Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

Μια πλατεία αλλάζει


Οι άνθρωποι αλλάζουν. Μαζί τους αλλάζουν και οι πλατείες που αγάπησαν. Οι άνθρωποι φεύγουν. Μαζί τους φεύγουν και οι εικόνες που κουβαλούν στο μυαλό τους απ’ τις πλατείες αυτές. Οι άνθρωποι έρχονται. Μαζί τους έρχονται καινούρια πράγματα. Τόσο καινούρια όσο μια βόλτα ανοιξιάτικη στην πλατεία Εξαρχείων.


Η πλατεία Εξαρχείων είναι μια πλατεία τρίγωνη. Έτσι, από όποια γωνιά και την αντικρίσεις, πάντα σου δίνει την αίσθηση ότι στο επόμενο βήμα σου προς αυτήν πρόκειται να ανοιχτείς σε έναν άγνωστο κόσμο. Το περασμένο καλοκαίρι ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την αναμόρφωση της πλατείας. Η εικόνα της ήταν έως τότε μια εικόνα εγκατάλειψης και παρακμής. Ήταν, όμως, η ίδια εικόνα που, μπολιασμένη με τους μύθους και τις διηγήσεις των παλιότερων για την δεκαετία του ’80, τραβούσε σαν μαγνήτης κάθε έφηβο που ήθελε να κάνει τα πρώτα βήματά του στην πόλη μόνος κι ανεξάρτητος. Από στόμα σε στόμα -και με τον καιρό- από τηλεόραση σε τηλεόραση, η πλατεία Εξαρχείων έγινε ο φόβος κάθε μαμάς που έστελνε το παιδί της στα φροντιστήρια της Κάνιγγος κι αργότερα στα γύρω πανεπιστήμια. Ήταν πράγματι μια ωραία κατάσταση, αν όχι τρομερή ειρωνία: Το μέρος που ελάχιστοι γονείς θα πατούσαν το πόδι τους, κι ας «ήξεραν» τόσα γι’ αυτό, θα γινόταν το πρώτο μέρος για το οποίο θα μιλούσαν οι γόνοι τους με λεπτομέρειες, πέραν από τη γειτονιά που έζησαν και μεγάλωσαν. Για να αλλάξει κι αυτό, όταν οι ίδιοι θα γίνονταν γονείς.

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος να βρεθείς στην πλατεία Εξαρχείων είναι να ανηφορίσεις την οδό Στουρνάρη από Πατησίων. Χαρακτηρισμένη ως η Silicon Valley της Ελλάδας, λόγω των πολλών καταστημάτων με είδη πληροφορικής που αραδιάζονται στα πλαϊνά της, η «Στουρνάρα», όπως έχει επικρατήσει στην ιδιόλεκτο των εντόπιων περιπατητών, είναι επίσης η είσοδος και για έναν άλλον «αυτόνομο» χώρο στο κέντρο της πόλης, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Φοιτητές που τελειώσαν τα μαθήματα, αλλά και φοιτητές που δεν τα άρχισαν καν, ανηφορίζουν σε κάθε αλλαγή βάρδιας προς την πλατεία. Εκεί θα αράξουν σε κάποια από τις πολλές καφετέριες, που το βράδυ γίνονται μπαράκια κατά το έθιμο της εποχής. Παλιά, οι καφετέριες μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Πλέον, οι επιλογές για καφέ περιλαμβάνουν πολλά χέρια. Ήβη, Φλοράλ, Διπλό, Βοξ, Φλοκαφέ, Όστρια είναι μερικά από τα συνθηματικά των μυστών της μεσημεριανής σιέστας που πάνω σε καρέκλες σκηνοθέτη γκριζιασμένες από το καυσαέριο του κέντρου αντιμάχονται την καθημερινότητά τους. Κάθε ένας έχει να διηγηθεί το δικό του σενάριο γι’ αυτήν. Το πιο γνωστό και χιλιοειπωμένο είναι αυτό για τους αναρχικούς της πλατείας ή τα «φρικιά» και τα «τζάνκια», ανθρώπους που στους μικροαστικούς Αρκουδέικους μύθους όλοι ταυτίζονται απροσδιόριστα μεταξύ τους. Απ’ την άλλη, το λιγότερο γνωστό σενάριο καθημερινότητας είναι ένα παλιό για την ίδια την πλατεία Εξαρχείων και το πως πήρε τη σημερινή της μορφή.

Το σχήμα που ξέρουμε σήμερα η πλατεία το απέκτησε τα πρώτα χρόνια μετά το ’80. Μέχρι τότε, η προέκταση της οδού Τσαμαδού χώριζε την πλατεία στα δύο. Το δε κάτω τμήμα της πρός Στουρνάρη, ήταν χτισμένο με παραγκόσπιτα, απομεινάρια ξεχασμένων γέρικων εποχών. Έτσι, μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν και σήμερα γενιές που έχουν δει την πλατεία να αλλάζει πάνω από μια φορά. Κάποιος παλιός μύστης μάς είπε με στεντόρεια φωνή σοφού που έχει αποσυρθεί από τα υλικά εγκόσμια πως «έχει ζήσει όλους τους βιασμούς της πλατείας αυτής»! Για τους αριστερούς ιδεολόγους που οχύρωσαν τα οράματά τους για μια κοινωνία διαφορετική σε κάθε γωνιά των μικροαστικών Εξαρχείων, οι αλλαγές στην πλατεία δεν είναι παρά άλλη μια προσπάθεια του συστήματος να επιβληθεί σε έναν από τους τελευταίους ελεύθερους χώρους παραγωγής ιδεών. Κοιτώντας τους νέους που αναζητούν με το τουφέκι ένα τραπεζάκι για να κάτσουν -παρέες παρέες των τεσσάρων και των οκτώ με τις ώρες σε πείσμα του χρόνου που τρέχει πάντα σε βάρος όλων, νιώθεις πως ο σοφός άντρας θα ήθελε πολλά να πει ακόμα. Τα στέκια, όμως, του καθενός διαφέρουν και δεν είναι πάντα όλοι κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι. Όπως και να το δει κανείς, οι νέοι δίνουν το στίγμα ανέκαθεν. Κι αυτή τη φορά, οι νέοι θα προτιμήσουν να κάτσουν πίσω «χαλ-λαρά» και με έναν καφέ ή μια μπύρα να βγάλουν ολόκληρη εξωβάρδια, μιλώντας για ομάδες, τραγουδιστές κι άλλα της καθημερινότητας που μυθολογούν. Όλα αυτά, βεβαίως, το πρωί, γιατί το βράδυ που η μουσική δυναμώνει δύσκολα ακούς τι λεει ο διπλανός σου.

Για να αλλάξει, όμως, η πλατεία όλοι έστρεψαν το βλέμμα τριγύρω και άκουσαν τι είχε να τους πει ο διπλανός τους –σε πείσμα των μοναχικών μας καιρών. Το αρχικό σχέδιο για την πλατεία που παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούλιο συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις, όχι μόνο αυτές των αναρχικών ιδεολόγων και των πιο δυναμικών νεαρών επίδοξων επιγόνων τους, αλλά και αυτών των ίδιων των κατοίκων της περιοχής και των επιχειρηματιών σ’ αυτήν. Όπως μας είπε κάποιος μαγαζάτορας, η μακέτα ήταν «φτιαγμένη η ίδια από μπετό». Οι αντιδράσεις, αν και προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους, συνέκλιναν σε μια κοινή αισθητική, τουλάχιστον, παραδοχή και έτσι προέκυψε το νέο σχέδιο, το οποίο συγκεντρώνει τώρα την αποδοχή των περισσότερων. Απ’ την στιγμή που όλοι προσυπέγραψαν για την ανάπλαση, οι εργασίες ξεκίνησαν δέκα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα. Έκτοτε, 58 καινούρια δέντρα έχουν ήδη φυτευτεί και περισσότερο πράσινο θα είναι πλέον ορατό με την προσθήκη γκαζόν και παρτεριών με θάμνους. Ο χώρος των τραπεζοκαθισμάτων θα μειωθεί στο μισό, ενώ θα δημιουργηθεί διάδρομος πλάτους τριών μέτρων για τους πεζούς με ειδικές ράμπες για τυφλούς συμπολίτες μας. Η πλακόστρωση γίνεται με μάρμαρο Καβάλας, ενώ οι κυβόλιθοι είναι πορφυρίτης από την γειτονική Ιταλία. Σύμφωνα, με τον μηχανικό του έργου, Αχιλλέα Κωσταγιάννη, σε δέκα χρόνια, κι όταν τα δέντρα μεγαλώσουν, η πλατεία θα είναι «δάσος». Είκοσι χρόνια πριν, ο ίδιος ερχόταν στην πλατεία ως νεαρός φοιτητής. Η εξαετία ‘77-‘83 έχει χαραχτεί στη μνήμη του ως «οι καλύτερες εποχές». Μιλάει με αγάπη για την πλατεία. Σε ερώτηση αν πίστευε τότε πως σήμερα θα άλλαζε αυτός ο ίδιος την πλατεία που σημάδεψε τα νιάτα του, απαντά με κάποια συγκίνηση πως όχι. Τελικά, οι πλατείες αλλάζουν μαζί με τους ανθρώπους κι όχι απ’ την έμπνευση της στιγμής.

Άραγε, πως θα είναι η πλατεία είκοσι χρόνια μετά; Θα είναι για τη δική μας γενιά φοιτητών και νέων, η σημερινή εποχή μια αντίστοιχη χρυσή εξαετία; Είναι, πάντως -και όλοι το παραδέχονται- η εποχή των Ολυμπιακών. Όχι των κόκκινων, των άλλων. Οι καταστηματάρχες πιστεύουν πως με τους Ολυμπιακούς Αγώνες το ερχόμενο καλοκαίρι, οι επισκέπτες της πλατείας θα αυξηθούν με ανάλογες συνέπειες για τα έσοδα των μαγαζιών τους. Θεωρούν πως οι όποιες παρεμβάσεις συνιστούν αναβάθμιση. Νέες καφετέριες έχουν ανοίξει και πολλές ακόμα ανακαινίζονται. Το βιομηχανικό στυλ με τις πέτρες και τις σκουριασμένες κουπαστές δίνει τη θέση της σε πιο ανάλαφρες διακοσμήσεις. Η εμφάνιση στην πλατεία δύο μαγαζιών, του ΒΟΞ και του Wunderbar, με αισθητική αρκετά διαφορετική από τη στερεότυπη εικόνα της επαναστατημένης πλατείας στα σύνορα του συστήματος, ήταν ο προάγγελος μιας νέας εποχής. Στα στοιχεία της νέας αυτής εποχής συγκαταλέγεται και η αυξανόμενη και συνεχής παρουσία της αστυνομίας. Η κατάσταση φαίνεται να έχει ηρεμήσει και τα τελευταία εκτεταμένα επεισόδια δεν αποτελούν παρά άλλη μια απομίμηση του μακρινό ’95 (όταν η τηλεόραση του Αντέννα έκανε τα αλήστου μνήμης τηλεδημοψηφίσματα να μπουν ή όχι τα ΜΑΤ στο Πολυτεχνείο που καιγόταν από τους «γνωστούς άγνωστους»). Η τελευταία εστία του περιθωρίου είναι πλέον μια γωνιά πιο φανερή και περπατημένη από οποιονδήποτε άλλο χώρο των Εξαρχείων. Στη Στουρνάρη και Σπύρου Τρικούπη γωνία τα «φρικιά» έχουν καταθέσει τα όπλα με άδεια χέρια και πρόσωπα που θυμίζουν την «Κραυγή» του Μυνχ. Το κέντρο της πλατείας που ήταν το σπίτι τους, αυτή η terra ingognita του ‘80, είναι τώρα περικυκλωμένη από μπάζα. Ξένοι εργάτες ζουν εκεί μες στη σκόνη το δικό τους ελληνικό όνειρο. Τι να είναι για αυτούς η πλατεία μετά από χρόνια παρά μια σκληρή εμπειρία επιβίωσης στη Δύση;

Κανείς δεν χρειάζεται τον μικροαστικό οδηγό επιβίωσης πια για να κυκλοφορήσει στην πλατεία Εξαρχείων. Τελικά, μάλλον, ποτέ πραγματικά δεν χρειάστηκε. Γιατί η πλατεία Εξαρχείων αν και ήταν ξεχωριστή, παρέμεινε εν τούτοις μια πλατεία, ένας χώρος συνάντησης των καθημερινών ανθρώπων. Ανθρώπων πιο φευγάτων, ανθρώπων πιο ανήσυχων, μα σίγουρα καθημερινών ανθρώπων. Αναζητώντας τα σημεία αναφοράς της πλατείας, οδηγούμαστε στην πολυκατοικία που στέκεται στη γωνία των οδών Αραχώβης και Θεμιστοκλέους απέναντι από το ΒΟΞ. Είναι η περιβόητη «Μπλε Πολυκατοικία», έργο του αρχιτέκτονα Κυριακούλη Παναγιωτάκου, που χτίστηκε το 1932 και διεκδικεί τον τίτλο της πρώτης πολυκατοικίας που ανεγέρθηκε στην Αθήνα. Ένοικοί της υπήρξαν πολλοί επώνυμοι, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, πολιτικοί, έμποροι και βιομήχανοι. Σήμερα, η πολυκατοικία φαίνεται γερασμένη και τα περισσότερα κουδούνια δείχνουν τις επωνυμίες μικρών αγνώστων επιχειρήσεων που στεγάζονται σε αυτήν. Το πρώτο που αντικρίζει κανείς μπαίνοντας είναι η πλατιά εσωτερική σκάλα. Μεγαλοπρεπής μέσα στην παρακμή της και όμορφη παρόλα τα σημάδια του χρόνου, σε ανεβάζει με αργά βήματα ψηλά σε έναν κόσμο που δύσκολα φαντάζεται ο επισκέπτης των Εξαρχείων. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας η θέα είναι εκπληκτική. Από πίσω ο Λυκαβηττός, ογκώδης και επιβλητικός όσο κανείς δεν μπορεί να τον δει έτσι χαμένος όπως είναι στα στενά της πόλης. Δίπλα ο λόφος του Στρέφη, Αγχεσμός όπως θα τον έλεγαν οι καθημερινοί άνθρωποι της κλασικής Αθήνας, Μπινέκντασι όπως θα τον καλούσαν στην Τουρκοκρατία. Με πρόσωπο στημένο πάντα προς τη Δύση και ολόγυρα παντού η Αθήνα μέχρι το Αιγάλεω και ακόμα μακρύτερα είναι το δώρο της πολυκατοικίας στους ψηλότερους ενοίκους της. Αρκετοί απ’ αυτούς μαζεύονται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην εν λόγω ταράτσα για να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου. Όσοι υποδέχτηκαν εκεί το 2004 ήταν και οι τελευταίοι που είδαν την πλατεία από ψηλά με τη μορφή που είχε είκοσι χρόνια τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, είναι διαφορετική η πλατεία Εξαρχείων όταν τη βλέπεις από ψηλά. Μοιάζει πιο συμμαζεμένη και πιο ήρεμη. Έτσι, όπως ίσως μπορούν να τη βλέπουν μόνο όσοι κατοικούν στα ρετιρέ της ζωής. Αν επιμείνεις, όμως, κοιτώντας ολόγυρα, θα καταλάβεις πόσο ζωντανή και ανήσυχη είναι κατά βάθος, με ανθρώπους και αυτοκίνητα να μετακινούνται διαρκώς, με άπειρες μικρές λεπτομέρειες να την χαρακτηρίζουν. Από την οθόνη του θερινού σινέμά ΒΟΞ μέχρι το κτίριο Γκίνη στο Πολυτεχνείο στο βάθος και από την τροπική αυλή της νεοκλασικής «Όστριας» μέχρι τους κάδους έξω από το σουβλατζίδικο του «Κάββουρα». Από τα απλωμένα ρούχα πέρα στις σκοτωμένες από την κούραση πολυκατοικίες της Μητρόπολης μέχρι τα μαραμένα λουλούδια κάποιας παλιάς Αθηναίας γραίας των Μεγάλων Προσδοκιών. Από τα διπλά λεωφορεία που δυκολεύονται στη στροφή για Στουρνάρη μέχρι τα τρίθυρα αμαξάκια που δυσκολεύονται να παρκάρουν έξω από τα φροντιστήρια στη Σολωμού. Ένας μικρόκοσμος που φτιάχτηκε, θαρρείς, από τύχη, επειδή οι γειτονιές που απλώθηκαν από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις άφησαν στην απόληξή τους ένα μικρό κενό τρίγωνο γης, σημείο συνάντησης και για τις τρεις. Η μια γειτονιά από την Ομόνοια, η άλλη από τη Νεάπολη και η τρίτη από το Μουσείο, με ότι αυτά τα ονόματα συμβολίζουν για το παρόν, μέλλον και παρελθόν μιας πόλης που διαρκώς εξεγείρεται τα τελευταία εκατό χρόνια απέναντι στη χωροταξία της. Ρωτώντας τους ανθρώπους της πλατείας αν πιστεύουν πως το πνεύμα της θα αλλάξει μαζί με την εικόνα της, σου απαντούν πως όχι. Τα Εξάρχεια θα παραμείνουν Εξάρχεια.

Όχι, βέβαια, επειδή το θέλει κάποια παράδοση ή η ρομαντική διάθεση των νοσταλγών του όποιου παρελθόντος. Αλλά, επειδή ορισμένα πράγματα γύρω και μέσα σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο της Αθήνας παραμένουν τα ίδια. Όσο υπάρχουν το Πολυτεχνείο και τα άλλα τριτοβάθμια ιδρύματα σε ακτίνα χιλιομέτρου από την πλατεία, αυτή θα τροφοδοτείται πάντα με νέους ανθρώπους, που σε όποια εποχή κι αν δρουν θα φέρνουν νέες ιδέες και συνήθειες. Κοιτώντας τα νεανικά πρόσωπα γύρω απ’ την μπάρα στην «Ήβη», ξέρεις πως η πλατεία είναι καταδικασμένη σαν άλλος Φάουστ να ζει ως νέα για πάντα. Είναι εκεί τα παιδιά και συνεχίζουν αν μιλούν ακομπλάριστα, ακόμα κι αν ξέρουν πως ο φωτογράφος φτιάχνει το θέμα του στα πρόσωπά τους. Συζητούν και λικνίζονται σε ρυθμούς που ‘ρχονται απ’ έξω -κι αυτό πάντα συνέβαινε στην πλατεία. Πράγματα έρχονταν απ’ έξω μέσα για να ζυμωθούν και να βγουν ανανεωμένα ξανά στο δρόμο. Συζητούν και τ’ ότι φαίνονται χαλαροί δεν σημαίνει ότι δεν έχουν σοβαρά πράγματα να πουν. Τα μεσημέρια η πλατεία γεμίζει με νέες και νέους που μετά τη σχολή ή τη δουλειά έρχονται να «αλλάξουν» την κοινωνία, να λύσουν όλα της τα προβλήματα και να φύγουν σίγουροι πως κρατούν το μέλλον στα χέρια τους. Σταμπαρισμένες φάτσες «φοιτητοπατέρων» κάνουν κατήχηση σε ψαρωμένους πρωτοετείς, κλασικές παρέες στήνουν παρτίδες τάβλι για να πάρουν ρεβάνς από το μάθημα που κόπηκαν με «4» μόλις. Άλλοι κι άλλες πάλι χαζεύουν τις βόλτες του αντίθετου φύλου μπροστά από το Φλοκαφέ, τους στημένους στο ραντεβού τους στο ίδιο σημείο με μοναδική παρέα για την ώρα τους Νιγηριανούς που πουλάνε CD με χαμόγελο ανέξοδο και σπαστά ελληνικά.

Κάποιος είχε πει κάποτε πως μια συνοικία είναι ότι CD πουλάνε σ’ αυτήν οι μαύροι πειρατές. Στην πλατεία Εξαρχείων ανέκαθεν το ρεπερτόριο κινούνταν γύρω απ’ τη ροκ μουσική, που σε άλλες περαντζάδες και σε άλλες κασέλες εξέλιπε εντελώς δίνοντας χώρο στα ελληνικά σουξέ. Ο τρόπος που αλλάζει η πλατεία φαίνεται στις κασέλες έξω από τη Βαλτετσίου. Τα ροκ CD παρέμειναν, τα ελληνικά δεν ήρθαν ακόμη, ήρθαν όμως freestyle ακούσματα και περισσότερη «μαύρη» μουσική από CD που μπορείς κάλλιστα να βρεις στη Δελφών, τη Σκουφά και όλο πιο πάνω ανηφορίζοντας προς το Κολωνάκι. Το αν άλλαξες μαζί με την πλατεία που αγάπησες ίσως μαρτυριέται κι απ’ το ποια CD αγοράζεις. Κι αν στα χνάρια της μουσικής ψηλαφίζουμε τις όποιες αλλαγές ύφους, στο χώρο των εντύπων τις κρατάμε γερά στα χέρια μας. Τα έντυπα έδιναν στην πλατεία πάντα μια ξεχωριστή πινελιά. Στο περίπτερο απέναντι από τον «Γρηγόρη» μαζί με τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας βρίσκονται μαζεμένα και απλωμένα στο πεζοδρόμιο όλα σχεδόν τα funzines που έχουν λόγο να κυκλοφορούν στην Αθήνα. Τα περισσότερα έρχονται από τον «αντιεξουσιαστικό» χώρο, ενω υπάρχουν αρκετά που ξεκινώντας απ’ τη μουσική και τα κόμικς αναζητούν εναλλακτικές μορφές στην πολιτική και την φιλοσοφία. Μέσα όμως στις καφετέριες, εκεί που κυκλοφορεί ο πολύς κόσμος, τα έντυπα είναι κανονικές εφημερίδες, έχουν δικό τους σταντ και, όπως με τα CD, διατρέχουν όλη τη διαδρομή της Σκουφά από τις αρχές της μέχρι το τέλος της -στην άλλη γνωστή πλατεία του κέντρου. Σημεία των καιρών.

Τελικά, η πλατεία Εξαρχείων θα αλλάξει προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο; Ποιος έχει δίκιο; Οι καταστασιακοί του Ραούλ Βανεγκέμ που φωνάζουν για την καταστολή που ξεκινά από την πολεοδομία ή οι μικροαστοί του κέντρου που φωνάζουν για την επιτακτική ανάγκη εμπορικής αναβάθμισης της πλατείας; Τι είναι η αναπλαση: μικροαστική μεταρρύθμιση και βιομηχανία της light διασκέδασης ή ανάδειξη πρασίνου και ευκαιρίες επιχειρηματικότητας; Κοιτώντας το «Άγαλμα των Τριών Ερώτων» στο όχι ακριβώς κέντρο της πλατείας, μπαίνουμε στο πειρασμό να ρωτήσουμε τι πραγματικά πιστεύει αυτό, που τόσους έχει δει και τόσοι τού έχουν μιλήσει. Ίσως να είναι πολύ κουρασμένο για να μιλήσει σε αντίθεση με το λαϊκό άσμα που τραγουδιέται στα γύρω ρεμπετάδικα του Κάββουρα και της Μποέμισσας. Σίγουρα, το Άγαλμα θα παραμείνει για πολλά χρόνια εκεί να καταγράφει την καθημερινότητα μιας πλατείας που έγινε μύθος όσο καμιά άλλη στην Αθήνα. Λίγο μετά το Πάσχα κι όταν τα έργα στην πλατεία θα έχουν ολοκληρωθεί, θα φανεί το αποτέλεσμα της ανάπλασης. Η άλλη, όμως, αλλαγή, αυτή που συμβαίνει πολύ βαθύτερα από την επιφάνεια των πραγμάτων θα αργήσει να φανεί. Θα είναι ίσως το αντικείμενο συζήτησης ενός σημερινού νέου που θα βλέπει την πλατεία του διαφορετική μετά από χρόνια, με μόνα απείραχτα σημάδια τους «Τρεις Έρωτες» και τις τρεις πλευρές της, όσες ήταν και οι απαντήσεις τελικά που πήραμε στην ερώτηση αν θα αλλάξει η πλατεία: Ναι. Όχι. Ίσως...



Μάρτης 2004

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2007

Ποδόσφαιρο και Πόλεμος


Λίγο πολύ, όλοι γνωρίζουμε τους κανόνες του ποδοσφαίρου και στο περιθώριο κάνουμε υποθέσεις για τις πρώτες του ιστορικές στιγμές. Ένας από τους πρώτους μύθους του ποδοσφαίρου αναφέρει πως εν αρχήν ήταν τα αγγλικά κολέγια του 19ου αιώνα όπου οι κοιτώνες ήταν οργανωμένοι ανά δέκα σπουδαστές. Στη συνέχεια, αυτό οδήγησε τις ομάδες των σπουδαστών που συμμετείχαν στο παιχνίδι με το όνομα “soccer” να σχηματίζονται με δέκα παίκτες η καθεμιά, ενώ κάτω από το τέρμα έπαιζε ο επιτηρητής του κοιτώνα που ήταν και ο πιο μεγαλόσωμος ως μεγαλύτερος σε ηλικία. Βέβαια, οι άνθρωποι από παλιά είχαν μια -ακόμη παλιότερη- συνήθεια να κλοτσούν ότι έβρισκαν στο δρόμο τους. Τόσο παλιά ήταν η συνήθεια αυτή, που χάνεται στα βάθη των αιώνων, την εποχή του Χαλκού και ακόμα πιο πίσω, όταν τα κομμένα κεφάλια των σκοτωμένων αντιπάλων γίνονταν παιχνίδι τις στιγμές της ανάπαυλας του πολέμου στα πόδια των τρομερών νικητών τους. Επίσης, επιστήμονες αναφέρουν ανιχνεύοντας τις απαρχές του ποδοσφαίρου ότι στην προκολομβιανή Αμερική οι άνθρωποι έδεναν φύλλα καπνού, φτιάχνοντας μπάλες που, αντί να τις καπνίζουν, απλά τις κλοτσούσαν σε κάτι που έμοιαζε με ποδόσφαιρο και είχε θρησκευτική σημασία. Σε κάθε περίπτωση, το σαν-ποδό-σφαιρο-παιχνίδι, για το οποίο μιλούν οι αρχαιολόγοι και η Ιστορία, φαίνεται πως αντικαθιστούσε ένα μικρό κενό στην καθημερινότητα των ανθρώπων, το κενό του πολέμου. Ένα κενό μικρό μιας και ο πόλεμος ήταν εκείνες τις εποχές συνηθισμένος, σχεδόν καθημερινός. Όπως όμως κάθε παιχνίδι, έτσι κι εκείνο το «ποδόσφαιρο» απεικόνιζε όσο το δυνατό πιστότερα τις πρακτικές και τις επιθυμίες αυτών που συμμετείχαν σ’ αυτό. Απεικόνιζε την ίδια την Ιστορία. Ίσως, για να την ξορκίσει.

Φυσικά, το ποδόσφαιρο, όπως μπαίνει σήμερα στα σπίτια μας από την οθόνη της τηλεόρασής μας, είναι κάτι το πολύ διαφορετικό. Υπερσύγχρονα γήπεδα, επαγγελματική συνέπεια (ακόμα και όταν μπουκάρουν μέσα στο γήπεδο παράγοντες), φυσικά τηλεόραση, οργανωμένοι φίλαθλοι, χορηγοί, μεγάλες διοργανώσεις. Δεν παύει όμως σε όλα αυτά να υπάρχει πάθος, ένταση, προσπάθεια να ξεγελάσει ο παίχτης τον διαιτητή, τραυματισμοί, ύπουλα χτυπήματα, ακόμα και δάκρυα. Τελικά, το ποδόσφαιρο ήταν και, απ’ ότι φαίνεται, είναι ένας πόλεμος. Τοσο «πόλεμος», όμως, όσο «ιππικό» είναι μια σημερινή ίλη τεθωρακισμένων. Είναι επομένως ένας πόλεμος εναλλακτικός, μια απεικόνιση, μια κουλτούρα αναμέτρησης που έρχεται από το όποιο παρελθόν για να εκφραστεί στην κάθε σύγχρονη εποχή. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή, θεωρώντας δεδομένο πως το ποδόσφαιρο όπως το ξέρουμε ανήκει σ’ αυτό που ονομάζουμε μαζική κουλτούρα του αθλητισμού όπως αυτή εκφράστηκε μετά το 1918 μέχρι τις μέρες μας.

ΑΝΤΙ-ΠΟΛΕΜΟΣ

Υπάρχει σήμερα το κενό του πολέμου στην καθημερινότητα των ανθρώπων; Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι αν πράγματι το ποδόσφαιρο γεμίζει «το κενό του πολέμου» στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Κατ’ αρχάς μοιάζει με πόλεμο. Οποτεδήποτε θεωρήσουμε την απαρχή του και άρα σε οτιδήποτε θεωρούμε ιστορικά ποδόσφαιρο, είναι πολλά τα χαρακτηριστικά που το κάνουν να μοιάζει με πόλεμο. Με μια πρώτη ματιά, αυτό που φαίνεται να προσφέρει το ποδόσφαιρο πρώτα απ’ όλα είναι εκτόνωση. Η εικόνα του αγωνιστικού χώρου κατά τη διάρκεια ενός αγώνα δεν αφήνει αμφιβολίες γι’ αυτό. Κοιτώντας επίσης την αναμέτρηση των 22 παιχτών πάνω στο πράσινο γήπεδο, δεν μπορείς να μην αναφέρεις τη λέξη «μάχη». Μια μάχη που είναι προγραμματισμένη, είναι περιοδική, έχει αρχή και τέλος, έχει κανόνες. Κυρίως όμως μια μάχη που (ακόμα κι αν μερικοί την συνεχίσουν στις κερκίδες μετά τη λήξη του αγώνα) δεν εμφανίζεται καθημερινά, πόσο μάλλον μαζικά, στους δρόμους, αλλά παραμένει κλεισμένη στο γήπεδο μέχρι τον επόμενο αγώνα.

Το δεύτερο ερώτημα είναι αν υφίσταται ένα τέτοιο «κενό πολέμου». Κατά πόσο δηλαδή ο πόλεμος απέχει από την καθημερινότητα των κοινωνιών του 20ου αιώνα. Σε όποιον βαθμό υπάρχει ένα τέτοιο κενό, δείχνει σίγουρα να έχει μεγαλώσει από τα χρόνια του Χαλκού αλλά και μεταγενέστερες εποχές. Αναμφισβήτητα, το να σκοτώσεις κάποιον ή κάποιους όταν έχεις διαφορές μαζί τους δεν είναι ο κανόνας στις πολιτισμένες κοινωνίες. Παρόλο επίσης που ο Τζορτζ Γουόκερ Μπους είναι πρόεδρος της Αμερικής, ο κόσμος σήμερα παραμένει πιο πολιτισμένος από εκείνη την άγρια εποχή του Χαλκού. Στη σημερινή εποχή έχουμε επί παραδείγματι καταφέρει μια ποδοσφαιρική νίκη της Αργεντινής επί της Αγγλίας να τη βλέπουμε σαν απάντηση της ήττας της στον πόλεμο των Φόκλαντς. (Και αυτό είναι επίτευγμα). Είναι όμως αυτός ο προορισμός του ποδοσφαίρου;

Ασφαλώς και δεν φτιάχτηκε το ποδόσφαιρο για να αντικαταστήσει τον όποιον πόλεμο. Όπως όμως και τίποτα δεν φτιάχνεται εκ των προτέρων. Τα περισσότερα πράγματα αποδεικνύεται πως δοκιμάζονται και προκύπτουν στην πορεία. Κι απ’ ότι φαίνεται στην πορεία του το ποδόσφαιρο μοιάζει να τα καταφέρνει πολύ καλά στο ρόλο του αντί-πολέμου. Αντί να πετροβολείς την άλλη γειτονιά, κάνεις κλάδεμα στη σέντρα. Αντί να κλέβεις πρόβατα στα σύνορα, παίζεις μπάλα με αυτόν που ζει στην άλλη πλευρά τους. Αντί για Παγκόσμιο Πόλεμο με στρατό και τεθωρακισμένα, στήνεις Παγκόσμια Κύπελλα με χορηγούς και σπόνσορες. Είναι όμως τόσο αναγκαίο ο κόσμος να πρέπει κάπου να εκτονωθεί;

Η απάντηση έρχεται από την πραγματικότητα της ζωής και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση γι’ αυτό. Επιπλέον, εδώ ο ισχυρισμός είναι ότι αν δεν υπήρχε το ποδόσφαιρο, θα μετρούσαμε πολλούς περισσότερους πολέμους στην εποχή μας απ’ όσους ζήσαμε στο παρελθόν –κι αυτοί δεν ήταν λίγοι. Δεν εννοούμε βέβαια ότι δεν γίνονται πόλεμοι σήμερα. Θα ήταν γελοίο κάτι τέτοιο. Εν τούτοις, όμως, δεν είναι τυχαίο ότι η μαζική προσήλωση των δυτικών κοινωνιών μετά το ‘50 σε μεγάλα αθλητικά γεγονότα συμπίπτει με μια ειρηνική περίοδο στις μεταξύ τους σχέσεις. Κι αν κάποιοι απορήσουν λέγοντας «ποια ειρηνική», θα πρέπει να γνωρίζουν ότι τα πράγματα σε προηγούμενες εποχές ήταν πολύ χειρότερα, ακόμα και απ’ αυτήν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. (Για να έρθουμε στο σήμερα, μια διαφωνία όπως αυτή μεταξύ ΗΠΑ και Γαλλίας για το Ιράκ πριν από εκατό χρόνια θα τις είχε οδηγήσει ήδη σε πόλεμο). Ας μην αμφιβάλλουν ότι ο πόλεμος πριν τον 20ο αιώνα ήταν ένα συχνότατο φαινόμενο και σχεδόν κάθε γενιά γνώριζε έναν.

Ως αντίλογος στον ισχυρισμό που περιγράψαμε έρχεται το γεγονός πως, ακόμα κι αν δεχτούμε πως έχουμε λιγότερους πολέμους σήμερα, ήταν η «πολεμική» δεκαετία του ‘30 που έφερε τα πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα. Μα το ποδόσφαιρο δεν φτιάχτηκε για να περιορίσει τον πόλεμο. Τη λειτουργία του ως «αντί-πόλεμο» την διαπιστώνουμε εκ των υστέρων. Ο «πολεμοχαρής» Μουσολίνι, ο «καλύτερος παίκτης» της Ιταλίας το ’34 και το ’38, απλά διαπίστωσε την επιρροή του ποδοσφαίρου στις μάζες. Την ίδια διαπίστωση που κάνουν διαχρονικά ορισμένοι πολιτικοί, επεμβαίνοντας με λάθος τρόπο, όπως θα δούμε, στα ποδοσφαιρικά δρώμενα, αν και τις περισσότερες φορές, το ποδόσφαιρο τους ξεπερνά, δίνοντας λύσεις σε προβλήματα που εκείνοι αποτυγχάνουν.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο νικητής Γάλλος στρατάρχης Φος είπε ότι η ειρήνη δεν είναι παρά μια ανακωχή για είκοσι χρόνια. Εκείνη η ειρήνη αποδείχτηκε πολύ ταπεινωτική για να την αντέξουν οι Γερμανοί. Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1954, η Δυτική Γερμανία του Φριτς Βάλτερ νίκησε ανέλπιστα 3-2 την Ουγγαρία του Πούσκας και του Χιντεγκούτι, που ήταν το φαβορί, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ελβετία. Εκατομμύρια Γερμανοί -και των δύο Γερμανιών- ξεχύθηκαν στους δρόμους έχοντας πλέον λόγο να περηφανευτούν ως έθνος. Φαίνεται πως μια νίκη στον τελικό του Κυπέλλου έκανε πολλά περισσότερα για την ειρήνη απ’ ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, την πρώτη αυτή ενότητα, μπορούμε να καταλήξουμε στα εξής πρώτα συμπεράσματα:

Το ποδόσφαιρο μοιάζει να λειτουργεί ως υποκατάστατο του πολέμου σε κοινωνίες όπου ο πόλεμος (ο πραγματικός και όχι ο εικονικός από τον καναπέ) εκλείπει από την καθημερινότητα των ανθρώπων. Χαριτολογώντας, ας πούμε πως μεταθέτει -όπως φαίνεται εξάλλου να συμβαίνει και με την επιχειρηματικότητα (κι εδώ μακάρι να είχε η Γερμανία του ’18 έναν Λούντβιχ Έρχαρντ)- τον πόλεμο από τα λιβάδια στα στάδια -και τα χρηματιστήρια αντίστοιχα. Έτσι:

α) Τον κάνει εικονικό. Κανείς δεν σκοτώνεται. Η φυσική υπόσταση του «πολεμιστή» είναι εξασφαλισμένη και η σύγκρουση με τον αντίπαλο πραγματοποιείται χωρίς να αναιρείται αυτό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πραγματικό πόλεμο. Π.χ. η έχθρα Καστιγιάνων και Καταλανών, αν κι εξακολουθεί, περιορίζεται στους αγώνες της Ρεάλ με την Μπαρτσελόνα.

β) Σταδιακά τον εξαφανίζει. Το ποδόσφαιρο, μέσα από μια ομόκεντρη δομή πρωταθλημάτων, όπου οι ομάδες συνεχώς αλλάζουν κατηγορίες, διευρύνει το μέτωπο της μάχης όπου -καθώς θα ‘λεγε ο Πανούτσος αν μεγαλώσουμε την επιφάνεια, μικραίνει η πίεση- οι μικρότερες μάχες χάνουν τη σημασία τους. Με άλλα λόγια, ποιος φανατίζεται για αγώνες Δ’ κατηγορίας όταν η τηλεόραση δείχνει Champions League; Ακόμα και το Ρεάλ-Μπαρτσελόνα αποκτά άλλη διάσταση όταν παίζουν οι δύο ομάδες στην Ευρώπη.

Προφανώς, όσοι μένουν κολλημένοι στον Κορυδαλλό και τη Νίκαια φανατίζονται. Την ίδια στιγμή το ποδόσφαιρο παγκοσμιοποιείται. Άρα προκύπτει πως το ποδόσφαιρο εξελίσσεται παράλληλα με την κοινωνία, η οποία ασφαλώς και δεν έχει την τάση να περιορίζεται στη γειτονιά αλλά να επεκτείνεται εντροπικά προς τον έξω κόσμο. Το ποδόσφαιρο απλά ακολουθεί την εξέλιξή της.

ΟΙ ΦΙΛΑΘΛΟΙ

Στο ποδόσφαιρο, όμως, δεν είναι μόνο αυτοί που παίζουν αλλά κι αυτοί που παρακολουθούν. Είναι αυτοί που στην ποδοσφαιρική διάλεκτο αναφέρονται ως «ο δωδέκατος παίκτης» μιας ομάδας. Τους συναντούμε επίσης στις εφημερίδες και τα άλλα μέσα ως «φιλάθλους». Η στάση και η συμπεριφορά των φιλάθλων σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα έχει κυρίαρχη θέση στο οικοδόμημα του ποδοσφαίρου. Κάθε ομάδα θέλει την υποστήριξη των φιλάθλων της. Η παρουσία τους στις κερκίδες ενθαρρύνει τις προσπάθειες των παικτών στο γήπεδο. Οι πιο σπουδαίες ομάδες είναι περήφανες για τους οργανωμένους οπαδούς τους. Επιπρόσθετα, η δική τους στάση είναι αυτή που καθορίζει το αν μια χρονιά είναι ή δεν είναι επιτυχημένη για την ομάδα. Έχουν δε τη δύναμη να επεμβαίνουν στα εσωτερικά της ομάδας με ποικιλία τρόπων, είτε συμμετέχοντας στη διοίκησή της, είτε απλώς κάνοντάς τα γυαλιά καρφιά αν κάτι δεν τους ικανοποιεί. Η συμμετοχή τους είναι τόσο έντονη, που καθορίζει πολλές φορές το αποτέλεσμα του αγώνα. Ο «δωδέκατος παίκτης» δεν είναι ευφημισμός. Ο φίλαθλος παίζει κανονικά στον αγώνα. Δεν είναι λίγες φορές που οι παίκτες φοβούνται περισσότερο τους φιλάθλους της αντίπαλης ομάδας από την ίδια την ομάδα. Και σ’ αυτήν την περίπτωση μπορούμε να διακρίνουμε ομοιότητες με ό,τι συμβαίνει σε έναν πόλεμο.

