Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Requiem

1.
Τα μάτια καρφώνονται στο τίμιο ξύλο των προσκυνημένων
Εκπέμπει φωτιά και σπασμένο γυαλί η τιμωρία των Ρωμαίων
Οι ψάλτες της τάξης λένε τα λόγια τους φωναχτά με το δάχτυλο σαν λόγχη
Το σπίτι εξαγνίζεται σε θηλιές από άτοκες δόσεις κι εγώ;
Χαρουμενότερος καλυτερότερος
Συντονισμένος από χρόνια στο δελτίο των οκτώ
Πρετεντερίζει η συχνότητα πίσω απ’ τα μάτια μου
Νομίζω πως μου ξεπλένουν στο μυαλό τα χρήματά τους.

2.
Η Ιερουσαλήμ πήρε φωτιά να χτίσει δάκρυα
Πραιτοριανοί κατακλύζουν τις γωνιές που κάποτε χόρευε το γιασεμί
Είναι από καιρό το χώμα δηλητήριο και φυτρώνει την ασχήμια
Ο Κήπος της Εδέμ μια waste land από βωβό ατσάλι και μπετόν.
Καταδικάζετε τους βανδαλισμούς, Ρωμαίοι, για τη σωτηρία;
Με ένα απεταξάμην η βιτρίνα θα ξαναμπεί στη θέση της συνείδησης
Κλαίει ο Διάβολος στον παράδεισο με το Θεό παρέα που τους έκλεψαν τους ρόλους
Άνθρωπος και Μισάνθρωπος ανέλαβαν στη Γη την Κρίση εργολαβία.

3.
Ο σκυφτός εργάτης γείτων απορεί «τι γυρεύω εγώ στη φωτιά;»
Ξέφυγε από το σκοτάδι για να τον βρει ένα άλλο πιο ανθρώπινο
Γιοι και κόρες αγανακτούν για την κατάντια του πατέρα τους
Λόγχη η αδικία σημαδεύει αδιακρίτως στα πλευρά τους.
Ο Μισάνθρωπος χτυπά εκεί απ’ όπου ο Θεός έφτιαξε το θήλυ
Πώς να υπάρξει αρσενικός μετά από τέτοια ύβρη;
Ερμαφρόδιτη η σωτηρία σαν τον εργολάβο της μας πνίγει
Ο Άνθρωπος ανήμπορος καταφεύγει στις μαρτυρίες των γραπτών του.

4.
Θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο
Θέλαμε να ελευθερώσουμε τις συνειδήσεις
Χάσαμε το μέτρο στις ειδήσεις
Σκάει η ενοχή στα κεφάλια μας σαν πέτρα απ’ το δρόμο.
Απότομος ο συναγερμός στον εύθραυστο κόσμο των υβριστών
Κάποιοι ραδιοκέφαλοι μικροί ξεφύγαν απ’ το τηλεκοντρόλ
Σηκώνονται τα στερεότυπα να αναχαιτίσουν την παραβίαση του θεάματος
Ο στόχος κλειδώθηκε είμαστε πάλι ασφαλείς στα νερά μας.

5.
Όλοι χαρουμενότεροι όλοι καλυτερότεροι
Θέλαμε να ταξιδέψουμε τις θάλασσες θέλαμε να πατήσουμε στη σελήνη
Τα συμπλέγματα των δυνατών σφαγιάσαν τους μακάριους των νησιών
Σημαίες ανέμισαν εκεί που δικαίωμα έχουν όλα τα μάτια της γης εξίσου.
Πρωθιερέα δεν με ξεγελάς μυρίζει θάνατο η πόλη
Θα μου δώσει κανείς μια εξήγηση για το αίμα στο νερό;
Νόμιζα πως η θεία κοινωνία ήταν το τελευταίο άδικο της Ιστορίας αίμα
Πάρε δέκα ευρώ να πιεις έναν καφέ αλλού και μην κάνεις ερωτήσεις.

