Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

Χωράφια και δικαιώματα


Ποια είναι η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ένα μείζον ζήτημα εξωτερικής πολιτικής όπως η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. και ένα κεντρικό κοινωνικό θέμα όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα; Στις δυτικές κοινωνίες μας, τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτικό επιζητούμενο λογίζονται στο βαθμό που υποστηρίζουν εντός του πολιτικού πεδίου μια ανάπτυξη αστικού τύπου. Παρόλα αυτά, τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτικό κεκτημένο δεν πρέπει να αποτελούν ένα είδος ζωολογικού κήπου όπου διαφυλάσσονται οι καθωσπρέπει συνειδήσεις και μια στείρα κοινωνική συνοχή. Τα ανθρώπινα δικαιώματα διατρέχουν τη διαδρομή από το πολιτικό αίτημα στην πολιτική πράξη για να κάνουν την κοινωνία δικαιότερη στο μοίρασμα των αγαθών και αποδοτικότερη στην παραγωγή αυτών μέσω της καλύτερης κοινωνικής κατανομής και της επίτευξης δυναμικής ισορροπίας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων.

Είναι φανερό ότι η τουρκική ελίτ προσπαθεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής της πορείας στον φαύλο δυτικό διάλογο περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (που κατ’ ουσίαν αφορούν τα ατομικά δικαιώματα) για να καλύψει την ανεπάρκειά της σε επίπεδο πολιτικού δομικού μετασχηματισμού που οφείλει να έρθει σε σύγκρουση με βαθύτερες αντιλήψεις και ιδρυτικές κοσμοθεωρίες του παραπαίοντος κράτους. Εξάλλου, τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν μια εύκολα χειραγωγήσιμη έννοια στο δυτικό ακροατήριο μιας και η απόδοσή τους είναι στον έλεγχο όχι αυτών που τα δικαιούνται –δηλαδή του λαού- αλλά της εκάστοτε ελίτ που μπορεί να τα διοχετεύει προς τα κάτω με επιβαλλόμενα κι ελεγχόμενα κοινωνικά συμβόλαια της αρεσκείας της. Πόσο μάλλον όταν το ουσιαστικό ζήτημα που είναι η οικονομική σύγκλιση προσκρούει στα παγιωμένα συμφέροντα των κατεχόντων την εξουσία, η οποία επανιδρύεται υιοθετώντας την κοσμοθεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά όχι την πολιτική πράξη της εφαρμογής αυτών σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.

Η Ευρώπη χρειάζεται μια αστική Τουρκική κοινωνία. Πόσο όμως μπορούμε να εμπιστευτούμε μια ένθεν και ένθεν πολιτική ελίτ στο μεγάλο αυτό στοίχημα της ένταξης; Τι θα αναγκάσει την εκάστοτε ελίτ να παραχωρήσει αυτό που αιώνες και δεκαετίες κρατά με νύχια και με δόντια; Πώς οι οικονομικές, πολιτιστικές και τεχνολογικές ροές θα διοχετευτούν στο πεδίο της ανάπτυξης κι όχι στον προνομιακό κλειστό στίβο μια από καιρό πεθαμένης άρχουσας τάξης; (Τα ερωτήματα αφορούν και την από εδώ πλευρά των συνόρων).

Αν αυτό –δηλαδή η Ευρωπαϊκή σύγκλιση προ και μετά της όποιας ένταξης- υπήρξε και εξακολουθεί να είναι δύσκολο έργο για χώρες σαν την Ελλάδα των 11.000.000 του ομοιογενούς πληθυσμού και του εγγενούς παρελθόντος, πως θα το πετύχουμε με την Τουρκία των 70.000.000 κατοίκων, των δύο εθνοτήτων, των πολλών μειονοτήτων που αναπτύσσονται κάτω από ένα και μοναδικό σχέδιο διαιώνισης του εθνικιστικού ιδεώδους που ταυτίζεται με μια μόνο κοινωνική ομάδα προνομιούχων συμπαρασύροντας την υπόλοιπη Τουρκική κοινωνία στο περιθώριο; Ασφαλώς, είναι δύσκολο, μπορεί να φαντάζει ακατόρθωτο και δύναται να αποτελέσει έναυσμα για περαιτέρω αναλύσεις σε ιστορικό, κοινωνιολογικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο. Είναι, όμως, κάτι περισσότερο από ένα τουρκικό ζήτημα.

Η Τουρκία χρειάζεται μια επανάσταση και μια ήττα. Ακριβώς ότι έφτιαξε τη σύγχρονη Ευρώπη. Η ταπείνωση του αυτοκρατορικού της παρελθόντος έφερε τον εθνικισμό. Η ταπείνωση του εθνικισμού φέρνει τη σύγχρονη αστική κοινωνία. Μένει να δούμε αν θα η Ιστορία θα επαναληφθεί στο ανατολικό σύνορο της Ευρώπης. Ένα σύνορο που ας μην ξεχνάμε φέρνει την Ευρώπη σε επαφή με την ενδοχώρα που διαχρονικά την προμήθευε με ό,τι ανέτρεπε το πολιτικό και φιλοσοφικό της κατεστημένο, τους ιδρυτικούς της μύθους με μεγαλύτερον απ’ όλους τον Χριστιανισμό. Το Ανατολικό ζήτημα είναι το εκάστοτε ιδρυτικό στοιχείο στα χωράφια εκείνου που το ατενίζει ως τέτοιο. Κι αυτός δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στη Δύση. Τα χωράφια του;

Μια μαθηματική ερμηνεία του μετα-μοντερνισμού


ΜΕΤΑ- ή «ΜΕΤΑ»;

Νομίζω πως το μετά- ως προσδιοριστικό μιας συγκεκριμένης κοινωνικής φάσης (π.χ. μετα-μοντερνισμός) είναι νοητό ως τη στιγμή που η διάδοχη κατάσταση θα έχει εμπεδωθεί στο μικροεπίπεδο των θεσμών και λειτουργιών της κοινωνίας. Εννοώ πως, μεταβαίνοντας από την κοινωνία του μοντερνισμού σε μια διάδοχη κοινωνία, είναι λογικό να θέλουμε να προβλέψουμε την κατάληξη αυτής της τελευταίας από τα χαρακτηριστικά της μετάβασης. Μέχρι, όμως, αυτά τα χαρακτηριστικά να παγιωθούν στο μικροεπίπεδο της καθημερινότητας των ανθρώπων και δη των μικρομεσαίων τάξεων που λειτουργούν ως ραχοκοκαλιά του αστικού συστήματος, η αίσθηση της μετάβασης θα κυριαρχεί και η πρόβλεψη θα είναι επισφαλής.

Βέβαια, περισσότερο νιώθω πως το «μετά», όπως προσδιορίζεται στη σκέψη του Μίμη Ανδρουλάκη είναι όχι η περίοδος μετάβασης αλλά καθαυτή η διάδοχη κατάσταση. Ένα «μετά» που περιμένει ως γραμμική θήκη την κατάλληλη εκείνη εξίσωση/πολιτική που θα το επεκτείνει στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Αυτός όμως, δεν λειτουργεί πλέον ως γραμμικός με την καρτεσιανή τρισδιάστατη ντετερμινιστική λογική που προέκυψε με την νεωτερικότητα αλλά λειτουργεί στη βάση της κβαντικής απροσδιοριστίας και του ντετερμινιστικού χάους όπως προκύπτει από τον κόσμο της πληροφορίας και των δικτύων.

Ορίζοντας το «μετά» ως την διάδοχη κατάσταση κι όχι ως απλά μια μετά-βαση, το σίγουρο είναι πως η έναρξη της συνείδησης του «μετά» δεν ταυτίζεται με την έναρξή του ως κοινωνική διεργασία. Συνήθως, η διεργασία προηγείται, αναπνέοντας υπόγεια κι αθόρυβα, και αργότερα μπαίνει η ταμπέλα/τύπος της εξίσωσης/μανιφέστο/κοινωνικός ορισμός. Πιστεύω πως το «μετά» είναι ήδη εδώ και γι’ αυτό ίσως τελικά μετάβαση και διαδοχή, αν και διαφορετικά πράγματα, κατ’ ουσίαν να ταυτίζονται πλέον.*

ΠΟΙΟ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΟΡΙΣΜΟΥ;

Συμφωνούμε πως η όλη κουβέντα για το «μετά» ξεκινά με την οικονομική κατάρρευση των κομμουνιστικών κοινωνιών που βέβαια εγγράφεται στο μαζικό υποσυνείδητο ως πτώση ενός πολιτικού καθεστώτος, του Υπαρκτού Σοσιαλισμού. Υπάρχει μια λεπτή διαφορά εδώ. Η δεύτερη ανάγνωση, και με δεδομένη την επιρροή του Hobsbawm για τον μικρό εικοστό αιώνα, δημιουργεί εκ των πραγμάτων την ανάγκη για κάποιο «μετά». Η πρώτη ανάγνωση μπορεί να οδηγήσει στην ίδια σκέψη, αλλά όχι απαραίτητα. Μαθηματικά, αυτό σχηματοποιείται στο ερώτημα: γιατί να θεωρηθεί ως απεικόνιση μιας κοινωνικής πραγματικότητας η γραφική παράσταση με πεδίο ορισμού 1914 έως 1989 και σημείο καμπής τη δεκαετία του ’60 και να μην θεωρηθεί η γραφική παράσταση 1945 (Αμερικανική παγκόσμια κυριαρχία) έως 20;; (Κινεζική παγκόσμια κυριαρχία;) με σημείο καμπής τη δεκαετία του ’90; Αυτή η ανάγνωση λεει ότι δεν είμαστε σε μεταίχμιο αλλά σε καμπή. Το «μετά» σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είναι παρά μια συμμετρία στον άξονα-y μιας παραβολικής κοινωνίας. Τι συμβαίνει τελικά; Αναπόφευκτα, το παρόν ως ταμπέλα δημιουργείται από το μέλλον. Μέχρι να συμπληρωθούν τα ψηφία 20;; -και αν συμπληρωθούν τελικά- μπορούμε να μιλάμε για μετάβαση ή για οτιδήποτε.

Θεωρώ πως λείπει το διακριτό εκείνο στοιχείο που θα μας πει «ναι, πράγματι, αλλάξαμε εποχή». Και το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να έχει παρά την απτή μορφή μιας ολοκληρωμένης στη βάση της πολιτικοοικονομικής θεωρίας/φιλοσοφίας που να μπορεί να οργανώνει αλλά κυρίως να προβλέπει. Είπα και πριν, βέβαια, πως αυτό είναι η έναρξη της συνείδησης/συνειδητοποίησης μιας πραγματικότητας και όχι η έναρξη αυτής της νέας κοινωνικής πραγματικότητας που ήδη έχει δρομολογηθεί και που το καταλαβαίνουμε, νομίζω, από δύο πράγματα:

1) την αποτυχία των υπαρχουσών οικονομικών θεωριών να επιτύχουν ευημερία συγχρονισμένη με τις προσδοκίες και το αποδοθέν έργο του κοινωνικού σώματος (προσοχή, όχι απλά να διευρύνουν τον πλούτο –αυτό γίνεται, αλλά και να αμβλύνουν τα ετερογενή κοινωνικά χάσματα) και

2) την τεχνολογική έκρηξη της δεκαετίας ’90: της εποχής Κλίντον.

Το πρώτο είναι το βασικό αίτιο που νομιμοποιεί μια διαδικασία μετάβασης. Το δεύτερο λειτουργεί ως καταλύτης που επιταχύνει τη διαδικασία αυτή. Γιατί, π.χ., και το 80 η αποτυχία των οικονομικών θεωριών ήταν δεδομένη. Δεν μιλούσαμε, όμως, τότε για μεταμοντερνισμό αλλά για συντήρηση. Η λογική Ρέηγκαν επιβράδυνε την κοινωνική εξέλιξη επιβάλλοντας στο κουρασμένο και απογοητευμένο κοινωνικό σώμα την μακαριότητα ενός τεχνητού παραδείσου, όπου η πίστη στο μέλλον, η κοινωνία ως εικόνα της «μετά θάνατον ζωής» υπερίσχυε της ζωής προ θανάτου ή έστω της ζωής εν’ όψει αυτού! Η εποχή Μπους αποδεικνύει ακριβώς την ίδια άρνηση του ίδιου συστήματος να οδηγηθεί σε δημιουργικό θάνατο και ίσως γι’ αυτό να μας μπερδεύει σχετικά με το αν ζούμε την μετάβαση σε μια Νέα Ρώμη ή απλά ένα προχωρημένο στάδιο της pax americana.

Πιστεύω, παρόλα αυτά, πως έχουν απελευθερωθεί οι δυνάμεις της ανατροπής. Το ίντερνετ είναι πολύ ρηξικέλευθο για να χαλιναγωγηθεί μακροπρόθεσμα, το ίδιο και η κουλτούρα της ταχύτητας που διαπερνά κάθε κίνηση υλική ή μη μέσα στο κοινωνικό πεδίο. Ο κίνδυνος είναι να συμβεί ότι συμβαίνει στην Τέχνη. Μεταμοντερνισμός: ανούσια έργα, καμία τεχνική επιδεξιότητα, φόβος του καλλιτέχνη να δαμάσει το υλικό του (γι’ αυτό και η ανάδειξη της κατηγορίας «κατασκευές», «performing art»), πολυνοηματικότητα, επιφανειακός σχετικισμός, ελιτισμός. Δεν θα πρέπει η νέα πολιτική πρόταση από τις προοδευτικές δυνάμεις να εγκλωβιστεί στην λογική της διαρκούς μετάβασης όπου χάνεται η ουσία/πολιτική, η καινοτομία παίρνει τη μορφή του εύκολου, το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει τις προκλήσεις με αμηχανία, μπροστά στην κοινωνία-γλυπτό οι πολιτικοί μοιάζουν με γλύπτες που φοβούνται το μάρμαρο (και το χαλκό και το... ξύλο), τα φαινόμενα έχουν πολλαπλές αναγνώσεις και όχι πολυεπίπεδες, η πολιτική πρακτική γίνεται κανόνας ενός κλειστού ιερατείου. Αυτός είναι ο κίνδυνος: να αιωρούμαστε ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες. Ακόμα κι αν δεν είναι σαφές αν ζούμε την μετάβαση ή την καμπή, η Ιστορία προχωρά με πράξεις κι όχι με πατέντες. Ας επιδιώξουμε την μετάβαση ώστε να υπάρξει το «μετά».

ΜΟΡΦΟΚΛΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Το βασικό πρόβλημα για την εφαρμογή μιας πολιτικής είναι να προσδιορίσει κανείς πάνω σε ποιους την εφαρμόζει. Σε ποια κοινωνία, ποιες τάξεις, ποιες ομάδες. Αυτός ο προσδιορισμός/μελέτη της κοινωνίας όπως γίνεται σήμερα μοιάζει σαν προσπαθεια γραμμικής ερμηνείας μιας μορφοκλασματικής επιφάνειας. Το κοινωνικό σώμα είναι ένα σχήμα Mandelbrot: επανάληψη της δομής μέσα στην δομή, διάκριση και ταύτιση μαζί, μακροσύνολα και μικροσύνολα που υπακούουν στην ίδια εξίσωση, κατάρρευση της κλίμακας. Πως, αλήθεια, να τραβήξεις μια γραμμή -ορίζοντας έτσι μια κοινωνική τάξη- σε ένα fractal κοινωνικό σώμα και o προσδιορισμός αυτός της τάξης να είναι αληθής;

Ο φιλελευθερισμός βρήκε μια θεολογικού τύπου λύση καταργώντας την έννοια της τάξης με μια γενική συμπεριφορά/θρησκεία: όλοι καταναλωτές. Ο κομμουνισμός τον μιμήθηκε. Απ’ την άλλη, ο Μαρξ πήγε πιο επιστημονικά με τη γραμμική λογική μιας ακολουθίας 8-4-2-1 (όπου 1 = κομμουνιστική κοινωνία των ίσων μηδενικών εισοδημάτων) -εκεί που δείχνει ούτως η άλλως να πηγαίνει και ο αστικός καπιταλισμός (1 = καταναλωτική κοινωνία των ίσων μηδενικών εισοδημάτων. Όχι γιατί ο κόσμος δεν θα έχει λεφτά, αλλά γιατί δεν θα προλαβαίνει να έχει λόγω απλοποίησης των διαδικασιών πληρωμής και του τεμαχισμού της πληρωμής σε μικρότερα χρονικα στάδια, πληρωμή ανα ώρα κατανάλωση ανα ώρα). Όμως, πάντα το «ένα» έχει τη γοητεία της αρχής άρα και ενός προϋπάρχοντος τέλους. Ίσως, με τα Μαθηματικά της εποχής του ο Μαρξ να μην ήταν δυνατόν να συλλάβει την μορφοκλασματική μετάπτωση πάνω στην ίδια εξίσωση/εξέλιξη όπου η ακέραια λογική 8-4-2-1 μεταπίπτει στη δεκαδική λογική του 0,8-0,4-0,2-0,1 και μετά του 0,08-0,04-0,02-0,01 και ούτω καθεξής. (Εδώ παρατηρεί κανείς πως με απλή απαλοιφή των μηδενικών ξαναπάμε στην πρώιμη λογική και η Ιστορία δείχνει τότε να «κάνει κύκλους» λόγω απλοποίησης των μεγεθών οπουδήποτε μετράνε οι αναλογίες στις σχέσεις των ανθρώπων. Βέβαια, σε μια τέτοια απαλοιφή, η κοινωνία έχει ήδη μάθει/εξασκηθεί να μετρά δεκαδικά κι ας επανερχόμαστε σε απλούστερα μέτρα. Αυτή η εξασκημένη αντίληψη, ενσωματωμένη στο μικροεπίπεδο της καθημερινότητας (π.χ. οι επιστημονικές πρωτοπορίες του Μεσαίωνα διδάσκονται σήμερα στα Γυμνάσια), προσδίδει και την αίσθηση στον άνθρωπο της γραμμικής ιστορικής εξέλιξής του: έχουμε εξελιχτεί και δεν είμαστε όπως παλιά, λόγω της εξάσκησης/τεχνολογίας. Επιπρόσθετα, αυτό είναι που διαφοροποιεί τη δική μας κοινωνική μετά-βαση σε σχέση με μια άλλη παρόμοια από το παρελθόν π.χ. 4ος αι. μΧ. Η Ιστορία τελικά δεν επαναλαμβάνεται κι ας λειτουργεί με την ίδια λογική).

