Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2007

Εξομολόγηση

Δεν ξέρω πως αισθάνθηκα
σαν αντίκρισα μπροστά μου εκείνη την ακτή.
Δεν ήταν παρά μια όμορφη ακρογιαλιά
από εκείνες όπου θαρρώ ότι ο καθένας φυλά,
με την καρδιά του θύμησες προσωπικές, ψέματα και μυστικά,
από εκείνες τις ακρογιαλιές
που πάνω τους πατήσαμε με δύναμη
τα πρώτα βήματα λευτεριάς
ανέμελοι σαν ήμασταν μικροί.


Δεν ξέρω πως αισθάνθηκα
όταν πάτησα κι εγώ την χρυσαφένια άμμο
τα γόνατά μου με πρόδωσαν- ήταν μακρύ ταξίδι.
Έσκυψα να αφουγκραστώ τον ήχο από τα βήματα
όλων όσων πέρασαν την άμμο
και στιγμές από την ζωή τους χάραξαν,
απέναντι, στ’ αρμυροχτυπημένα βράχια.


Κι έτσι όπως ήμουν
ένιωσα τότε τον χρόνο να κυλά.
Το παρελθόν, παρόν και μέλλον με συναντά.
Στην μέση εγώ και γύρω μου ο κόσμος.
Κάθε εικόνα μπροστά μου πλανήτης άγνωστος
που χάνεται στο άπειρο του ηλιοβασιλέματος.
Κι εγώ σαν ήλιος καιω από συγκίνηση
για κάθε στιγμή που αναπνέω πάνω στην ζεστή άμμο
για κάθε σκέψη που περνά και στέκει στο μυαλό μου.


Και πρώτη μου σκέψη ο άνθρωπος και τούτη η γη μαζί.
Αλήθεια, ποιος άνθρωπος δεν ερωτεύεται αυτήν την γη.
Καιει σαν τους βράχους απ’ το λιοπύρι απέναντί του.
Βαραίνει σαν τα δέντρα από τους πολλούς καρπούς.
Κι από κάθε σχισμή της καρδιάς του,
σαν τα αγριολούλουδα που ριζώνουν στις πέτρες,
προβάλλει η αγάπη του, ο σεβασμός του, το δέος
γι’ αυτήν.


Κι έτσι όλοι αισθάνονται σαν την βλέπουν.
Μα απ’ όλους περισσότερο την σέβεται και την αγαπά αυτός που την ορίζει
γιατί εγώ δεν θα ένιωθα αυτά που νιώθω τώρα αν ήταν αλλιώς.
Ποτισμένη με αγάπη η λωρίδα αυτή ανθεί μες στην ψυχή μου
κι όπως εκείνος της δίνει ζωή, αφέντης
και δούλος της στους αιώνες, προσφέροντας ψυχή, λόγο και σκέψη,
έτσι κι εγώ, σε υπόκλιση βαθιά με σεβασμό σκύβω
κι ευχαριστώ για την εύνοια της
να με δεχτεί στους άμετρους κόλπους της δικής της μαγείας.


Τι κι αν μας ‘μάθαν αλλιώς.
Με φωτιά και μ΄ αέρα σφυρηλατήθηκαν τούτα τα περιγιάλια
- και το σίδερο ας μένει βαθιά σφηνωμένο στα κεφάλια των ασεβών
που τα βήματά τους αφήνουν σημάδια μιαρά
που οι καρδιές τους μαράζι κατέχουν και φθόνο,
για την εύνοια που δεν είχαν κι ούτε θα’ χουν.
Για τα μυστικά που δεν αισθανθήκανε από φόβο για την αλήθεια τους.
Για τους ήχους που δεν άκουσαν στην φασαρία των φριχτών τους φωνών.


Εκεί, που χτυπάνε τα κύματα
και την τραχιά ψυχή μας σμιλεύουν.
Εκεί, που σφυρίζει ο βοριάς
και με νέα πνοή γεμίζει τα στήθια μας
σαν έχουν πια αδειάσει από αλαζονία και έχθρα
για το απέναντι που τώρα πατώ.


Κι όσες έρχονται φεύγουν,
ταξιδιώτες ακούραστοι, οι σκέψεις χάνονται εκεί που η μέρα αρχίζει,
αφήνοντας μια λάμψη στο πρόσωπό μου.
Ένας γαλάζιος ουρανός με σκεπάζει
και κάθε στιγμή γίνεται αιώνας
και κάθε αιώνας στιγμή…
Πόσοι άνθρωποι ζήσανε, πόσοι πεθάναν
πόσοι έρωτες, πόσες μάχες, πόσα βήματα μπρος και πόσα πίσω.
Κάθε ένας διαβαίνει τα μονοπάτια της Ιστορίας
ως εκεί που η γενιά του ορίζεi.
Kαι η δική του Ιστορία τελειώνει εκεί.
Παραπέρα σαν πάει άλλοι ορίζουν
κατά πως νιώθουν ότι έχουν ανάγκη να ζήσει η γενιά τους.
Ας είναι λοιπόν η δική μου Ιστορία
σεβασμός και φιλία και ειρήνη μαζί.


Και τότε θα φεύγω απ’ αυτά τ’ ακρογιάλια
στα βράχια αφήνοντας το πέρασμά μου.
Και θα ξανάρχομαι για ν’ αντικρίζω μονάχα
τον ήλιο πως δύει στην δική μου την χώρα.
Και μύθοι αιώνων θα ζωντανεύουν
στιγμή προς στιγμή σαν θα χτίζω την Ιστορία,
γκρεμίζοντας τείχη και σημαίες του μίσους.
Όταν τα σύννεφα θ’ ανταμώνουν ψηλά
του Διομήδη και του Γλαύκου το αντάμωμα θα θυμάμαι
και το μπαΪράκι μου θ’ ανεμίζει εκεί πάνω
μέχρι η βροχή να τ’ απλώσει στην γη σαν σπονδή,
από εκείνους που με όρκους φιλίας δέθηκαν
σ’ αυτούς που τους όρκους ξέρουν με την ψυχή τους να τηρούνε
για πάντα.


Έτσι σκεφτόμουν το απόγευμα εκείνο.
Κι όπως οι ώρες κυλούσαν, ήρθε η γαλήνη να με σκεπάσει
σαν έφυγε από πάνω μου το βάρος των λογισμών μου
για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, ποια η αλήθεια και ποιο το ψέμα.
Κι άνεμοι μ’ έφεραν στην χώρα μου πίσω.
Τα δε βήματά μου σβήστηκαν απ’ την χρυσαφένια άμμο
και η πνοή μου στα κύματα χάθηκε μαζί με τον ήλιο.
Ότι απέμεινε ήταν η γνώση
θεμέλιο στ΄ άπαρτα της λευτεριάς μου κάστρα,
ευλογία απ’ αυτές που δεν χαρίζονται
μα που ο άνθρωπος κατακτά στις χαμένες ακτές της ψυχής του.

Νοέμβριος 2006


[Βραβείο Abdi Ipekci 1996, Κωνσταντινούπολη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: