και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.
Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.
Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.
Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.
Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.
Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.
Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό
για όλη του τη ζωή.
Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.
Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά
των Ανθρώπων.
Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται
προς τα πάνω
σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν
τις προσευχές.
Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.
Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές
σειρές.
Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.
Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο
με τα μούτρα κρυμμένα.
Η ζωή συνεχίζεται.
Ο Θεός αντικρίζει την καρδιά του.
Πως τα κατάφεραν οι Άνθρωποι και ζουν;
Θέλει την καρδιά του πίσω, μα τότε θα πάψει η Ιστορία.
Ο Θεός αγαπά, ο Θεός υπομένει.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.
Τον έφτιαξαν κι ύστερα προσπαθούν να Τον καταλάβουν μέσα απ’ το αίμα τους.
Τους έδωσε την καρδιά του για να αντέξει την αλήθεια τους.
Πως αν αυτοί πεθάνουν, φεύγει κι αυτός μαζί τους.
Η Ιστορία Τού ξέσκισε τα σωθικά, στεγνώνοντάς τον από συναίσθημα.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.
Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια:
Η γυναίκα του Θεού ξερίζωσε την Καρδιά Του
και την τοποθέτησε στο κενό απέναντί του
και πάλλεται αυτή εκατομμύρια χρόνια τώρα μπροστά στα μάτια του
κι είναι η καρδιά η Γη των Ανθρώπων.
Ένα μικρό παιδί απλώνει το χέρι και σπάει το βάζο της μάνας
χιλιάδες γυαλιά χύνονται σε χαλί πλεγμένο από αγρότες
στα μάτια του παιδιού μια εικόνα απ’ τον ουρανό
λαμπυρίζει το πάθος και γεμίζει το δωμάτιο.
Η γυναίκα ξαπλώνει και τα πόδια της τρέμουν
ο δικός Της θεός μπαίνει βαθιά στο μυαλό και συγκλονίζει το σώμα της
δύο άνθρωποι σε ένα για χάρη των δύο.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη συνουσία.
Σιγά σιγά οι λάμπες έξω στους δρόμους σβήνουν
Περαστικά είναι μόνο τα όνειρα κι ο αέρας που στροβιλίζει στα δέντρα
Τα γέρικα μάτια Του κοιτάνε τον ουρανό
στριμωγμένος σε δυο χαρτόκουτα θυμάται τη νιότη του.
Απ’ το βάθος δυο φώτα πλημμυρίζουν με φως τη γωνία.
Έχει ανοιχτό το παράθυρο του ταξί αλλά εδώ δεν έχει πελάτες
Έχει μονάχα έναν φούρνο που ψήνει τον πρώτο άρτο και τραγούδια
απ’ το ράδιο.
Λίγες ώρες απόμειναν για τη βάρδια.
Οι πρώτες ψιχάλες μπαίνουν απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο.
Ο άντρας αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη γυναίκα του.
Έναν όροφο πάνω η μάνα κρατάει ακόμα το γράμμα με άδειο βλέμμα
Ο υιός του Θεού αργοπεθαίνει στην έρημο της Μεσοποταμίας.
Ήρθε από μακριά, Την είπαν Μαγδαληνή κι έχει ένα σημάδι
στο μέτωπο μα το κρύβει
τα φώτα την τύφλωσαν στη γωνία μα τώρα στέκεται ξανά στα πόδια της
Νύχτα για σπίτι, συλλογιέται, τρίβοντας τους ώμους της.
Βιάζεται να γυρίσει στο γιο της.
Πολλά ζευγάρια μάτια παιδικά ξαγρυπνημένα σηκώνονται ψηλά
Η αστραπή ξεσκίζει τον χάρτη της νύχτας σε εφήμερες έναστρες χώρες
Τόσο κρατάνε τα σύνορα των Ανθρώπων πάνω στη Γη.
Λαμπρές αναλαμπές στην Ιστορία προορισμένες να χαθούν.
Φιμωμένη η Ιστορία ανέχεται το βιαστή της μέχρι αυτός να τελειώσει.
Ποια είναι η Ιστορία;
Ένας κόσμος ξαποσταίνει μέχρι να ξαναβγεί στη μέρα.
Τα όνειρα της νύχτας δεν ήταν αρκετά φαίνεται.