Κάποιοι μίλησαν για τέλος της Ιστορίας. Όμως, η επικράτηση μιας τάξης/ενός μεσαίου εισοδήματος/μιας ιδεολογίας δεν απαγορεύει τον επανασχηματισμό παρόμοιων δομών μέσα σ’ αυτήν την τάξη κατά το πρότυπο της μορφοκλασματικής μετάπτωσης από ένα ακέραιο σε ένα δεκαδικό σύστημα αντίληψης και κοινωνικής οργάνωσης. Πιστεύω πως αυτό είναι που συμβαίνει σήμερα. Η αντίληψη του Μαρξ δικαιώνεται αλλά ασφαλώς τότε μετρούσαν αλλιώς και δεν φαντάζονταν τα fractals. Δεν είμαστε επομένως στο τέλος της Ιστορίας. (Ακόμα). Απλά, λειτουργούμε ως πολιτικόοικονομικό σύστημα ασύγχρονα με μια κοινωνία που λόγω της τεχνολογίας και μόνο εξελίσεται σε άλλη κλίμακα, ούτε καν δεκαδική -άρρητη, σίγουρα πλέον χαοτική και σε ν-διαστάσεις.

Το θέμα είναι, όμως, πως η κατάρρευση της κλίμακας δεν συμβαίνει μόνο λόγω καλύτερης μέτρησης από το 0 στο 1 (τεχνολογία) αλλά και ταχύτερης που απλά τα φέρνει απίστευτα κοντά. Τόσο ταχύτερης που πλέον το 1 μοιάζει να προηγείται του 0, αντικαθιστώντας την παλιά ντετερμινιστική αντίληψη αιτίου-αιτιατού με το ντετερμινιστικό χάος. Έτσι, η εκ των προτέρων γνώση του αποτελέσματος της πολιτικής πράξης φθείρει την ίδια την πολιτική βούληση είτε γιατί την κάνει άτολμη αν το αποτέλεσμα δεν είναι ελεγχόμενο βραχυπρόθεσμα (αυτό είναι πλέον το «μέτρο βήματος»), είτε υπερβολικά τολμηρή αν το αποτέλεσμα είναι απόλυτα ελεγχόμενο. Πχ εύκολα κανείς εισβάλλει στο Ιράκ, αλλά δύσκολα εξαφανίζει την ανεργία γιατί και στις δύο περιπτώσεις, λόγω μικρού «μέτρου βήματος» η πρόβλεψη είναι βραχυπρόθεσμα απόλυτα ελεγχόμενη (μακροπρόθεσμα όμως χαοτική).

Η θεωρητικολογική προσαρμογή ενός πολιτικοοικονομικού συστήματος σε έναν χαοτικό κόσμο μπορεί να παρερμηνευθεί και ως απάντηση να προβληθεί η λαϊκίστικη αντίληψη του χάους, η αναρχία. Αυτό δηλαδή που συμβαίνει στην ουσία σήμερα με τις ανεξέλεγκτες παγκόσμιες αγορές ή τον ασυγκράτητο καταναλωτισμό. Όμως, το χάος είναι οργανωμένο και απομένει εμείς να βρούμε την εξίσωσή του. Η γραμμικότητα είναι ξεπερασμένη, η αναρχία όμως είναι καταστροφική. Γιατί, καταργεί τον μη ανιχνεύσιμο αλλά υπαρκτό ντετερμινισμό του χάους -την συμμετρία που αναγνωρίζουμε σε ένα σύνολο Mandelbrot- οδηγεί εντροπικά στην κατάρρευση της κοινωνίας, σαν ατμός που δεν διοχετεύεται πουθενά. Το εντυπωσιακό σύνολο θα μοιάζει πλέον με μουντζούρα και τότε δεν μιλάμε για τέλος της Ιστορίας αλλά για την αρχή των αρχών της.

Η ΑΝΑΡΧΙΑ

Η μορφοκλασματική μετάπτωση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έμφυτη στον άνθρωπο αντίληψη της διαφοράς και της ανισότητας. Αν όλοι μετράμε σε χιλιοστά (=κατέχουμε καλύτερη τεχνολογία) τότε το 0,001 είναι πολύ λιγότερο από το 0,009 που πριν μας φαινόταν ως διαφορά ανύπαρκτη -όταν μετρούσαμε σε μονάδες. Στο ιδεατό παράδειγμα μιας κοινωνίας με κατώτερο-ανώτερο μισθό 1500-1700 ευρώ μηνιαίως πάλι θα δημιουργούνταν τάξεις ως διαμερίσεις της προκύπτουσας διαφοράς 200 –όπως ακριβώς επαναλαμβάνεται η δομή στα fractals. (Βέβαια, απαιτείται η κοινωνία αυτή νa είναι αστική, πυκνή, χαοτική)

Ενώ, όμως, μια μορφοκλασματική συνάρτηση είναι δεδομένη στο χαρτί, η κοινωνία είναι δεδομένη ως προϊόν εξελικτικής διαδικασίας. Υπάρχει όπως υπάρχει το ηλεκτρικό πεδίο. Δημιουργείται απ΄ το υπόθεμα. Εδώ απ’ τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Τροφοδοτείται από ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο πεδίο ορισμού μιας συνάρτησης που μοιάζει ο τύπος της να εξαρτάται από τις τιμές που παίρνει. Άρα, μιλάμε για μηχανισμό στο βαθμό που μια μηχανή λειτουργεί/ενοποιεί αίτιο-αιτιατό, στο βαθμό που μια κοινωνία επιδιώκει την εξέλιξή της. Είδαμε ότι αυτή η εξέλιξη είναι επιβαλλόμενη από την τεχνολογική καινοτομία. Αν, ομως, η κοινωνία δεν επιδιώκει την εξέλιξή της; Αυτό έκανε ο Ρέηγκαν, αυτό κάνει ο Μπους. Αυτό κάνει η μουσική βιομηχανία με το ίντερνετ, όπου βάζει περιορισμούς στη χρήση του. Αλλά, κι αυτό κάνει, με άλλη αφετηρία, η κινητή τηλεφωνία με τα κινητά τρίτης γενιάς. Γιατί, κάτι μπορεί να μη γίνει/να απαγορευτεί, αλλά μπορεί και να γίνει έτσι και να μοιάζει ότι δεν μην υπήρξε ποτέ/να καεί.

Ο α-συγχρονισμός με το ντετερμινιστικό χάος ως κίνδυνος για την νέα προοδευτικότητα έχει δύο όψεις: την επιβράδυνση που επιδιώκει ο ακραίος συντηρητισμός, αλλά και την ασύγχρονη επιτάχυνση ενός στείρου ριζοσπαστισμού -αυτό που ορίστηκε κι ως αναρχία πιο πριν. Το παράδειγμα των κινητών τρίτης γενιάς είναι δείγμα του πως μια νέα τεχνολογία μπορεί να μην «κινήσει» την Ιστορία, να την αφήσει αδιάφορη. Η ανάγκη για μεγιστοποίηση του κέρδους οδηγεί σε νέα προϊόντα πριν προλάβουν να «καταναλωθούν» τα προηγούμενα. Τα παλαιά προϊόντα αποσύρονται όχι γιατί δεν ικανοποιούν τις τρέχουσες ανάγκες, αλλά τεχνητά, μέσω της δημιουργίας περισσότερων αναγκών που θα καλύψουν τα νέα, δηλαδή μέσω τεχνητής ζήτησης. Αυτή, όμως, είναι μια ζήτηση που δεν έχει προλάβει να καταγραφεί στο μικροεπίπεδο της καθημερινής αντίληψης. Δεν μπορούμε να φανταστούμε κοινωνίες χωρίς κουτάλια. Εύκολα τις φανταζόμαστε χωρίς 3G κινητά. Αν, όμως, αυτή η τεχνολογία ήταν να οδηγήσει αργότερα σε μια πραγματική καινοτομία τώρα καίγεται γιατί καταγράφεται ως αποτυχημένο προϊόν ενώ απλά ήταν πρόωρο. Ούτως ή άλλως, θα είχε ημερομηνία λήξης. Όμως, η ασύγχρονη με την χαοτική κατανάλωση επιτάχυνση της παραγωγής του το οδηγεί γρηγορότερα στο τέλος σαν σε βρόχο θετικής ανάδρασης. Με απλά λόγια, τι κι αν ήξεραν για τον ατμό οι Πτολεμαίοι; Τι κι αν είχαν πυρίτιδα και πυξίδα οι Κινέζοι; Κανείς τους δεν ξεκίνησε τη βιομηχανική επανάσταση. Μοιάζει, έτσι, η κατανάλωση σαν κίνηση φωτονίων γύρω από μια μαύρη τρύπα που είναι η τεχνολογία. Πρέπει διαρκώς να κινείσαι στον ορίζοντά της. Πιο μέσα καταρρέεις. Πιο έξω δεν την έχεις πάντα. Αλλά και στον ορίζοντα αν κινείσαι, θα βλέπεις την πλάτη σου. Το 1 θα προηγείται του 0: μεταμοντερνισμός. Σημάδι πως πρέπει να μεταβείς; Αν η πορεία σου ήταν γραμμική, η μόνη επιλογή που μένει είναι προς τα μέσα. Εκτός κι αν συνηθίσεις να βλέπεις την πλάτη σου. Ή εκτός κι αν δεν βρεθείς ποτέ στον ορίζοντα αυτόν.

ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΣΤΗ «ΚΟΙΝΩΝΙΑ 1»;

Θεώρησα πως λείπει το διακριτό εκείνο στοιχείο που να νοηματοδοτεί και να οριοθετεί στη συνείδησή μας τη κοινωνία «μετά». Το τεχνολογική σύλληψη του στοιχείου αυτού φαίνεται να είναι οι νέες τεχνολογίες, αλλά η πολιτικοοικονομική μορφή του φαίνεται να μην ακολουθεί την εξέλιξη και να εγκλωβίζεται σε παλιές τακτικές υπαγορευμένες από τις ιδεολογίες της νεωτερικότητας σε επίπεδο ελίτ ή από μια γενικευμένη συντηρητική στροφή σε επίπεδο λαϊκών μαζών. Όμως, αν η προοδευτικότητα επικρατήσει τότε μπορούμε να δεχτούμε ότι η φορά θα είναι προς την «κοινωνία 1» του Μαρξ. Μιλάμε χαρακτηριστικά για εισόδημα. Αυτό είναι που κινεί την κοινωνική ιστορία.

Η «κοινωνία 1» του Μαρξ δεν μπορεί παρά να είναι η κοινωνία των μηδενικών διαφορών στο εισόδημα. Ακόμα κι αν υπήρχε ένας μοναδικός μισθός, η χρονική διαφοροποίηση στην απόδοσή του θα δημιουργούσε στιγμιαίες άρα υπαρκτές αντιθέσεις. Στις κομμουνιστικές κοινωνίες εφαρμόστηκε η ισότητα δια των ίσων μηδενικών. Μπορούμε να πούμε πως αυτή είναι και η λογική και εν δυνάμει εξέλιξη του αστικού καπιταλισμού. (Το «αστικός» ως όρος είναι απαραίτητος σ’ αυτήν τη διαδικασία). Όμως, εδώ τα ίσα μηδενικά θα είναι προϊόν συμψηφισμού μεγάλων εισοδημάτων με εξίσου μεγάλη κατανάλωση, που και τα δύο θα ορίζονται σε στιγμιαίες διαμερίσεις του χρόνου που εξαφανίζουν τεχνητά την ανισότητα: στιγμιαία όλοι είναι ίσοι γιατί κανείς δεν έχει τίποτα. Πράγματι, η τάση είναι η πληρωμή των αποδοχών να γίνεται σε ολοένα μικρότερα διαστήματα τείνοντας προς το ημερομίσθιο. Η τάση είναι το προϊόν να πληρώνεται σε δόσεις που παίρνουν τη μορφή μακρόχρονης ενοικίασης. Η τάση είναι οι τιμές των προϊόντων να βγαίνουν online στις βιτρίνες όπως οι δείκτες των μετοχών και να κινούνται ανάλογα με τη ζήτηση. Η τάση είναι η συγχώνευση της μικρής επιχείρησης. Η τάση είναι η ιδιοκτησία να καταργείται μέσω της αυξανόμενης κατανάλωσης και μετακίνησης και τότε σε ιδεατό επίπεδο ο Μάρξ πάλι δικαιώνεται, αλλά εκ των πραγμάτων το ιδεατό (όπως και στην περίπτωση του Νεύτωνα) δεν προβλέπει απώλειες λόγω τριβής. Αν κάποιος συσσωρεύσει πλούτο, σε βάρος της αγοράς (όπως χάνεται ενέργεια ως θερμότητα λόγω τριβής), τότε η ιδέα της «Κοινωνίας 1» ή του τέλους της Ιστορίας καταρρέει. Έχετε δίκιο. «Oι αντιθέσεις αυτές δεν θα λυθούν ποτέ οριστικά και τελεσίδικα, όπως οραματίζονταν οι σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες ουτοπίες». Ο πειρασμός της συσσώρευσης πλούτου δεν είναι πειρασμός, είναι πραγματικότητα, κυρίως απ’ τους φιλελεύθερους που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το αντίθετο. Μπορούμε ακριβώς, όμως, όπως στη Μηχανική του Νεύτωνα να χρησιμοποιήσουμε τη Μηχανική του Μαρξ για να κατανοήσουμε τις μικροκλίμακες σε μια νέα κβαντική αντίληψη της κοινωνικής οργάνωσης. («Αν σε ένα σώμα που κινείται η συνισταμένη είναι 0, τότε έχουμε κίνηση ευθύγραμμη και ομαλή». Αυτό δεν μας εμπόδισε να μιλάμε διαδοχικά για Σχετικότητα, Απροσδιοριστία και Χάος. Αντίθετα, αν δεν υπήρχε σαν τομή στη σκέψη ακόμα θα μιλάγαμε με τους όρους του Αριστοτέλη).

Σε ευθεία αναλογία, η συσσώρευση/χάσιμο-ενέργειας-λόγω-τριβής ως παρενέργεια της κοινωνικής κίνησης εμφανίζεται και στην παγκοσμιοποιημένη οικονομική πραγματικότητα. Συσσώρευση. Πώς; Ο απλός τρόπος είναι με τους δασμούς. Οι ΗΠΑ επιβάλλουν ελεύθερη αγορά στους άλλους αλλά αυτές προστατεύουν τα δικά τους προϊόντα. Η επιλεκτική παγκοσμιοποίηση είναι τρόπος να μην χάνεις εσύ. Ο εξελιγμένος τρόπος είναι δια του περιορισμού της μετακίνησης ανθρώπων –ο τρόπος να μην κερδίζει ο άλλος. Η παγκοσμιοποιημένη διακίνηση κεφαλαίου, αλλά όχι η παγκοσμιοποιημένη διακίνηση πληθυσμών οδηγεί κι αυτή στη συσσώρευση, αφού η υπεραξία της εργασίας ενός εργάτη στο Πακιστάν δεν καταναλώνεται από τον ίδιο στις ΗΠΑ όπου και δημιουργείται αυτή η υπεραξία, αλλά από τους πολίτες των ΗΠΑ –κι ούτε καν αυτούς ως ολότητα. Το υπόλοιπο κέρδος συσσωρεύεται ως κεφάλαιο εκτός αγοράς. Η τάση, βέβαια, είναι να ταξιδεύουμε και τα σύνορα να πέφτουν. Η τάση είναι οι τράπεζες να μην δίνουν επιτόκια ψηλα και να μην ευνοούν την αποταμίευση. Η τάση είναι να μπαίνουν όλα στο χρηματιστήριο. Η τάση! Η φορά και διεύθυνση μιας εξελικτικής διαδικασίας προς την «κοινωνία 1» (που όμως δεν είναι νομοτελειακή αν το πεδίο ορισμού αποφασίσει να μην υπάρχει!) Μπορούμε άραγε να προβλέψουμε μια τέτοια αποϋλοποίηση των οικονομικών σχέσεων που να οδηγεί ντε φάκτο στην κατάργηση των ανισοτήτων που επιβάλλει η ιδιοκτησία και άρα σε ένα πραγματικό τέλος της Ιστορίας προ του Παραδείσου; Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τον Goedel και τη μη πληρότητα, καθώς και τον 2ο Θερμοδυναμικό. Κανένα σύστημα δεν μπορεί να αποδειχτεί, ενώ κι αν ακόμα γινόμασταν Άγιοι, υπάρχουν οι αστάθμητοι παράγοντες των φυσικών καταστροφών που μπορούν να εκτροχιάσουν την παγκόσμια κοινωνία από μια τέτοια πορεία προς το τέλος της Ιστορίας.

Ασφαλώς, γίνεται κατανοητό ότι μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να προχωρήσει κανείς έτσι. Δεδομένων, όμως, των ανισοτήτων μεταξύ των εθνών αλλά και εσωτερικά στις κοινωνίες ως διακριτά σύνολα καταλαβαίνουμε ότι αργεί πάρα πολύ η «κοινωνία 1». Για να την πετύχουμε χρειαζόμαστε τρομερή τεχνολογία για την παγκόσμια διασύνδεσή μας και τρομερή κατανάλωση που να αναιρεί την ατομική αίσθηση της ιδιοκτησίας. Και, φυσικά, τρομερή αστικοποίηση. Κυριολεκτικά, ο ένας πάνω στον άλλον, σε μια απέλπιδα προσπάθεια κατάργησης του χωροχρόνου που δημιουργεί από μόνη της η ανθρώπινη φυσική παρουσία με το πεπερασμένο μέγεθος του 1,70μ. και των 100 χτύπων καρδιάς το δευτερόλεπτο.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΕΣ

Οι παραπάνω σκέψεις, ασφαλώς, διεκδικούν τον ενθουσιασμό του νεανικού πειραματισμού αλλά και την ωριμότητα ενός αντίστοιχου προβληματισμού. Κατά τα λεγόμενα παλιού φίλου, έχουμε τόση ενέργεια μέσα μας ως νέοι και τόση λίγη καθοδήγηση που πραγματικά η απειροελάχιστη ευκαιρία έκφρασης είναι σαν σπίθα σε χώρο με βουτάνιο. Η έκρηξη αναπόφευκτη. Εξέθεσα αυτές τις απόψεις ως μια αρχική φιλοσοφική σύλληψη γύρω από την κοινωνική εξέλιξη με χρήση απλών μαθηματικών μοντέλων που πιστεύω μπορούν να προτείνουν σωστές ερμηνείες και, γιατί όχι, καλύτερες πολιτικές.

Στο θέμα της περιφερειακής ανάπτυξης, με την «μορφοκλασματική μετάπτωση» μπορεί να σχεδιαστεί η χρηματοδότηση περιφερειών της ΕΕ πέραν της λογικής των εθνικών συνόρων. Επί παραδείγματι, διαχρονικά, ο χώρος της Μακεδονίας ήταν οικονομικά ενιαίος. Όσο να ‘ναι, τα εθνικά σύνορα είναι μια γραμμική απεικόνιση που εξυπηρετεί έναν ιστορικό συμβιβασμό σε μια στρατιωτική, κυρίως, διαδικασία. Το κοινωνικό σώμα όμως προσδιορίζεται εν τέλει από ένα ντετερμινιστικό χάος που περιλαμβάνει, εκτός από στρατιωτική ισχύ, και τη γεωγραφία, και τη γλώσσα και τις μεταβολές αυτών στο χρόνο. Σε μια Νευτώνεια γεωπολιτική το σύνορο δεν επηρεάζει και γι’ αυτό ίσως να μην μας προβλημάτιζε. Σε μια Χαοτική όμως γεωπολιτική, το σύνορο καθίσταται μέρος του προβλήματος. Η τεχνητή άρση των συνόρων με τη μορφή χρηματοδότησης σε κοινές επιχειρήσεις ένθεν αυτών ή δημιουργίας ενιαίων αγορών στη Φλώρινα και στη FYROM ως όρου ένταξης της τελευταίας στην ΕΕ θα μπορούσε να δώσει πνοή στις παρακμάζουσες οικονομίες των περιοχών κι απ’ τις δυο πλευρές των συνόρων. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να γίνει με την Ήπειρο και την Β.Ήπειρο. Ή με τη Βουλγαρία στη Θράκη και άλλες τέτοιες περιφέρειες ιδίως στα σύνορα με τις πρώην ανατολικές χώρες.

Ελεγχόμενη εκτόνωση: αντί να απαγορεύσουν στους Πολωνούς να πάνε στο κέντρο της Γερμανίας δηλαδή τις ήδη βεβαρημένες πόλεις, μπορούν να τους δώσουν ευκαιρίες εργασίας στα σύνορα, όπου δεν απαιτείται μόνιμη εγκατάσταση με κάποιο θεσμικό πλαίσιο «συνοριακών επιχειρήσεων».

Ανάλογα, μπορούν να διαχειρίζονται από την αυτοδιοίκηση απευθείας οι διάφορες χρηματοδοτήσεις με κλιμακωτή ρύθμιση. Κονδύλια ενός ορισμένου ύψους απευθείας από τις Βρυξέλλες στην περιφέρεια χωρίς τη μεσολάβηση (= τριβή, θερμική απώλεια) του κράτους.

Το κοινωνικό χάσμα δεν δημιουργείται μόνο από τις διαφορές εισοδήματος αλλά και από την δυνατότητα πρόσβασης στην πληροφορία. Αυτή πια λειτουργεί ως «εν δυνάμει» διαφορά εισοδήματος που περιμένει να ενεργοποιηθεί σύντομα μιας και το «μέτρο βήματος» που οδηγεί σ’ αυτήν είναι μικρότατο Το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου ήταν στην ουσία το σοκ της συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο γρήγορο πλουτισμό ανθρώπων που σε άλλες ιστορικές περιόδους θα ήταν αδύνατο να εξελιχτούν έτσι –νέοι, τριαντάρηδες, με εξειδικευμένες γνώσεις, όχι αριστοκράτες ή κλασικοί έμποροι ή σεβάσμιοι ελίτ, αλλά πληροφορημένοι, εξειδικευμένοι και γρήγοροι.