Εκεί, το ρόλο των φιλάθλων έχουν οι άμαχοι. Σε αντίθεση με παλιότερες εποχές, στους σημερινούς πολέμους οι άμαχοι πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος. Όσο πάμε πιο πίσω οι πόλεμοι μοιάζουν κομμένοι και ραμμένοι στα μέτρα της ελίτ. Στον αιώνα μας τα πράγματα αλλάζουν. Οι πόλεμοι γίνονται μαζικοί, κόβονται και ράβονται για όλους. Οι πολίτες συμμετέχουν πολύ περισσότερο σε έναν πόλεμο απ’ ότι οι χωρικοί του Μεσαίωνα (στους οποίους δεν επιτρεπόταν καν να κρατούν όπλα). Και συμμετέχουν περισσότερο, όχι γιατί η εποχή μας είναι πιο βάρβαρη, αλλά ακριβώς γιατί δεν είναι τόσο. Τα δεινά ενός πολέμου δεν αποτελούν καθημερινή εμπειρία κι έτσι, αν αυτός ξεσπάσει, οι τρομερές του συνέπειες δείχνουν ακόμα φοβερότερες. Επίσης, είναι τα όπλα τελευταίας τεχνολογίας και όχι τα γιαταγάνια και τα κουμπούρια που οδηγούν σε μαζικές καταστροφές και «παράπλευρες απώλειες». Τέλος, η άμεση επαφή των μελλοντικών αμάχων ως κοινή γνώμη με την εκλεγμένη ηγεσία τους τούς κάνει πιο ευάλωτους σε αυτό που προβάλλεται από τον εχθρό ως συλλογική ευθύνη. Υπάρχουν βεβαίως οι συνθήκες που επικαλούνται πολλοί και είναι δύσκολο να πιστέψουμε σε σύγχρονους Τζένγκις Χαν που κατακαίγουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Παραμένει όμως γεγονός πως σήμερα οι άμαχοι πληρώνουν μεγαλύτερο τίμημα απ’ ότι σε άλλες εποχές.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι: οι σημερινοί φίλαθλοι θυμίζουν τους χωρικούς του Μεσαίωνα, που βλέπουν τον αντίπαλο στρατό να κατατροπώνει τον φεουδάρχη τους και να γυρίζει το βλέμμα μετά στο χωριό τους ή τους άμαχους στο Ζάγκρεμπ, τη Σρεμπρένιτσα και τις άλλες πόλεις του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία; (Εδώ ας θυμηθούμε εκείνον τον αγώνα Παρτιζάν Βελιγραδίου-Ντυναμό Ζάγκρεμπ. Μια κλοτσιά του Ζβόνιμιρ Μπόμπαν σε Σέρβο αστυνομικό έγινε σύμβολο του κροατικού εθνικισμού. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία έμοιαζε να ξεκινά από τις κερκίδες των γηπέδων. Κι αν δεχτούμε την προηγούμενη θεωρία για τον «αντι-πόλεμο», τότε έχοντας το ποδόσφαιρο τη δυναμική να σταθεί ως αφορμή σε έναν πόλεμο σημαίνει πως μέχρι τότε έκρυβε κάτι από το μίσος των δύο λαών, έστω κι αν τελικά δεν μπόρεσε να το εξαφανίσει). Επανερχόμαστε όμως στο ερώτημα. Οι σημερινοί φίλαθλοι δεν θυμίζουν χωρικούς. Αν χάσει η ομάδα τους δεν θα τους παλουκώσουν οι αντίπαλοι προς παραδειγματισμό των υπολοίπων. Πάνε με φόρα στο γήπεδο χωρίς να κρύβουν την προτίμησή τους. Οι φωνές τους μέσα σ’ αυτό μπορούν να ανυψώσουν το ηθικό μιας ομάδας και να καταρρακώσουν αυτό μιας άλλης. Και οι συνέπειες του αγώνα δύσκολα αφήνουν ανεπηρέαστους ακόμα και τους πιο απαθείς απέναντι στο άθλημα. Η κοινωνία λειτουργεί μαζικά και κάθε «μάχη» της είναι μια μάχη όλων. Άλλων λιγότερο και άλλων περισσότερο.

Ακόμα κι αν σταμάτησαν οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ακόμα κι αν η Ουρουγουάη αποσχίστηκε από την Αργεντινή, ακόμα κι αν η Γιουγκοσλαβία έφυγε από την επιρροή της ΕΣΣΔ, οι συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν στον άμαχο παρατηρητή διοχετεύτηκαν με το τέλος της πραγματικής έντασης στο άθλημα που απεικόνιζε πιστότερα αυτήν την ένταση, το ποδόσφαιρο, και άρχισαν να καλύπτουν τις κερκίδες σε κάθε αγώνα. Στο πρώτο Μουντιάλ το 1930, όταν η Ουρουγουάη νίκησε την Αργεντινή ενώπιον 100.000 θεατών στο Μοντεβιδέο, το μίσος ακόμα ξεχείλιζε στις όχθες του Ριο Ντε λα Πλάτα που χώριζε τις δύο χώρες. όταν ο Τζεφ Χαρστ έκανε το χατ-τρικ της νίκης στο 4-2 της παράτασης με τη Γερμανία το 1966 στο Γουέμπλεϋ, έμοιαζε να βομβαρδίζει η RAF τη Δρέσδη - το τελειωτικό χτύπημα σε έναν προαναγγελθέντα θάνατο και την επερχόμενη νίκη. Μια ολόκληρη Γιουγκοσλαβία ένιωσε έθνος για πρώτη ίσως και τελευταία φορά στον αγώνα με τους Σοβιετικούς την 31η Μαϊου του 1962 στη Χιλή. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμα κι αυτή η “επιθετική” συμπεριφορά της κερκίδας, οι καταλανικές βρισιές και κατάρες στον Φίγκο, τα σενεγαλέζικα βουντού στον Ζιντάν, τα ποιητικά «κουλελέ-αμάν-αμάν» των Τούρκων της Γαλατά, και οι αφηνιασμένοι ΠΑΟΚτσήδες στη Τούμπα γίνονται αποδεκτά μέσα στο όλο παιχνίδι. Πίσω από τα συνθήματα και τις φωνές κρύβεται η εμμονή για αντιπαράθεση και είναι προτιμότερο η «εμμονή» του δωδέκατου παίκτη να «βγαίνει» μες στο παιχνίδι, παρά οπουδήποτε έξω από αυτό.

Τέλος, αν μας μένουν αμφιβολίες για τη χρησιμότητα του δωδέκατου παίκτη, ας μην ξεχνάμε πως, διαχρονικά, η ιδιαιτερότητα του δωδέκατου παίκτη έγκειται στο ότι είναι απαραίτητος ακόμα και για τον αντίπαλο. Η έλλειψη φιλάθλων σκοτώνει κάθε άθλημα και οι πόλεμοι δεν θα είχαν κανένα νόημα, αν δεν υπήρχε αφετέρου η προσδοκία της δόξας στα μάτια των φίλων και συμμάχων και αφενός η αναγνώριση της ανωτερότητας του επίδοξου νικητή από τους εχθρούς. Φανταστείτε να παίζατε μπάλα σε άδειο Καμπ Νου ή να σας χειροκροτούσαν σε κάθε ντρίμπλα σας οι κηπουροί του Μαρακανά!


Η ΒΙΑ ΣΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Το ποδόσφαιρο, όμως, είναι «πόλεμος» σε εισαγωγικά. Προσεταιρίζεται τα χαρακτηριστικά του πολέμου, τον αναπαριστά, αλλά διοχετεύει σαν αλεξικέραυνο στη βούλα της σέντρας την υπαρκτή (δεν είμαστε κοινωνία αγγέλων) ένταση της μάζας που παρακολουθεί για ενενήντα λεπτά ομηρικές μονομαχίες στο χορτάρι απέναντι απ’ τα δυο τέρματα. Το ποδόσφαιρο έχει εξελιχτεί με τέτοιον τρόπο, ώστε μετά από δύο κολασμένες ώρες να μπορούν να χειροκροτήσουν όλοι τον νικητή, να χαιρετήσουν τους αντίπαλους στο απέναντι πέταλο και να δώσουν ραντεβού ξανά για την επόμενη αναμέτρηση. Σε κάθε άλλη περίπτωση -όπου κυριαρχεί το ξύλο, οι επικίνδυνες σωματικές βλάβες εν γένει, μέσα κι έξω από το γήπεδο- το ποδόσφαιρο σαν ποδόσφαιρο αυτοαναιρείται. Αν ήθελα να σκοτώσω τον απέναντι, θα το έκανα στον πόλεμο ή, τελοσπάντων, κλοτσώντας σακιά και περιμένοντας τον Αττίλα κάποιους αιώνες πίσω. Αλλά τότε δεν θα υπήρχε λόγος για ποδόσφαιρο με κερκίδα, εισιτήριο, γκολ και θέαμα, πρόκριση στους δεκάξι, αν είσαι γαύρος, και γύρω-γύρω-την-Ομόνοια-μέχρι-να-τελειώσει-η-βενζίνη-από-το-παπί, αν είσαι βάζελος. Γιατί, όμως, συμβαίνουν έκτροπα και ασχήμιες σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα;