Ανήμπορος ο Θεός, ή μήπως όχι;
Τι Είμαι;
Βράχια πέφτουν στη γη, κομμάτια απ’ το Σύμπαν
και παίρνουν φωτιά κι οι Άνθρωποι κάνουν ευχές.
Με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο στο άλλο
ο γιος της, ο γιος του Θεού, σπάει την πόρτα και μπαίνει.
Φωνές κοριτσιών κι ακαταλαβίστικες φράσεις γκρεμίζουν τα αστέρια
απ’ τη νύχτα
Τα αυτόματα ξερνούν φωτιά και όλα σωπαίνουν σε δευτερόλεπτα.
Η ζωή κυλάει κανονικά.
Η ξαναμμένη γυναίκα μαζεύει το σπασμένο βάζο σκουπίζοντας τα αστέρια
απ’ τον ουρανό της ανατολής.
Ο φλογερός εραστής της εξηγεί στο παιδί Του τις αξίες της ημέρας.
Ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις. Μην κάνεις κακό
στον πλησίον σου.
Φως αληθινό λούζει τη γωνιά του φούρνου.
εκεί που οι πουτάνες δίνουν τη θέση τους στους πεινασμένους της μέρας.
Πήρε το ένα κουτί και περπάτησε σε άλλες γειτονιές.
Και σήμερα κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα, τα γόνατά του πονούν.
Στάζει αίμα σε μπλε ωκεανούς αναπνέοντας μια φλοίδα απ’ το Σύμπαν
για να θυμίζει στο θεό την απώλεια της Δημιουργίας.
Ο Θεός κλαίει και δίνει την ευλογία του.
Η πρώτη βία, το πρώτο αίμα.
Χωρίς το Άγιο Πάθος ο κόσμος δεν θα ‘χε νόημα.
Το σπίτι μυρίζει έρωτα και ο χρόνος σταματά σε έναν λυγμό.
Θρύψαλα και δάκρυα παγωμένα κυλούν
κάπου σ’ αυτήν τη δυτική γειτονιά κάποιοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.
Αύριο βροχή, είπαν οι επιστήμονες.
Στον καθρέφτη ο δρόμος φεύγει με ορμή προς τα πίσω.
Η μάνα πάντα μένει πίσω. Και δεν ξέρει. Και δεν μπορεί.
Προσεύχεται στον Άντρα της και ζητάει συγχώρεση για τις αμαρτίες όλων.
Όλοι τον φωνάζουν μπάσταρδο.
Της αρκεί που το παιδί της είναι ευλογημένο απ’ τον ίδιο τον Θεό για όλη του τη ζωή.
Μες στη ζωή τα κατορθώματα των ανθρώπων, μα ποιος θυμάται τα σύνορα της Ρώμης;
Το βάζο σπάει, τα παντζούρια βροντούν με δύναμη και μια λήθινη κραυγή.
Η καρδιά ξεριζωμένη χτυπά δίνοντας ρυθμό στην αμαρτία.
Όλοι θέλουν να επιβιώσουν, ο κόσμος είναι τώρα δουλειά των Ανθρώπων.
Μόνο τα σκυλιά βλέπουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία να εκτοξεύεται προς τα πάνω
σαν πολλές, πολύχρωμες σερπαντίνες από όλα τα υλικά που φτιάχνουν τις προσευχές.
Όλοι νεκροί. Κλαίει ο Ευφράτης για τα παιδιά του.
Μα προπάντων η μάνα πίσω για τη ψυχή του δικού της.
Οι πιστοί του κόσμου προσεύχονται ταπεινά σε αμέτρητες γονατιστές σειρές.
Οι μάντεις έκάναν λάθος. Σήμερα έχει ήλιο. Πάντα έχει.
Στο άλλο κουτί ο μπάσταρδος σκύλος αγναντεύει το δρόμο με τα μούτρα κρυμμένα.
Η ζωή συνεχίζεται.
Ο Θεός ξέρει μα δεν μπορεί να τους σκοτώσει.
Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τους μιλάει, ενώ αυτός απλά κοιτάει.
Δεν μπορεί να πιστέψει, γιατί ξέρει τα πάντα.
…Κι απ’ όλες τις αλήθειες διαλέγει πάντα την ίδια.
15 Νοε 2008
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου