλήματος. Η τεχνητή άρση των συνόρων με τη μορφή χρηματοδότησης σε κοινές επιχειρήσεις ένθεν αυτών ή δημιουργίας ενιαίων αγορών στη Φλώρινα και στη FYROM ως όρου ένταξης της τελευταίας στην ΕΕ θα μπορούσε να δώσει πνοή στις παρακμάζουσες οικονομίες των περιοχών κι απ’ τις δυο πλευρές των συνόρων. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να γίνει με την Ήπειρο και την Β.Ήπειρο. Ή με τη Βουλγαρία στη Θράκη και άλλες τέτοιες περιφέρειες ιδίως στα σύνορα με τις πρώην ανατολικές χώρες.

Ελεγχόμενη εκτόνωση: αντί να απαγορεύσουν στους Πολωνούς να πάνε στο κέντρο της Γερμανίας δηλαδή τις ήδη βεβαρημένες πόλεις, μπορούν να τους δώσουν ευκαιρίες εργασίας στα σύνορα, όπου δεν απαιτείται μόνιμη εγκατάσταση με κάποιο θεσμικό πλαίσιο «συνοριακών επιχειρήσεων».

Ανάλογα, μπορούν να διαχειρίζονται από την αυτοδιοίκηση απευθείας οι διάφορες χρηματοδοτήσεις με κλιμακωτή ρύθμιση. Κονδύλια ενός ορισμένου ύψους απευθείας από τις Βρυξέλλες στην περιφέρεια χωρίς τη μεσολάβηση (= τριβή, θερμική απώλεια) του κράτους.

Το κοινωνικό χάσμα δεν δημιουργείται μόνο από τις διαφορές εισοδήματος αλλά και από την δυνατότητα πρόσβασης στην πληροφορία. Αυτή πια λειτουργεί ως «εν δυνάμει» διαφορά εισοδήματος που περιμένει να ενεργοποιηθεί σύντομα μιας και το «μέτρο βήματος» που οδηγεί σ’ αυτήν είναι μικρότατο Το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου ήταν στην ουσία το σοκ της συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο γρήγορο πλουτισμό ανθρώπων που σε άλλες ιστορικές περιόδους θα ήταν αδύνατο να εξελιχτούν έτσι –νέοι, τριαντάρηδες, με εξειδικευμένες γνώσεις, όχι αριστοκράτες ή κλασικοί έμποροι ή σεβάσμιοι ελίτ, αλλά πληροφορημένοι, εξειδικευμένοι και γρήγοροι.

Το κοινωνικό χάσμα είναι ετερογενές. Μια απλή διαβάθμιση τριών τάξεων είναι απελπιστικά γραμμική. Οι τάξεις υπάρχουν αλλά η εξίσωση που τις προσδιορίζει είναι fractal. Π.χ. Στην Αγγλία οι μεσαίες τάξεις νοικιάζουν επιπλωμένα σπίτια αφού η μετακίνηση μιρκοαστικών πληθυσμών είναι διαδικασία ρουτίνας. Η αίσθηση της ιδιοκτησίας υποχωρεί όταν επικρατεί η αίσθηση της αναζήτησης του χρήματος. Μόνο οι μεσαίες τάξεις όμως. Η κινητικότητα επομένως των εργαζομένων είναι ένα ζητούμενο. Άρα, απαιτείται αυτοδιοίκηση όχι στη βάση γεωγραφικών χαρακτηριστικών. Τι νόημα έχει ένα δήμος Φιλοθέης ως «κηπούπολης» 30.000 ελίτ στην καρδιά της Αττικής των 4.000.000 δίπλα σε μια χαοτική Κυψέλη 200.000; Η Αθηναϊκή Δημοκρατία χώρισε τους δήμους με κοινωνικοοικονομικά κριτήρια ισότητας χωρίς να καταργεί τη γεωγραφική βάση. (Δεν είναι τυχαίο βέβαια πως τα μαθηματικά τους ήταν μαθηματικά της αναλογίας και όχι της αριθμητικής). Οι Δήμοι θα έπρεπε λοιπόν να ορίζονται με βάση τον πληθυσμό και την ετερότητα.

Τάξεις πάντα θα υπάρχουν όσο τα εισοδήματα διαφέρουν και δη δραματικά. Οι θιασώτες του καπιταλισμού θα ισχυρίζονταν σε κάθε περίπτωση ότι το παγκόσμιο εισόδημα συγκλίνει. Άρα οι τάξεις χάνουν τα διακριτικά τους. Σε φάσεις ανάπτυξης οφείλουν να τα χάνουν. Όμως, δεν προσμετρά μια τέτοια προσέγγιση έναν αόρατο παράγοντα. Είναι ο πληθυσμός. Η συμπύκνωση των πληθυσμών δημιουργεί πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις που η Νευτώνεια αντίληψη της πραγματικότητας αδυνατεί να συλλάβει στην ολότητά της. Και η ολότητα σε μια οικονομική θεωρία που δεν παίζει με τα επιτόκια της FED αλλά προωθεί τη «σύγκλιση προς τα πάνω» (δύο πράγματα ταυτόχρονα) είναι το τελικό ζητούμενο. Η συμπύκνωση αυτή όχι μόνο είναι ένα προχωρημένο στάδιο της αστικής εξέλιξης σε επίπεδο φυσικής παρουσίας, δηλαδή 15.000.000 άνθρωποι σε μια πόλη. Είναι και στο επίπεδο της επικοινωνίας και της αλληλεπίδρασης που συμβαίνει –κι αυτό είναι το διαφορετικό- σχεδόν ταυτόχρονα. Το σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης μιας χώρας, φερ’ ειπείν της Ελλαδας, που είναι φτιαγμένο για πληθυσμό 10.000.000 (και βγάλε), αναγκάζεται να λειτουργεί για πολύ περισσότερα, λαμβάνοντας υπόψιν την αλληλεπίδραση και μέσω αυτής την ουσιαστική συμμετοχή κι άλλων εξωτερικών πληθυσμών στα πεπραγμένα του πολιτικού της συστήματος. Ποιος μπορεί να μοντελοποιήσει μια πραγματικότητα που ενσωματώνει τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο στην πολιτική εξέλιξή της; Μήπως είναι η σειρά της Φυσικής να αναζητήσει στην μετα-κοινωνία της πυκνότητας, της ταχύτητας και της παγκοσμιοποίησης την νέα μεγάλη θεωρία των πάντων; Την εξίσωση της ευημερίας;

Ας κλείσει , λοιπόν, αυτή η περιπλάνηση με την εξής σκέψη περί εξισώσεων. Έχει επαναληφτεί πολλές φορές στην Ιστορία η μεγάλη εξίσωση να είναι προϊόν έμπνευσης του μεγάλου ενός. Επίσης, όμως, έχει προκύψει ότι κι άλλοι θεωρητικοί οδηγούνταν δουλεύοντας παράλληλα στην ίδια εξίσωση. Αυτό δείχνει ότι η πολιτική εξίσωση που αναζητείται σήμερα για να οργανώσει ένα κοινωνικό σώμα μπορεί να συνδιαμορφώνεται στις σκέψεις και αναζητήσεις πολλών και δη νέων της εποχής μας. Όπως, όμως, έχει δείξει η Ιστορία μια αναζήτηση χωρίς αναφορές μπορεί να εκπέσει σε μια θεολογία της ελπίδας, μια κοινωνική μηχανική κι όχι μια πολιτική φιλοσοφία έτοιμη και ώριμη να δώσει απαντήσεις ριζοσπαστικές, καινοτόμες και αποτελεσματικές. Ίσως, το Μετά να είναι η μάχη μεταξύ των δύο. Μια δική μας μάχη. Μια διαμορφούμενη δομή που ενώ αναπτύσσεται στη σκέψη μας ταυτόχρονα τη διαμορφώνει. Μια μάχη με την πραγματικότητα και τις πολλές απεικονίσεις της. Στο τέλος μένει πάντα Μια.