Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007

Η σκοπιά θέλει τον Γερμανό της


Θα φανταζόσασταν ποτέ Έλληνα χωρίς το κινητό του; Υπάρχει έστω κι ένας στον πλανήτη Ελλάδα που να μην έχει τραβήξει ή αποθηκεύσει κάθε λογής βιντεάκια στο κινητό του για διασκέδαση; Κι όμως, στην υποήπειρο με τους χακί ιθαγενείς, εκεί που οι ώρες μετράνε με σκοπιές και οι μέρες με αγγαρείες, τα κινητά με κάμερα απαγορεύονται. Τουλάχιστον για όσο παίρνει να ακουστεί το επόμενο κλικ…


Ως γνωστός τεχνολογικός πρωτοπόρος, ο ελληνικός στρατός επιτρέπει εντός του μόνο κινητά χωρίς κάμερα, τις γνωστές παντόφλες που όλοι αγαπήσαμε στις αρχές της δεκαετίας. Όπως, όμως, με πολλές απαγορεύσεις που αγνοούν την ψηφιακή πραγματικότητα, έτσι κι αυτή δεν θα μπορούσε παρά να αγνοηθεί de facto. Ο λόγος; Οι άνθρωποι κυνηγούν αιώνες τώρα την ευχαρίστηση και την αιωνιότητα. Άλλοτε με μαγγανείες και σταυρούς, άλλοτε με τέχνες και φιλοσοφία. Μόνο που σήμερα, όλοι μπορούν να την κατακτήσουν για τον εαυτό τους πατώντας απλά το πλήκτρο record ενός οποιουδήποτε κινητού. Απ’ τον φαντάρο που φωτογραφίζεται με φίλους στους θαλάμους, τον υπάξ που τραβά τις κανονιές του σε Νοεμβριάτικες ασκήσεις μέχρι τον φρεσκοξυρισμένο αστεράτο που συνωστίζεται με παλιούς συμμαθητές σε δεξιώσεις στο Πεντάγωνο, όλοι κάπου στην στολή κρύβουν ένα κινητό με κάμερα μαζί με τον καημό τους που θα βρίσκονται στο στρατό, άλλος για 12 μήνες, άλλος για 5 χρόνια κι άλλος για μια ολόκληρη ζωή, μαζί με τη λαχτάρα να περάσει ο καιρός όσο πιο εύκολα γίνεται. Αν τα κινητά ακόμα ζουν, τα κινητά με κάμερες ζουν και βασιλεύουν. Για να μας κάνουν πιο χαρούμενους σε καιρούς μοναξιάς. Ή έστω να το νομίζουμε.


Κάθεται στην σκοπιά του όλο και κάποιον περιμένοντας, αλλά δεν είναι ο Ράιαν. Έχει μαζί του όπλο-κράνος-εξάρτηση, πυρομαχικά, ενίοτε κι έναν ασύρματο μαζί με την ευχή του Άη Γιώργη. Επειδή όμως, όπως λέει ο θυμόσοφος λαός μας, κι ο άγιος φοβέρα θέλει, οι στρατευμένοι νέοι φροντίζουν να έχουν πάντα μαζί και το κινητό τους. Κανείς δεν θα μπορούσε να αποχωριστεί ό,τι τον ενώνει με τον γνωστό κόσμο της εποχής (γκόμενα, μαμά και κολλητούς), ενίοτε και με το υπερπέραν (αφεντικά, καθηγητές και σπιτονοικοκύρη). Πιο πέρα κι απ’ το υπερπέραν είναι εκεί που βρίσκεται κι ο στρατός κι άλλες τεράστιες μαύρες τρύπες. Να πιάνει άραγε σήμα; Μα, ασφαλώς! Απ’ τη στιγμή που θα νιώσεις το συμπαντικό κενό ανάμεσα στον εαυτό σου όπως ήταν έξω και σ’ αυτόν που γίνεσαι μέσα, θα καταφύγεις στο ευεργετικό πάτημα των πλήκτρων του κινητού σου. Το σύμπαν συνωμοτεί. Δεν είσαι ο ΕΤ, όμως κι εσύ θες να πας σπίτι. Κι επειδή οι αμέριμνες ποδηλατάδες αγκαλιά με την παιδούλα Μπάριμορ μάς τελείωσαν κιόλας από το ’80, τι πιο χαρούμενο από το να τραβάς βιντεάκια και φωτογραφίες πάνω στην καναδέζα με τον υιό του Μπαλούρδου και της Σούλας, τον ανιψιό Σαββίδη και τους υπόλοιπους απογόνους του Περάκη. Αν στη Λούφα και Παραλλαγή, οι φαντάροι διασκέδαζαν με πυροφάνι και ΥΕΝΕΔ, σήμερα διασκεδάζουν με megapixels και youtube. Έτη φωτός μπροστά. Οι θεωρητικοί του πολέμου από τον Χομπς μέχρι τον δικό μας Κονδύλη θα σήκωναν τα χέρια ψηλά μελετώντας στρατιώτες που στη θητεία τους έχουν στείλει αγύριστα περισσότερα mms από σφαίρες.


Είναι αυτό που οι απανταχού στρατοπεδάρχες προσπαθούν να πείσουν τους στρατιώτες τους: σκοπιά και χαρά! Στις ταινίες του Άιζενστάιν και τον επικό Αλεξάντερ Νιέφσκι, ο απλός κόσμος πλέον γίνεται πρωταγωνιστής του πολέμου. Σε καιρούς ειρήνης, ο απλός έλληνας στρατιώτης γίνεται πρωταγωνιστής της καθημερινότητάς του. Νέοι και ωραίοι δεν θα αφήσουν τίποτα να τους ρίξει το ηθικό. Ντυμένοι με παραλλαγές περπατούν σ’ ένα φανταρόδρομο με χαλίκια. Δίπλα τους η παρκαρισμένη καναδέζα αναπηδά πάνω στα γερασμένα της διαφορικά. Μέσα και πάνω κρεμασμένοι οι χακί ιθαγενείς. «Που πάτε;» ρωτούν. «Πάμε στη σκοπιά!» («we are going to the centry-box» όπως γράφει και ο μεταφρασμένος υπότιτλος στο βιντεάκι). «Bambacha! Bambacha!» Ανεβαίνουν. Κανείς δεν λείπει απ’ αυτήν τη βόλτα. Υπάρχει άραγε κανείς και τίποτα που να μπορεί να τους νικήσει;


  • Χρήση κινητού με κάμερα από αρχάριο: Μάς ειδοποιούν οι άλλοι για τις εφόδους, ξυπνάμε τη στιγμή που πρέπει, μάς διασκεδάζει με φιδάκι, πάκμαν και puzzlebobble, μιλάμε με το αίσθημα, μαλώνουμε με το αίσθημα, ακούμε ράδιο την κλήρωση του ChampionsLeague.
  • Χρήση κινητού με κάμερα από ξεψάρωτο: Φωτογραφίζουμε τον καψιμιτζή την ώρα που κοιμάται κάτω από τον πάγκο του ΚΨΜ. Τραβάμε βίντεο το μπουγέλωμα στους θαλάμους εν μέσω καύσωνα με 40 βαθμούς, κάνουμε διπλοσκοπιά παρέα με την οξυζενέ κατάκτηση απ’ το τοπικό μπαρ τις δύσκολες ώρες πριν χαράξει στο Πυθαγόρειο.
  • Χρήση κινητού με κάμερα από grand-master. Τσαντίζουμε τον αγαπημένο μας καραβανά και τραβάμε κρυφά να λέει θα σε καμπανιάσω αλα Πατέλης. Παίζουμε τον ύμνο της Σοβιετικής Ένωσης την ώρα της λάντζας στα μαγειρεία. Ζηλεύουμε όσους υπηρέτησαν στο Φυλάκιο της Άχνας και είπαμε να στήσουμε ανάλογο σκηνικό στη βυσματική παραμεθόριο του Υμηττού. Γράφουμε Ιστορία χορεύοντας ζεϊμπέκικο με τον Τούρκο συνάδελφο πάνω στη γέφυρα των Κήπων.

Σεπτέμβριος 2007

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2007

Εξομολόγηση

Δεν ξέρω πως αισθάνθηκα
σαν αντίκρισα μπροστά μου εκείνη την ακτή.
Δεν ήταν παρά μια όμορφη ακρογιαλιά
από εκείνες όπου θαρρώ ότι ο καθένας φυλά,
με την καρδιά του θύμησες προσωπικές, ψέματα και μυστικά,
από εκείνες τις ακρογιαλιές
που πάνω τους πατήσαμε με δύναμη
τα πρώτα βήματα λευτεριάς
ανέμελοι σαν ήμασταν μικροί.


Δεν ξέρω πως αισθάνθηκα
όταν πάτησα κι εγώ την χρυσαφένια άμμο
τα γόνατά μου με πρόδωσαν- ήταν μακρύ ταξίδι.
Έσκυψα να αφουγκραστώ τον ήχο από τα βήματα
όλων όσων πέρασαν την άμμο
και στιγμές από την ζωή τους χάραξαν,
απέναντι, στ’ αρμυροχτυπημένα βράχια.


Κι έτσι όπως ήμουν
ένιωσα τότε τον χρόνο να κυλά.
Το παρελθόν, παρόν και μέλλον με συναντά.
Στην μέση εγώ και γύρω μου ο κόσμος.
Κάθε εικόνα μπροστά μου πλανήτης άγνωστος
που χάνεται στο άπειρο του ηλιοβασιλέματος.
Κι εγώ σαν ήλιος καιω από συγκίνηση
για κάθε στιγμή που αναπνέω πάνω στην ζεστή άμμο
για κάθε σκέψη που περνά και στέκει στο μυαλό μου.


Και πρώτη μου σκέψη ο άνθρωπος και τούτη η γη μαζί.
Αλήθεια, ποιος άνθρωπος δεν ερωτεύεται αυτήν την γη.
Καιει σαν τους βράχους απ’ το λιοπύρι απέναντί του.
Βαραίνει σαν τα δέντρα από τους πολλούς καρπούς.
Κι από κάθε σχισμή της καρδιάς του,
σαν τα αγριολούλουδα που ριζώνουν στις πέτρες,
προβάλλει η αγάπη του, ο σεβασμός του, το δέος
γι’ αυτήν.


Κι έτσι όλοι αισθάνονται σαν την βλέπουν.
Μα απ’ όλους περισσότερο την σέβεται και την αγαπά αυτός που την ορίζει
γιατί εγώ δεν θα ένιωθα αυτά που νιώθω τώρα αν ήταν αλλιώς.
Ποτισμένη με αγάπη η λωρίδα αυτή ανθεί μες στην ψυχή μου
κι όπως εκείνος της δίνει ζωή, αφέντης
και δούλος της στους αιώνες, προσφέροντας ψυχή, λόγο και σκέψη,
έτσι κι εγώ, σε υπόκλιση βαθιά με σεβασμό σκύβω
κι ευχαριστώ για την εύνοια της
να με δεχτεί στους άμετρους κόλπους της δικής της μαγείας.


Τι κι αν μας ‘μάθαν αλλιώς.
Με φωτιά και μ΄ αέρα σφυρηλατήθηκαν τούτα τα περιγιάλια
- και το σίδερο ας μένει βαθιά σφηνωμένο στα κεφάλια των ασεβών
που τα βήματά τους αφήνουν σημάδια μιαρά
που οι καρδιές τους μαράζι κατέχουν και φθόνο,
για την εύνοια που δεν είχαν κι ούτε θα’ χουν.
Για τα μυστικά που δεν αισθανθήκανε από φόβο για την αλήθεια τους.
Για τους ήχους που δεν άκουσαν στην φασαρία των φριχτών τους φωνών.


Εκεί, που χτυπάνε τα κύματα
και την τραχιά ψυχή μας σμιλεύουν.
Εκεί, που σφυρίζει ο βοριάς
και με νέα πνοή γεμίζει τα στήθια μας
σαν έχουν πια αδειάσει από αλαζονία και έχθρα
για το απέναντι που τώρα πατώ.


Κι όσες έρχονται φεύγουν,
ταξιδιώτες ακούραστοι, οι σκέψεις χάνονται εκεί που η μέρα αρχίζει,
αφήνοντας μια λάμψη στο πρόσωπό μου.
Ένας γαλάζιος ουρανός με σκεπάζει
και κάθε στιγμή γίνεται αιώνας
και κάθε αιώνας στιγμή…
Πόσοι άνθρωποι ζήσανε, πόσοι πεθάναν
πόσοι έρωτες, πόσες μάχες, πόσα βήματα μπρος και πόσα πίσω.
Κάθε ένας διαβαίνει τα μονοπάτια της Ιστορίας
ως εκεί που η γενιά του ορίζεi.
Kαι η δική του Ιστορία τελειώνει εκεί.
Παραπέρα σαν πάει άλλοι ορίζουν
κατά πως νιώθουν ότι έχουν ανάγκη να ζήσει η γενιά τους.
Ας είναι λοιπόν η δική μου Ιστορία
σεβασμός και φιλία και ειρήνη μαζί.


Και τότε θα φεύγω απ’ αυτά τ’ ακρογιάλια
στα βράχια αφήνοντας το πέρασμά μου.
Και θα ξανάρχομαι για ν’ αντικρίζω μονάχα
τον ήλιο πως δύει στην δική μου την χώρα.
Και μύθοι αιώνων θα ζωντανεύουν
στιγμή προς στιγμή σαν θα χτίζω την Ιστορία,
γκρεμίζοντας τείχη και σημαίες του μίσους.
Όταν τα σύννεφα θ’ ανταμώνουν ψηλά
του Διομήδη και του Γλαύκου το αντάμωμα θα θυμάμαι
και το μπαΪράκι μου θ’ ανεμίζει εκεί πάνω
μέχρι η βροχή να τ’ απλώσει στην γη σαν σπονδή,
από εκείνους που με όρκους φιλίας δέθηκαν
σ’ αυτούς που τους όρκους ξέρουν με την ψυχή τους να τηρούνε
για πάντα.


Έτσι σκεφτόμουν το απόγευμα εκείνο.
Κι όπως οι ώρες κυλούσαν, ήρθε η γαλήνη να με σκεπάσει
σαν έφυγε από πάνω μου το βάρος των λογισμών μου
για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, ποια η αλήθεια και ποιο το ψέμα.
Κι άνεμοι μ’ έφεραν στην χώρα μου πίσω.
Τα δε βήματά μου σβήστηκαν απ’ την χρυσαφένια άμμο
και η πνοή μου στα κύματα χάθηκε μαζί με τον ήλιο.
Ότι απέμεινε ήταν η γνώση
θεμέλιο στ΄ άπαρτα της λευτεριάς μου κάστρα,
ευλογία απ’ αυτές που δεν χαρίζονται
μα που ο άνθρωπος κατακτά στις χαμένες ακτές της ψυχής του.

Νοέμβριος 2006


[Βραβείο Abdi Ipekci 1996, Κωνσταντινούπολη]