Το κοινωνικό χάσμα είναι ετερογενές. Μια απλή διαβάθμιση τριών τάξεων είναι απελπιστικά γραμμική. Οι τάξεις υπάρχουν αλλά η εξίσωση που τις προσδιορίζει είναι fractal. Π.χ. Στην Αγγλία οι μεσαίες τάξεις νοικιάζουν επιπλωμένα σπίτια αφού η μετακίνηση μιρκοαστικών πληθυσμών είναι διαδικασία ρουτίνας. Η αίσθηση της ιδιοκτησίας υποχωρεί όταν επικρατεί η αίσθηση της αναζήτησης του χρήματος. Μόνο οι μεσαίες τάξεις όμως. Η κινητικότητα επομένως των εργαζομένων είναι ένα ζητούμενο. Άρα, απαιτείται αυτοδιοίκηση όχι στη βάση γεωγραφικών χαρακτηριστικών. Τι νόημα έχει ένα δήμος Φιλοθέης ως «κηπούπολης» 30.000 ελίτ στην καρδιά της Αττικής των 4.000.000 δίπλα σε μια χαοτική Κυψέλη 200.000; Η Αθηναϊκή Δημοκρατία χώρισε τους δήμους με κοινωνικοοικονομικά κριτήρια ισότητας χωρίς να καταργεί τη γεωγραφική βάση. (Δεν είναι τυχαίο βέβαια πως τα μαθηματικά τους ήταν μαθηματικά της αναλογίας και όχι της αριθμητικής). Οι Δήμοι θα έπρεπε λοιπόν να ορίζονται με βάση τον πληθυσμό και την ετερότητα.

Τάξεις πάντα θα υπάρχουν όσο τα εισοδήματα διαφέρουν και δη δραματικά. Οι θιασώτες του καπιταλισμού θα ισχυρίζονταν σε κάθε περίπτωση ότι το παγκόσμιο εισόδημα συγκλίνει. Άρα οι τάξεις χάνουν τα διακριτικά τους. Σε φάσεις ανάπτυξης οφείλουν να τα χάνουν. Όμως, δεν προσμετρά μια τέτοια προσέγγιση έναν αόρατο παράγοντα. Είναι ο πληθυσμός. Η συμπύκνωση των πληθυσμών δημιουργεί πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις που η Νευτώνεια αντίληψη της πραγματικότητας αδυνατεί να συλλάβει στην ολότητά της. Και η ολότητα σε μια οικονομική θεωρία που δεν παίζει με τα επιτόκια της FED αλλά προωθεί τη «σύγκλιση προς τα πάνω» (δύο πράγματα ταυτόχρονα) είναι το τελικό ζητούμενο. Η συμπύκνωση αυτή όχι μόνο είναι ένα προχωρημένο στάδιο της αστικής εξέλιξης σε επίπεδο φυσικής παρουσίας, δηλαδή 15.000.000 άνθρωποι σε μια πόλη. Είναι και στο επίπεδο της επικοινωνίας και της αλληλεπίδρασης που συμβαίνει –κι αυτό είναι το διαφορετικό- σχεδόν ταυτόχρονα. Το σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης μιας χώρας, φερ’ ειπείν της Ελλαδας, που είναι φτιαγμένο για πληθυσμό 10.000.000 (και βγάλε), αναγκάζεται να λειτουργεί για πολύ περισσότερα, λαμβάνοντας υπόψιν την αλληλεπίδραση και μέσω αυτής την ουσιαστική συμμετοχή κι άλλων εξωτερικών πληθυσμών στα πεπραγμένα του πολιτικού της συστήματος. Ποιος μπορεί να μοντελοποιήσει μια πραγματικότητα που ενσωματώνει τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο στην πολιτική εξέλιξή της; Μήπως είναι η σειρά της Φυσικής να αναζητήσει στην μετα-κοινωνία της πυκνότητας, της ταχύτητας και της παγκοσμιοποίησης την νέα μεγάλη θεωρία των πάντων; Την εξίσωση της ευημερίας;

Ας κλείσει , λοιπόν, αυτή η περιπλάνηση με την εξής σκέψη περί εξισώσεων. Έχει επαναληφτεί πολλές φορές στην Ιστορία η μεγάλη εξίσωση να είναι προϊόν έμπνευσης του μεγάλου ενός. Επίσης, όμως, έχει προκύψει ότι κι άλλοι θεωρητικοί οδηγούνταν δουλεύοντας παράλληλα στην ίδια εξίσωση. Αυτό δείχνει ότι η πολιτική εξίσωση που αναζητείται σήμερα για να οργανώσει ένα κοινωνικό σώμα μπορεί να συνδιαμορφώνεται στις σκέψεις και αναζητήσεις πολλών και δη νέων της εποχής μας. Όπως, όμως, έχει δείξει η Ιστορία μια αναζήτηση χωρίς αναφορές μπορεί να εκπέσει σε μια θεολογία της ελπίδας, μια κοινωνική μηχανική κι όχι μια πολιτική φιλοσοφία έτοιμη και ώριμη να δώσει απαντήσεις ριζοσπαστικές, καινοτόμες και αποτελεσματικές. Ίσως, το Μετά να είναι η μάχη μεταξύ των δύο. Μια δική μας μάχη. Μια διαμορφούμενη δομή που ενώ αναπτύσσεται στη σκέψη μας ταυτόχρονα τη διαμορφώνει. Μια μάχη με την πραγματικότητα και τις πολλές απεικονίσεις της. Στο τέλος μένει πάντα Μια.