Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

Τσετσενία - Φινλανδία: Άνθρωποι χωρίς παρελθόν, άνθρωποι χωρίς μέλλον


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Πόσα πράγματα άραγε ξέρουμε για τη Φινλανδία; Αν και αρκετοί χρησιμοποιούν για τις καθημερινές επαφές τους κινητά μάρκας nokia, λίγοι μπορούν να αναγνωρίσουν την εμβληματική μορφή του ιδρυτή της εταιρίας, Τζόρμα Ολίλα, πρώην ηγέτη της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Φινλανδίας. Όσοι έχουν καλύτερη σχέση με τις νέες τεχνολογίες δεν μπορεί παρά να αναγνωρίζουν στο όνομα του Λίνους Τόρβαλντς τον δημιουργό του Linux. Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει με τον βραχύσωμο βετεράνο επιθετικό του Άγιαξ, Γιάρι Λίτμανεν. Όλοι φυσικά αναγνωρίζουν τον Άγιο Βασίλη που προέκυψε Φινλανδός μιας και είναι στη Φινλανδία που στέλνουν πλέον οι περισσότεροι μπόμπιρες τα χριστουγεννιάτικα γράμματά τους ζητώντας απίθανα δώρα για την Πρωτοχρονιά. Εκεί, επίσης, βρίσκεται το χωριό του Santa Claus, το Ροβανιέμι, που μαζεύει πλήθος τουριστών κάθε χειμώνα. Όσοι ασχολούνται με τον αθλητισμό δεν μπορούν παρά να μνημονεύουν με δέος τον δρομέα των μεγάλων αποστάσεων Πάαβο Νούρμι, τον θρύλο των 9 χρυσών μεταλλίων και των 29 παγκοσμίων ρεκόρ. Σίγουρα οι ίδιοι γνωρίζουν πως εθνικό σπορ της χώρας είναι ο ακοντισμός. Επίσης, ο πρώην μέσος του Παναθηναϊκού, Γιόνας Κόλκα, είναι Φινλανδός. Απ’ την άλλη, όσοι, αντί για τη Λεωφόρο, σταματούν στο Μέγαρο λίγες δεκάδες μέτρα πιο κάτω σίγουρα έχουν ακούσει Σιμπέλιους, τον εθνικό συνθέτη των Φινλανδών από τον 19ο αιώνα. Για τους πιο ρομαντικούς, η Φινλανδία είναι η χώρα «των χιλίων λιμνών», αν και οι λίμνες της ξεπερνούν τις 60.000. Για τους έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν στο Ελσίνκι και τους φίλους τους που είχαν την ευκαιρία να τους επισκεφτούν η Φινλανδία είναι μια εκπληκτικά προηγμένη χώρα. Απ’ την άλλη, πολύ λίγοι από τους πολύ λίγους συμπολίτες μας που κάνουν σάουνα γνωρίζουν ότι πρόκειται για μια φινλανδική λέξη και επιπλέον μια πολύ διαδεδομένη συνήθεια του μέσου Φινλανδού αφού σε πληθυσμό 5,1 εκατομμυρίων υπάρχουν 1,7 εκατομμύρια σάουνες. Ακόμα πιο λίγοι και όσοι είναι καλοί στην ιστορία και τη γεωγραφία ξέρουν ότι οι Φινλανδοί μαζί με τους Ούγγρους και τους Τούρκους αποτελούν μια μεγάλη γλωσσική ομοεθνία με κοινή προέλευση τις ουραλοαλταϊκές στέπες στην Κεντρική Ασία. Επίσης, για τους Έλληνες που βλέπουν αρκετή τηλεόραση (άρα σχεδόν όλοι θα πρέπει να το ξέρουν) η Φινλανδία είναι μια χώρα που συνήθως τα πάει καλά στη Γιουροβίζιον. Όσοι βεβαίως είναι σινεφίλ γνωρίζουν πολύ καλά τον Άκι Καουρισμάκι, έναν από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους σκηνοθέτες. Κανείς μάλλον δεν γνωρίζει πως το εθνικό σύμβολο της χώρας είναι η Παρθένος της Φινλανδίας και πως το εθνικό μουσικό τους όργανο ονομάζεται «κάντελε». Γενικώς, η Φινλανδία, η χώρα των Φιν, την οποία οι ίδιοι αποκαλούν Suomi, είναι μια χώρα βόρεια όπου έχει πολύ κρύο και, παρόλο που βρίσκεται στην άλλη άκρη της Ευρώπης, έχει την ίδια ώρα με την Ελλάδα. Πώς είναι όμως οι καθημερινοί άνθρωποί της, αυτοί που δεν φαίνονται στις συμβατικές στερεότυπες αφηγήσεις μας;

Βλέποντας την ταινία «Άνθρωπος χωρίς παρελθόν» ήρθαμε σε επαφή με την άγνωστη σε μας Φινλανδία, που κάθε άλλο παρά άγνωστη είναι για τους Φινλανδούς. Ήρθαμε σε επαφή με τη Φινλανδία των μικρομεσαίων τάξεων, τη Φινλανδία της πόλης και των προαστίων, τη Φινλανδία της ανεργίας και της εργασίας, της αλληλεγγύης και των ταξικών διακρίσεων με τις μικρές ή μεγάλες απολαύσεις της, τις ιστορικές της μνήμες και την αγωνία της για το μέλλον που ακόμα κι εκεί μπορεί να φαντάζει γκρίζο. Είδαμε προφανώς πράγματα που φαίνονται πολύ μικρά και απλά για να χωρέσουν σε μια ταινία ποπ-κορν απ’ αυτές που συνηθίζουμε να καταναλώνουμε ανάμεσα σε δύο επισκέψεις στην τουαλέτα του Village. Συνηθισμένοι να ακούμε μια γλώσσα στο σινεμά -τα αμερικανικά- τα φινλανδικά μας φάνηκαν κάπως βαριά κι ίσως θυμίζουν τα τούρκικα. Στην ταινία ακούσαμε κι ένα υπέροχο τραγούδι για τις χαμένες πατρίδες στην Καρελία (ναι, έχουν κι οι Φινλανδοί τέτοιες). Καταλάβαμε ότι με τους Εσθονούς είναι περίπου ότι εμείς εδώ με τους Κυπρίους κι επιπλέον, όσοι μπορούν, πετάγονται με το φέρρυ στη Ρίγα απέναντι για το Σαββατοκύριακο. Γνωρίσαμε απίστευτες φιγούρες: κλέφτες και αστυνόμους, τραπεζίτες και δικηγόρους, σεκιουριτάδες και συμμορίες. Είδαμε ανθρώπους να μισούν, να αγαπούν, να χρεοκοπούν, να αυτοκτονούν (είναι εξάλλου η χώρα με τα περισσότερα ποσοστά αυτοκτονιών παγκοσμίως), να παίρνουν διαζύγιο, να διεκδικούν τη σύζυγό τους, να θυμώνουν, να τραυματίζονται, να κάνουν έρωτα, να τραγουδούν, να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν στον Κύριο, να ντρέπονται και να κλαίνε, να φυλακίζονται, να γιορτάζουν και να γελούν. Είδαμε με λίγα λόγια ανθρώπους ζωντανούς σε τόπους ανεξερεύνητους. Δεν είχαν βέβαια το μεσογειακό ταμπεραμέντο που αναγνωρίζουμε με ευκολία στους εαυτούς μας, ήταν όμως άνθρωποι και ζούσαν την καθημερινότητά τους όπως ο καθένας από μας.

Τις ίδιες μέρες περίπου που βγήκε στις αίθουσες η ταινία, τα δελτία ειδήσεων έπαιζαν άλλο ένα δράμα –πραγματικό δρώμενο αυτήν τη φορά. Την εισβολή σε κεντρικό θέατρο της Μόσχας 40 Τσετσένων τρομοκρατών ή μαχητών (οι ορισμοί ποικίλουν στις μέρες μας) ανάμεσά τους και πολλών γυναικών, όλοι τους νέοι και νέες, γεμάτοι φανατισμό και μίσος, που έδειξαν να αψηφούν το θάνατο. Η παράσταση δεν θα είχε πολλή ώρα που είχε αρχίσει, αλλά το μεγάλο δράμα παίζεται εδώ και δύο αιώνες τώρα με αμείωτη ένταση και χωρίς κάθαρση για κανέναν μέσα κι έξω απ’ τη σκηνή. Είναι το δράμα ενός λαού, των Τσετσένων, που θα μπορούσαν ίσως να ήταν Φινλανδοί ή οι Φινλανδοί να ήταν Τσετσένοι. Αλλά η Ιστορία έχει πολλές φορές διαφορετική γνώμη για την τύχη των λαών της.

ΧΩΡΑ ΜΕ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Διαβάζοντας την ιστορία των δύο αυτών λαών βλέπουμε πολλές διαφορές και πολλές ομοιότητες. Μια ομοιότητα όμως καθίσταται ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη: και οι δύο λαοί βρέθηκαν στην μακρόχρονη ιστορία τους υπό τον ζυγό του μεγάλου Ρώσου γείτονά τους. Η Φινλανδία, μάλιστα, από το 1154 έως το 1809 ήταν προσαρτημένη στο βασίλειο της Σουηδίας από την οποία αποσπάστηκε για να ενσωματωθεί στη Ρωσική Αυτοκρατορία ως αυτόνομο Μέγα Δουκάτο. Με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, το 1917, η Ρωσία συνθηκολογεί με τη Γερμανία, χάνει τις ανατολικές κτήσεις της και οκτώ νέα κράτη δημιουργούνται από την νέα αυτή τάξη πραγμάτων στην Ανατολική Ευρώπη. Ένα απ’ αυτά τα κράτη είναι η Φινλανδία, στην οποία δεν αργεί να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος που λήγει στις 20-7-1918. Δύο χρόνια μετά η Φινλανδία υπογράφει συνθήκη ειρήνης με τη Σοβιετική, πλέον, Ρωσία.

Είκοσι σχεδόν χρόνια μετά από αυτά τα γεγονότα και ένα μήνα μετά την επίθεση του Χίτλερ στην Πολωνία με την οποία ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η φινλανδική κυβέρνηση αρνείται στον Στάλιν την παραχώρηση εδαφών στον Ισθμό της Καρελίας απέναντι από το Λένινγκραντ, όπου οι Σοβιετικοί σκόπευαν να εγκαταστήσουν ναυτικές βάσεις. Στις 30 Νοεμβρίου του 1939 ο Κόκκινος Στρατός επιτίθεται. Ο ανίσχυρος φινλανδικός στρατός αριθμεί 150.000 άνδρες ανεπαρκώς εξοπλισμένους απέναντι σε 45 μεραρχίες 800.000 ανδρών, 1500 άρματα μάχης και 1000 αεροπλάνα που βάζουν στη μάχη οι αντίπαλοί τους. Ο πόλεμος όμως (γνωστός και ως Πόλεμος του Χειμώνα) κρατά πολύ περισσότερο απ’ ότι περίμεναν οι Ρώσοι επιτελείς, μιας και οι δυνάμεις τους εγκλωβίζονται στις απέραντες χιονισμένες εκτάσεις της σκανδιναβικής χώρας. Τελικά, η φινλανδική άμυνα διασπάται τον Φλεβάρη του 1940 και στις 12 Μαρτίου υπογράφεται ανακωχή με παραχώρηση εδαφών στη Ρωσία. (Την ίδια εποχή, στα ίδια χρονικά πλαίσια, τα ίδια πράγματα συνέβαιναν και κάπου νοτιότερα). Οι Ρώσοι μέτρησαν 200.000 απώλειες έναντι 25.000 των Φινλανδών, οι οποίοι έχασαν τον πόλεμο αλλά κέρδισαν τη συμπάθεια της δυτικής κοινής γνώμης. Η Φινλανδία διατήρησε θεωρητικά την ανεξαρτησία της. Οι Αγγλογάλλοι, έχοντας κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία αμέσως με την εισβολή της τελευταίας στην Πολωνία, αποστέλλουν κατόπιν εορτής στρατεύματα στη Φινλανδία. Αλλά με την κήρυξη του πολέμου της Γερμανίας στην Σοβιετική Ένωση στις 22 Ιουλίου 1941 η Φινλανδία μπαίνει στον πόλεμο ως δορυφόρος των Ναζί στο πλευρό των γερμανικών στρατευμάτων με σκοπό να επανακτήσει τα ανατολικά της εδάφη. Η υποχώρηση των Γερμανών το ’44 την εξαναγκάζει σε ανακωχή.

Τα σοβιετικά στρατεύματα εισβάλλουν στη μεθόριο και αποχωρούν μετά την Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού το 1947 ενώ οι Φινλανδοί αναγκάζονται να εκδιώξουν τους τελευταίους 200.000 Γερμανούς στρατιώτες από το έδαφος της χώρας. Το 1948 υπογράφεται μεταξύ των δύο χωρών Συμφωνία Ειρήνης, Φιλίας και Αμοιβαίας Βοήθειας σύμφωνα με την οποία η Φινλανδία νομιμοποίησε το κομμουνιστικό κόμμα της χώρας, μπορούσε να επιλέξει το πολιτικό καθεστώς της, αλλά ήταν υποχρεωμένη να απέχει από κάθε εχθρική ενέργεια έναντι της ΕΣΣΔ, κοινώς να μην μπει στο ΝΑΤΟ, έχοντας ήδη αρνηθεί τη βοήθεια που προέκυπτε από το Σχέδιο Μάρσαλ των ΗΠΑ ένα χρόνο πριν υπό την πίεση της Ρωσίας.

Η νέα εποχή μετά τον πόλεμο βρίσκει τη Φινλανδία να έχει χάσει εδάφη σε έκταση 51.451 τετρ.χλμ., ενώ 450.000 πρόσφυγες έχουν εγκαταλείψει τα εδάφη αυτά. Η χερσόνησος της Πόρκκαλα επινοικιάστηκε στη Ρωσία για 50 χρόνια ως ναυτική βάση. Με νωπές τις μνήμες από τις χαμένες πατρίδες η Φινλανδία συνέχισε την πορεία της στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Χωρίς να έχει περάσει δεκαετία από τα τραυματικά γεγονότα του μεγάλου πολέμου, το 1952, διοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Ελσίνκι στους οποίους παίρνει μέρος για πρώτη φορά στην ιστορία της η ΕΣΣΔ κατακτώντας 71 μετάλλια και για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο η Γερμανία και η Ιαπωνία. Το παρελθόν ολοένα και περισσότερο περνούσε στη λήθη. Το 1953 η κυβέρνηση της χώρας εξέδωσε μαζί με τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και την Ισλανδία υπό την αιγίδα των Υπουργών Πρόνοιας των 5 χωρών τη μελέτη «Ελευθερία και Περίθαλψη: Κοινωνικά Υποδείγματα στις Βόρειες Χώρες της Ευρώπης», που εγκαινίασε την έννοια του κράτους πρόνοιας στον κεντρικό πολιτικό σχεδιασμό των χωρών αυτών. Το 1955 γίνεται μέλος των Ηνωμένων Εθνών. Έξι χρόνια μετά, η ΕΣΣΔ παρεμβαίνει στις Προεδρικές Εκλογές προκαλώντας μεγάλη κρίση στα εσωτερικά της Φινλανδία. Την ίδια χρονιά, η χώρα κάνει το πρώτο βήμα προς την ενωμένη Ευρώπη. Ως επιστέγασμα μιας εκπληκτικής πορείας στο ευρωπαϊκό στερέωμα, το 1995 η Φινλανδία εντάχτηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ

Εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα, στον Καύκασο, ένας άλλος, μικρός επίσης, λαός διεκδικούσε όλα αυτά τα χρόνια την ύπαρξή του στον κόσμο. Οι μουσουλμάνοι Τσετσένοι, καυκάσιος λαός συγγενικός με τους χριστιανούς Γεωργιανούς και εγκαταστημένος στο βόρειο Καύκασο από τα αρχαία χρόνια, ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν πιο πολύ στη επέκταση της τσαρικής Ρωσίας στον Καύκασο με τους κατακτητικούς πολέμους που διήρκεσαν από το τέλος του 18ου έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Στα χρόνια μεταξύ 1825-1859 οι Τσετσένοι αντιστάθηκαν βίαια υπό την ηγεσία του ιμάμη Σαμίλ. Η πολεμοχαρής τους φύση περιγράφτηκε ακόμα και από τους Τόλστοι και Λέρμοντοφ. Οι Ρώσοι, υπερδύναμη της εποχής εκείνης, τελικά νίκησαν, προχωρώντας σε απίστευτες βιαιότητες που είχαν ως αποτέλεσμα τον μαζικό εκτοπισμό των Τσετσένων στα εδάφη της γειτονικής και παρηκμασμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όσοι απέμειναν ωθήθηκαν στις λιγότερο εύφορες κοιλάδες των βουνών, ποτέ τους όμως δεν εγκατέλειψαν τον πόθο για ανεξαρτησία. Το στρατόπεδο-κέντρο των ρωσικών επιχειρήσεων έγινε πόλη που πήρε το όνομα «Γκρόζνι» δηλαδή «στρατόπεδο».

Κατά την επαναστατική περίοδο και μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους, οι Τσετσένοι πέτυχαν τη δημιουργία μιας Δημοκρατίας των λαών του Καυκάσου, της Δημοκρατίας των Ορεσίβιων, που συγκέντρωνε όλους τους Καυκάσιους της παλιάς Ρωσικής Αυτόκρατορίας σε ένα κράτος. Όμως αυτή η Δημοκρατία διασπάστηκε. Ύστερα, ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος και η περιοχή βρέθηκε στο επίκεντρό του για τα πετρέλαιά του Καυκάσου. Ο Χίτλερ δήλωνε χαρακτηριστικά: «Αν δεν πάρω τα πετρέλαια του Μάικοπ και του Γκρόζνι θα πρέπει να διακόψω τον πόλεμο». Με το βλέμμα της στα τεράστια κοιτάσματα του Μπακού, ιστορικής πρωτεύουσας των Αζέρων Τούρκων, η Βέρμαχτ προχώρησε στην επιχείρηση “Blau” που σκοπό είχε να οδηγήσει τους Γερμανούς στην ανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Οι Γερμανοί είχαν ήδη παραγγείλει 120 συσκευές εξόρυξης για το Μάικοπ, το Γκρόζνι και το Μπακού -στο οποίο αναμενόταν παραγωγή 25 εκατομμ. τόνων πετρελαίου. Το Μάικοπ έπεσε στις 10 Αυγούστου του 1942. Στις αρχές Οκτωβρίου τα γερμανικά στρατεύματα κατάφεραν να φτάσουν μόνο στο Γκρόζνι, μιας και η αντίστροφη μέτρηση στο Ανατολικό Μέτωπο είχε αρχίσει με τις επιχειρήσεις στο Στάλινγκραντ τον Ιανουάριο του 1943. Οι Γερμανοί έφυγαν, όμως οι Ρώσοι ξαναγύρισαν. Η ισχυρή πίστη των Τσετσένων όλους αυτούς τους αιώνες στο Ισλάμ δεν ήταν το καταλληλότερο πιστοποιητικό νομιμότητας στην νεοσύστατη ΕΣΣΔ. Πόσο μάλλον μετά την θριαμβευτική της επικράτηση στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Το 1944, οι Τσετσένοι πήραν το διαβατήριο για το Καζακστάν σε μια από τις μεγαλύτερες εκτοπίσεις της Ιστορίας, όπου με το πρόσχημα της συνεργασίας με τους Ναζί ο Στάλιν διέταξε τη διάλυση της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Τσετσενίας-Ινγκουσετίας και την εκτόπιση όλου του έθνους στο Καζακστάν. Όσοι επέζησαν από τις κακουχίες κατάφεραν τελικά με την αποσταλινοποίηση να επιστρέψουν το 1957.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 αναζωπύρωσε τις εθνικές διεκδικήσεις των πολυάριθμων λαών της Ρωσίας έναντι της κεντρικής εξουσίας που εκπορευόταν από τη Μόσχα. Τάταροι, Οσετοί και πολλοί άλλοι ενσωματώθηκαν τελικά στην νέα Ρωσική Ομοσπονδία με την συνθήκη ίδρυσής της το 1993. Μόνο οι Τσετσένοι ακολούθησαν τον δικό τους δρόμο της πλήρους ανεξαρτησίας κηρύσσοντάς την το 1991 με την άνοδο του στρατηγού Τζοχάρ Ντουντάγιεφ στην εξουσία τον Οκτώβρη του ίδιου έτους ύστερα από καθολική εκλογή. Όραμα του πρώην διοικητή της πτέρυγας των στρατηγικών πυρηνικών βομβαρδιστικών με έδρα την Εσθονία στο προηγούμενο καθεστώς, ήταν η Τσετσενία να γίνει το Κουβέιτ του Καυκάσου. Το παλιό όνειρο της ανεξαρτησίας θα θεμελιωνόταν πάνω στις πετρελαιοπηγές, ένα σύγχρονο διυλιστήριο και τον αγωγό που συνδέει τα κοιτάσματα της Κασπίας με τη ρωσική ενδοχώρα, κληρονομιά από το παρελθόν που πάντα κάτι τους χρωστούσε. Οι Ρώσοι που ζούσαν στην Τσετσενία άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα μαζικά. Απέμειναν 60.000 Ρώσοι πολίτες.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1994, 20.000 Ρώσοι, στρατιώτες αυτήν τη φορά, διέσχισαν τα σύνορα της μικρής αυτής Δημοκρατίας. Η απεγνωσμένη και παράτολμη αυτή κίνηση του προέδρου Γιέλτσιν είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Χρειάστηκε πάνω από ένας μήνας για να καταληφθεί το Γκρόζνυ, το οποίο κυριολεκτικά ισοπεδώθηκε. Η Ιστορία επαναλαμβανόταν. Οι αντάρτες αποσύρθηκαν στα βουνά. Ο Ντουντάγεφ διέλυσε την κυβέρνηση και τη Βουλή και συγκέντρωσε πάνω του όλες τις εξουσίες βασίζοντας την εξουσία του στα πατροπαράδοτα «γένη». Ο πόλεμος ποτέ δεν σταμάτησε στα αλήθεια -εδώ μάλιστα μας έρχεται προκλητικά στο μυαλό μια άλλη υπέροχη ταινία «Ο αιχμάλωτος του Καυκάσου» του ρώσου Σεργκέι Μποντρόφ που αποτυπώνει εκπληκτικά το δράμα των εμπολέμων. Όλα αυτά τα χρόνια στη μικρή αυτή γωνιά του κόσμου είχε εγκατασταθεί η ίδια η κόλαση.

ΧΩΡΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ

Έκτοτε αμέτρητες φλόγες ξεπήδησαν από την κόλαση αυτή: ανελέητες μάχες σε χαλάσματα και χαράδρες, πόλεμος προπαγάνδας και εμπλοκή διεθνών συμφερόντων, τακτικές επιδρομές και βομβαρδισμοί, ανόσιες ομηρίες και ανταλλαγές αιχμαλώτων, δίωξη δημοσιογράφων και κυνηγητό μαγισσών, διείσδυση ακραίων ισλαμικών στοιχείων και προδοσίες, τρομοκρατικές επιθέσεις μέσα στην ίδια τη Μόσχα, αντίποινα κατά αμάχων, κύμα προσφύγων, εκτοπισμόςκαι τελικά μια δεύτερη εισβολή το Σεπτέμβριο του 1999 με αρχηγέτη τον τότε πρωθυπουργό Πούτιν που, εκμεταλλευόμενος την περίσταση και το πατριωτικό συναίσθημα των ταπεινωμένων για μια δεκαετία Ρώσων, έγινε μετέπειτα πρόεδρος στη θέση του ακατανόμαστου Γιέλτσιν… Τι έφταιξε κι έπεσαν οι Τσετσένοι σε τούτην την κόλαση; Τι παραπάνω γνώριζαν ή δεν γνώριζαν οι Φινλανδοί απ’ την άλλη πλευρά και τώρα έχουν ακόμα περισσότερα απ’ τα πάντα; Καθώς η ταινία του Καουρισμάκι λειτουργεί σαν αναβάθμιση της συνείδησης μπροστά στις εικόνες από τη Μόσχα, το ερώτημα επανέρχεται επίμονο.