6.
Τι είναι εκεί πίσω που δεν βλέπω Κύριε;
Λουλουδιασμένος μαντρότοιχος με κυπαρίσσια και γλυκιά υγρασία
Κηλίδες στάλες πορφυρές τρέχουν απ’ την τριανταφυλλιά που αναρριχιέται
Πίσω εκτελούν τους νέους με σφαίρες από απεμπλουτισμένη ουράνια αμνησία.
Δέκα στη σειρά κι άλλοι δέκα ακολουθούν
Οι ιερείς της εξέτασης εξομολογούν τους μίσχους που δεν θα καρπίσουν
«Μάνα, συγγνώμη που θα σε κάνω να κλάψεις πριν ανθίσω»
Κροταλίζουν τα αυτόματα ξεπουπουλιάζοντας αμέτρητα φτερά στα πεζοδρόμια.

7.
Confutatis maledictis [Όταν καταραστούν οι αμαρτωλοί]
Όταν η κατάρα φωλιάσει στο πάτημα της σκανδάλης
Flammis acribus addictis [Καταδικασμένοι στις φλόγες αμέτρητου αναθέματος]
Στέλνοντας φωτιά που τα πλευρά σας τώρα ξεψαχνίζει
Requiem aeternam dona eis Domine [Χάρισέ τους αιώνια ειρήνη Κύριε]
Ξεκουραστείτε απορημένα μου παιδιά
Dies irae dies illa [Μέρα οργής και επικείμενου ολέθρου]
Μέρα σκοτεινή θα γυρέψει το δίκιο σας στη φωτιά.

8.
Παύσατε πυρ! «Απεταξάμην» λεν οι επόμενοι δέκα κι οι μεθεπόμενοι μαζί.
Τους φορούν τη μάσκα του εκτελεστή και τους ξαμολούν
Σκυλιά του πολέμου φρεσκολεπιδωμένα συντονίζονται
Το σπαθί των γενίτσαρων σφάζει πιο εύκολα τα αδέρφια της ίδιας μάνας.
Ο Θεός εξομολογείται στον Διάβολο πως δεν ήταν αυτό το θέλημά Του
«Και τότε πως εγώ θα δικαιολογήσω την Κόλαση;» Του απαντά
Πήγε η ώρα μεσάνυχτα κι οι δυο τους τα πίνουν με τη θεία κοινωνία που ξέμεινε
Οι εκκλησίες του δήμου έχουν σαπίσει απ’ το πολύ το πότισμα.

9.
Χάνω το βηματισμό μου εφτά μερόνυχτα πάνω σε πέτρες ορφανές
Ξεθεωμένο βλέπω τον εργάτη να τις μαζεύει στο χαλάζι
Η ματιά καρφωμένη στον σταυρό αντικρίζει αλήθειες που δεν ήξερε
Μόνο η γέννα μπορεί την ύβρη να νικήσει.
Σταυροκοπιέται θηλυκά η μάνα πριν βυζάξει
Είδε κακό όνειρο πως της ‘παίρναν το μικρό της γιο από τη φάτνη
Μυρίζει κρινολούλουδα και προσεύχεται για όλα τα παιδιά
Η μάνα το νόημα του κόσμου κι ας βρέχει.

10.
Είναι τώρα μέρες που δεν σταματά να δακρύζει ο ουρανός
Ο Άνθρωπος είναι θυμωμένος φωνάζουν οι ιερείς
Θυσία ζητούν οι φανατικοί να πάρουν μπρος οι μηχανές
Κάνοντας τα φτερά δεκάευρα αυξάνουν το έλλειμμα των συνειδήσεων υπέρ τους.
Οι εργάτες δεν τολμούν να κοιτάξουν πίσω απ’ τον τοίχο
Τα τριαντάφυλλα τούς μιλούν αλλά δεν έχουν πια κουράγιο να μυρίσουν
Μόνο η μάνα ψάχνει τον μεγαλύτερό της
«Τον είδες, εσύ;» Όχι, Παναγία μου.

11.
Τα χαρουμενότερα πρόσωπά τους με τρομάζουν καθώς η μάνα χάνεται ανάμεσά τους
Ανάβω ένα κερί μα έχουν κόψει την απευθείας σύνδεση με τον παράδεισο
Την αλήθεια θα στην πει ο γκριζομάλλης κύριος με τα γραβατωμένα ράσα
Τραγκόφαλτσοι τραγόφατσοι οι ντεμέκ απόγονοι του Μελωδού ουρλιάζουν.
Που να κρυφτώ; Που να κρυφτώ; Που να κρυφτώ;
Δεν έχει στασίδι για ‘μένα ο ναός της ολιγαρχίας
Δεν έχει εικόνα να φιλήσω δεν έχει ήχους και μυρωδιές
Όλα στα πόδια μου και τίποτα να κρατήσω τη ψυχή μου ζεστή στις τριανταφυλλιές.

12.
Τα σκυλιά του πολέμου μαντρώνουν στο βάθος άλλους δέκα. Πυρ!
Το κερί μου τρεμοσβήνει στην καρδιά της μάνας που καταλαβαίνει
Το αίμα στη φάτνη ξεγελά τους γενίτσαρους του Ηρώδη
Το καράβι φυγαδεύει το μωρό της στους Αιγυπτίους.
Θα ξανάρθει ωραίος σαν Έλληνας με τον δωδεκάλογο του γύφτου σαν χειροβομβίδα
Θα Τον δω να μαστιγώνει τους τηλεναούς των υβριστών πατρίδα
Θα Τον μακαρίσω για τη φωτιά που θα ανάψει στα κιτάπια τους
Θα Τον αρνηθώ και θα τα ξαναχτίσω απ’ την αρχή πάνω σε μια πέτρα.

13.
Αλλά δεν έχουν νόημα τα ευαγγέλια τα ίδια των ιδίων
Τόσες δυναστείες Αιγυπτίων και ‘μείναν μόνο οι τάφοι τους σωρός από πέτρες
Χαρουμενότερος καλυτερότερος ξανά Ρωμαίος Άνθρωπος και Μισάνθρωπος μαζί
Σαν πόσους Πέτρους και Αυγουστιναίους θέλει για εξιλέωση ο καταραμένος;
Παίρνω ένα μαχαίρι και κόβω τα καλώδια που με ευνουχίζουν
Χωρίς δεσμά οι υβριστές να με εκτελέσουν δεν μπορούν
Τα μάτια παραμένουν καρφωμένα στον άδειο σταυρό και πια θυμούνται
Τα ικριώματα είναι που ‘φέραν τους βανδάλους της εξετουσίας.
Kyrie eleison. Christe eleison. Kyrie eleison.


13 Δεκεμβρίου 2008

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Η Δημιουργία

Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.

Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.

Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.

Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.

Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.

Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.

Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό
για όλη του τη ζωή.


Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.

Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά
των Ανθρώπων.


Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται
προς τα πάνω

σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν
τις προσευχές.


Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.

Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές
σειρές.

Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.

Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο
με τα μούτρα κρυμμένα.

Η ζωή συνεχίζεται.

Ο Θεός αντικρίζει την καρδιά του.
Πως τα κατάφεραν οι Άνθρωποι και ζουν;
Θέλει την καρδιά του πίσω, μα τότε θα πάψει η Ιστορία.
Ο Θεός αγαπά, ο Θεός υπομένει.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.

Τον έφτιαξαν κι ύστερα προσπαθούν να Τον καταλάβουν μέσα απ’ το αίμα τους.
Τους έδωσε την καρδιά του για να αντέξει την αλήθεια τους.
Πως αν αυτοί πεθάνουν, φεύγει κι αυτός μαζί τους.
Η Ιστορία Τού ξέσκισε τα σωθικά, στεγνώνοντάς τον από συναίσθημα.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.
Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια:

Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.

Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό για όλη του τη ζωή.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά των Ανθρώπων.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται προς τα πάνω
σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν τις προσευχές.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές σειρές.
Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο με τα μούτρα κρυμμένα.
Η ζωή συνεχίζεται.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.

…Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια.


15 Νοε 2008