Μετά το 1999, 260.000 Τσετσένοι από ένα σύνολο περίπου 1.000.000 εκτοπίστηκαν από την Τσετσενία και από αυτούς 170.000 βρέθηκαν πρόσφυγες στην γειτονική Ινγκουσετία. Οι Ρώσοι νίκησαν ξανά όπως το ’95 με εκατόμβες νεκρών. Σύμφωνα με ρωσικές πηγές που αναφέρει η Neue Zurcher Zeitung στις 3-4 Νοεμβρίου 2001, η ρωσική στρατιωτική επέμβαση του 1999 στην Τσετσενία προκάλεσε 15.000 θύματα στους αντιμαχόμενους: 3.438 ρώσους στρατιώτες και 11.000 Τσετσένους μαχητές. Οι πηγές δεν αναφέρουν τις απώλειες των αμάχων. Και κανείς δεν πρόκειται να τις αναφέρει, μιας και ο Πρόεδρος Πούτιν αντάλλαξε την σιωπή της διεθνούς κοινότητας με την εξίσου πολύτιμη παροχή πληροφοριών προς τις ΗΠΑ στον πρόσφατο πόλεμο των τελευταίων στο Αφγανιστάν. Οι Τσετσένοι, βέβαια, με τον Αλάν Μασχάντοφ ηγέτη τους, συνέχισαν απ’ τα βουνά τον αγώνα τους. Έναν αγώνα αμείωτης έντασης που κατά τραγικό τρόπο όσο πιο σκληρός και ανελέητος και βρώμικος γίνεται, τόσο απομακρύνεται ο θόρυβος απ’ τις κλαγγές των όπλων που φτάνει στις κερκίδες του θεάτρου. Όμως, η παράσταση δεν έχει ακόμα τελειώσει και το τέλος του δράματος φαίνεται να αργεί πολύ. Τα τελευταία χρόνια, ο ρωσικός στρατός επιχειρεί βίαιο επαναπατρισμό των προσφύγων καταστρέφοντας τα στρατόπεδα προσφύγων στην Ινγκουσετία. 300 οικογένειες προσφύγων ζήτησαν άσυλο στο Καζακστάν με μια επιστολή που χαρακτηρίζει τον ηγέτη του ως την τελευταία ελπίδα του έθνους τους πριν τον αφανισμό (σύμφωνα με ανεπίσημες πηγές, ο πληθυσμός της Τσετσενίας, από 1,2 εκατομμύρια άτομα την εποχή της Σοβιετικής Ενώσης, μειώθηκε σήμερα στις 400.000). αλλά και δηλώνει πως προτιμά την εξορία του Στάλιν από την επιστροφή στην ίδια τους την πατρίδα. Όμως, ο Καζάκος Πρόεδρος, Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ, σύμμαχος της Δύσης και γνωστός για τα «δημοκρατικά» του ιδεώδη αρνήθηκε την παράκληση, μιας και όπως είπε οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι πρόσφυγες αφού τα καταλύματά τους δεν βρίσκονται εκτός Ρωσίας, αλλά εντός της, όπου είναι υπήκοοι: «Όλοι τους είναι υπήκοοι της Ρωσίας από όπου κανείς δεν τους διώχνει». Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Οκτώβριος 2002, Μόσχα θέατρο Να Ντουμπρόβκε: ομηρία 700 πολιτών. Αποτέλεσμα: 119 πολίτες νεκροί, μαζί τους στον θάνατο και οι 40 τρομοκράτες, νέοι όλοι στην δική μας ηλικία , αλλά προφανώς χωρίς τα δικά μας διλήμματα. Δεκέμβριος 2002, Γκρόζνι, έδρα Κεντρικής Ρωσικής Διοίκησης: έκρηξη δύο φορτηγών γεμάτα εκρηκτικά στο προαύλιο. Αποτέλεσμα: 100 περίπου νεκροί και ολοσχερής κατάστροφή του κτιρίου, του πλέον απόρθητου κτιρίου στον βόρειο Καύκασο. Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που ο Βλαντιμιρ Πούτιν προγραμματίζει εκλογές για την προσεχή Άνοιξη για μια νέα μη απόσχιστική κυβέρνηση και νέο σύνταγμα στα πλαίσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Λεπτομέρεια: στη Μόσχα ζουν 380.000 Τσετσένοι.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οι Τσετσένοι δεν χρησιμοποίησαν πάντα δίκαια μέσα αγωνιζόμενοι για ανεξαρτησία. Αλλά η πιθανή συμμαχία των αρχηγών τους με την Αλ-Κάιντα και οι συμμετοχή Τσετσένων μαχητών σε τρομοκρατικές επιθέσεις ανά τον κόσμο δεν είναι περισσότερο «διαβολική» απ’ αυτήν των συμπαθών Φινλανδών με τον δαιμόνιο Χίτλερ. Μήπως σε έναν κόσμο άδικο τα άδικα μέσα φαίνονται σε μερικούς η μόνη δίκαιη διέξοδος; Στον πεζόδρομο της Κοραή, έξω από τον κινηματογράφο Άστυ, μια ταινία, με την κεκτημένη ταχύτητα που αποκτά η σκέψη από την δύναμη των εικόνων, ένωσε αυθαίρετα δύο λαούς. Αυθαίρετα, άραγε; Με έκπληξη, μερικές μέρες μετά σερφάροντας στο διαδίκτυο, διαβάζουμε στον δικτυακό τόπο των Τσετσένων αυτονομιστών kavkaz.org:

«…στις 26 Νοεμβρίου 1939 ρωσικές δυνάμεις κοντά στα φινλανδικά σύνορα δέχτηκαν επίθεση και 13 στρατιώτες σκοτώθηκαν. Το περιστατικό γνωστό και ως “Πυροβολισμοί Μαϊνίλα” έδωσε στους Ρώσους την αφορμή να επιτεθούν στη Φινλανδία μετά από μερικές μέρες ξεκινώντας τον Πόλεμο του Χειμώνα. 50 χρόνια μετά, το 1989, η Σοβιετική Ένωση ομολόγησε ότι οι πυροβολισμοί έφυγαν από δικά της όπλα…». Τελικά, οι δύο τόσο διαφορετικοί λαοί κάπου εμφανίστηκαν μαζί, έστω και υπό το πρίσμα μιας αλυτρωτικής προπαγάνδας των μεν που ζήτημα είναι αν ενδιαφέρει τους δε. Φανταστείτε τον ιδεαλιστή Τσετσένο φοιτητή μιας τσιμεντένιας φοιτητικής εστίας σε κάποια ευρωπαϊκή μεγαλούπολη που έγραψε στο παραπάνω site και τον αντίστοιχο Φινλανδό που σερφάρει καθημερινά κατεβάζοντας mp3 στο σκληρό του δίσκο. Φανταστείτε πόσοι νέοι φοιτητές από άλλους κόσμους μακρινούς μνημονεύουν την καλοζωία μας και αναζητούν στο δικό μας, ένδοξο στη λήθη του, παρελθόν σπίθες ελπίδας για το δικό τους αβέβαιο μέλλον.

Είναι ειρωνεία, αλλά ο δυτικός νέος που βυθίζεται στην εσωστρέφεια πεισμένος πως κανείς δεν τον σκέφτεται, μάλλον έχει άδικο. Μέσα στην καλοζυγισμένη του απαισιοδοξία γίνεται υπερόπτης. Αγνοεί. Ποτέ δεν θα ‘πρεπε να απορρίπτουμε με την άγνοια αυτούς που θα ήθελαν να μας μοιάσουν. Οι Τσετσένοι πολύ θα ήθελαν να μοιάσουν στους Φινλανδούς. Ίσως, αν δεν υπήρχε πετρέλαιο στην αυλή τους, ίσως αν αντί για το Καζακστάν ο Στάλιν τούς έστελνε στην Εσθονία, ίσως αν είχαν εκχριστιανιστεί κάποια στιγμή στα χρόνια της Μεγάλης Αικατερίνης ή και πιο πριν, ίσως αν τους έπαιρναν μαζί οι βάρβαροι Φίννοι στον δρόμο τους προς την Σκανδιναβία τότε τον 5ο μ.Χ, ίσως αν ζούσαν αλλού βρε αδερφέ, ίσως και να ήταν Φινλανδοί. Μα τότε δεν θα ήταν Τσετσένοι. Και όλοι οι άνθρωποι, για αυτό που είναι, έχουν δικαίωμα στο μέλλον.


Οκτώβριος 2002

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2007

Νέα Βαγδάτη: Η μεγάλη πόλη πριν το τέλος


Πολλές πόλεις στην Ιστορία ονομάστηκαν με το όνομα μιας πόλης από το παρελθόν αυτών που τις έκτισαν και το επίθετο «Νέα». Πιο γνωστές στην Ιστορία έμειναν η Νέα Ρώμη και η Νέα Υόρκη -ηγέτιδες του κόσμου ολόκληρου η κάθε μια στην εποχή τής μεγάλης της ακμής. Και η Νέα Ρώμη και η Νέα Υόρκη ξεπέρασαν σε δόξα τις πόλεις που διαδέχτηκαν. Με τον καιρό η πρώτη έχασε το αρχικό της όνομα προς τιμήν του ιδρυτή της κι έμεινε στην Ιστορία ως Κωνσταντινούπολη (και παραμένει με αυτό μέσα από την τουρκική απόδοση «Ιστάνμπουλ» ως τις μέρες μας). Η δεύτερη εξακολουθεί να έχει το αρχικό της όνομα –αν βεβαίως δεν λάβουμε ως πρώτο εκείνο το ξεχασμένο Νέο Άμστερνταμ, κάτι σαν να λέμε Βυζάντιο. Επιπλέον, η Νέα Υόρκη είναι αυτή η πόλη που συμβολίζει όσο καμιά άλλη την εποχή μας, όχι άδικα, η σπουδαιότερη πόλη στον κόσμο.

Απ’ την άλλη, υπάρχουν και πόλεις ιστορικές με ηλικία αιώνων, όπως η Αθήνα, η Αλεξάνδρεια, το Πεκίνο, η Μόσχα, το Λονδίνο, η Βαγδάτη. Για κάποιον λόγο κανείς δεν φαντάζεται σήμερα μια Νέα Αθήνα ή ένα Νέο Λονδίνο. Κι αυτό γιατί κανείς δεν φαντάζεται ότι οι πόλεις αυτές θα βανδαλιστούν ή ότι οι κάτοικοί τους θα ξεκινήσουν μαζικά να βρουν σε κάποια άλλη γωνιά του κόσμου ένα καλύτερο μέρος να ξεκινήσουν από την αρχή τις ζωές τους. Μια Νέα Βαγδάτη, όμως; Η πόλη που δοξάστηκε πριν χίλια χρόνια στέκει τώρα ετοιμοθάνατη με βαθιές πληγές στο κορμί της. Βάνδαλοι ισοπέδωσαν τα σπίτια της, λεηλάτησαν τα μουσεία της, γκρέμισαν τις γέφυρες και σκοτώνουν τα παιδιά της. Για την Βαγδάτη, γίνεται ολοένα και πιο εύκολο να την φανταστεί κανείς «Νέα» και ακόμα πιο εύκολο για τους κατοίκους της να στήσουν τις αναμνήσεις τους σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου, μετανάστες -που παλιά τους ‘λέγαν «αργονάυτες».

Αν όμως στην Ιστορία, μια πόλη γερασμένη μπορεί να ξαναγίνει «Νέα», μια «Νέα» είναι κατάδικασμένη να ζει με την νεότητά της για πάντα. Κι επειδή όλα στον κόσμο έχουν ένα τέλος, μια τέτοια πόλη είναι καταδικασμένη να πεθάνει «Νέα». Η Νέα Ρώμη, που έγινε Κωνσταντινούπολη, κατάφερε πολλές φορές να ξεγελάσει το θάνατο και να παρατείνει το τέλος της για χίλια και πλέον χρόνια. Τι όνομα θα πρέπει να πάρει η Νέα Υόρκη για να ζήσει κι άλλο; Και ως πότε θα αντέχει «Νέα» και γερασμένη ταυτόχρονα; Στο παρασκήνιο της Ιστορίας διαβάζουμε πως η «Νέα» Ρώμη άρχισε να καταρρέει όταν ο κόσμος γύρω της, τον οποίο μέχρι τότε θάμπωνε, έπαψε να την σκέφτεται. Καθώς τα καράβια έδεναν στη Βενετία ένα μήνα μετά, φέρνοντας τα νέα για την Άλωση, όλοι συγκλονίστηκαν. Κανείς δεν το περίμενε. Κανείς στα αλήθεια δεν το ήθελε. Όμως, η ενδοξότερη πόλη του κόσμου είχε οριστικά χαθεί. Η Νέα Υόρκη μετά την 11η Σεπτεμβρίου άλλαξε κι έγινε μια πόλη που όλοι αρχίζουν να ξεχνούν. Προτιμούν όσοι την αγάπησαν κάποτε να θυμούνται μια πόλη ελεύθερη, χωρίς ελέγχους και κόκκινους συναγερμούς. Προτιμούν την πόλη του Άλεν και του Σκορτσέζε, το Μπρόντγαιη και τα Φιλαράκια, την πόλη που τραγούδησε ο Σινάτρα, την πόλη, που ποτέ δεν κοιμόταν.

Στα παλιά τα χρόνια, όσοι έφευγαν και αναζητούσαν καλύτερη τύχη δεν φέρθηκαν με τον καλύτερο τρόπο στους ανθρώπους που συνάντησαν στις νέες τους πατρίδες. Οι Αργοναύτες, μετανάστες κι αυτοί μιας άλλης κι ένδοξης παρόλα αυτά εποχής ποτέ δεν «αγόρασαν» το Χρυσόμαλλο Δέρας. Οι κάτοικοι της παλιάς Βαγδάτης μάς ενοχλούν όταν μας σκουπίζουν τα τζάμια στα αυτοκίνητά μας, μας ενοχλούν κι όταν μας κλέβουν τον χρυσό μας. Κι αν η φήμη του χρυσού ήταν αρκετή για υπερπόντια ταξίδια με καρυδότσουφλα σε άγριες θαλασσες, φανταστείτε πόσο αέρα δίνει στα πανιά των ανθρώπων κάθε Βαγδάτης η βόμβα που σκάει στην σκεπή του σπιτιού τους παραπλεύρως. Στον κόσμο μας, όλο και περισσότερες παλιές πόλεις διώχνουν τα παιδιά τους. Για τη Νέα Υόρκη που όλοι όσοι την αγαπούν (κι εμείς) αρχίζουν να την ξεχνούν (κι εμείς), για τη Νέα Υόρκη που ξεθωριάζει, είναι μια καλή ευκαιρία να τους υποδεχτεί με δώρα και κάλπικες τιμές -όπως η Πόλη τους πρώτους Οθωμανούς πρίγκηπες, κερδίζοντας λίγα παραπάνω χρόνια. Ίσως, μια κολακεία -μια αλλαγή ονόματος από Νέα Υόρκη σε «Νέα Βαγδάτη»- να έριχνε σταχτη στα θαμπωμένα μάτια των πεινασμένων κι αχόρταγων σκύλων. Μέχρι την αναπόφευκτη στιγμή του τέλους, που ένας λάθος έλεγχος στο αεροδρόμιο, μια αγνοημένη μυστική πληροφορία θα χάσκει σαν Κερκόπορτα με τον κάθε τούβλινο Μπους να στέκει σαν μαρμαρωμένος βασιλιάς.


περιοδικό Supremum, τεύχος 9, Δεκέμβριος 2003