Η πιο πιθανή απάντηση είναι για τον ίδιο λόγο που σε έναν πόλεμο γίνονται εγκλήματα πολέμου. Θα πρέπει να ξέρουμε, όμως, ότι το Χέηζελ δεν είναι ο κανόνας στο ποδόσφαιρο. Το Ολοκαύτωμα, αποτολμώντας μια σύγκριση, συνέβη, εξάλλου, μια φορά. Όσο για το ψευτοδίλημμα που προβάλλεται ότι χωρίς «θύματα» το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε άθλημα για «φλώρους», αρκεί να σκεφτούμε ότι οι άμαχοι ακόμα κι όταν συμμετέχουν στον πόλεμο προστατεύονται από τις Συνθήκες. Ακόμα δηλαδή και η πιο σκληρή έκφραση της ανθρώπινης ύπαρξης, ο πόλεμος, έχει κανόνες και όρια συμπεριφοράς. Δεν θα έχει το ποδόσφαιρο;

Βέβαια, πολλές φορές οι εγκληματίες πολέμου γλιτώνουν από τη Δικαιοσύνη, ιδίως αν ανήκουν στο στρατόπεδο των νικητών ή των ισχυρών γενικά. Κάτι ανάλογο συμβαί-νει και στο ποδόσφαιρο. Τα «εγκλήματα» παραγράφονται όταν ο «Πρόεδρος» έχει τη δύναμη να το επιβάλλει. Έτσι, για τα ίδια επεισόδια, οι ομάδες συμβαίνει να τιμωρούνται διαφορετικά, ενώ όσοι στο περασμένο Παγκοσμίο Κυπέλλο είχαν μπάρμπα απ’ την Ελβετία και τον έλεγαν Γιόζεπ Μπλάτερ, μπορούσαν να βαδίσουν ανενόχλητοι στις επόμενες φάσεις του. (Άρα, κατά μιαν έννοια η Κάρλα Ντελ Πόντε είναι η ικανότερη να αναλάβει τα ηνία του Συνδέσμου Διαιτητών Πειραιώς μόλις τελειώσει η θητεία της στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για Εγκλήματα Πολέμου!)

Εκφράζοντας, όπως θα δούμε παρακάτω, τόσο πιστά τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας, το ποδόσφαιρο θα ενσωματώσει ως συμπεριφορά οτιδήποτε εγκολπώνει η ίδια η καθημερινότητα. Αν αυτή, βέβαια, σήμερα έχει εθιστεί σε σκηνές βίας και την πολεμοκάπηλη ηθική του πολέμου αλά CNN, τότε αυτό θα φανεί και στις κερκίδες των γηπέδων, αν δεν έχει κάνει ήδη την εμφάνισή του σ’ αυτές. Για να πάψει η βία μέσα στα γήπεδα πρέπει να πάψει πρώτα έξω από αυτά. Εκτός κι αν το ποδόσφαιρο πάψει να εκφράζει τους μύθους του μέσου όρου και συνεχίσει σαν τρόπος αθλητικής εξάσκησης, ντόπας και στοιχήματος –ένα άθλημα των ελίτ, κρεμασμένο απ’ τα γκαλά αλά IAAF της FIFA σαν πίνακας σε μουσείο. Τότε δεν θα ’χει καμία επαφή με την πραγματικότητα, άρα και καμιά αλληλεπίδραση με την κοινωνία, άρα δεν θα τροφοδοτείται από την εξέλιξη που η κοινωνία θα συντελεί (εκτός κι αν αυτή η ακόμα η πραγματικότητα έχει κλειστεί σε μουσείο με τη κοινωνία στο γύψο).

ΤΑ «ΜΕΤΡΑ» ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Μετά από χρόνια εξέλιξης προς αυτήν, θα ήταν κρίμα το ποδόσφαιρο να χάσει την προνομιακή του σχέση με τον καθημερινό άνθρωπο. Να χάσει το προνόμιο, που έχει κατοχυρώσει απέναντι στα άλλα αθλήματα, να εκφράζεται μέσα από αυτό ολόκληρη η ανθρώπινη περιπέτεια. Το ποδόσφαιρο, όμως, δεν υπάρχει μόνο για αυτά που «δεν είναι» (τον πόλεμο και την αντιπαράθεση), αλλά πρωτίστως για τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί το ποδόσφαιρο και όχι κάποιο άλλο άθλημα; Τι είναι αυτό που το ξεχωρίζει στις συνειδήσεις των φιλάθλων από ένα άλλο άθλημα; Τι είναι αυτό που το κάνει «βασιλιά των σπορ»; Πώς καταφέρνει να απεικονίσει την πραγματικότητα γύρω μας; Φαίνεται πως τα «μέτρα» του αποτυπώνουν πιστότερα τα ανθρώπινα μέτρα, υπαρκτά ή επιζητούμενα:

α) Το εμβαδόν του γηπέδου δίνει ζωτικό χώρο και την αίσθηση της μέγιστης ιδιοκτησίας στον καθένα που ίσως να μένει σε 50, 100 ή 1000 τ.μ.

β) Οι χαώδεις κερκίδες καθιστούν τον καθένα αξιόπιστο ρήτορα σε ένα ανεπανάληπτο ακροατήριο.

γ) Το «πλεχτό» εικονογραφεί απόλυτα το συναίσθημα που νιώθουμε όταν πετυχαίνουμε τον στόχο μας: η κινούμενη μπάλα-σκέψη τραντάζει τα δίχτυα καταργώντας τα δεδομένα και ξαφνικά ακινητοποιείται σε κάποια γωνία σαν την αλήθεια που κάθεται καθαρή στην κορυφή της αντίληψής μας.

δ) Το τρέξιμο στο χόρτο μοιάζει με χορός που αποθεώνει το σώμα – αντικείμενο πόθου, καταργεί τις φυσικές ατέλειες που φυσικά δεν διακρίνονται στην ταχύτητα και την απόσταση.

ε) Η αναπόφευκτη αδικία από έναν διαιτητή, που είναι φύσει αδύνατον να αντιληφθεί τα πάντα, θυμίζει την κρίση του Θεού. Του δίνουμε την απόλυτη εξουσία, αλλά όλοι προσπαθούμε να τον ξεγελάσουμε, ξέροντας ότι δεν τα βλέπει όλα, και στο τέλος του φορτώνουμε τα όποια λάθη μας.

στ) Η διάρκεια του αγώνα είναι τέτοια που να χωράνε σ’ αυτήν όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις, λιγότερο – δείχνει λίγο, περισσότερο – κουράζει.

Αλλά και κάποια άλλα «μέτρα»:

ζ) Η επιστροφή του κάθε Ρονάλντο δίνει ελπίδες επιστροφής σε όλους όσους μένουν πίσω και θεωρούνται ξεγραμμένοι.

η) Οι μεταγραφές σε μια καλύτερη ομάδα αντισταθμίζουν την πολυπόθητη προαγωγή.

θ) Τα διλήμματα τύπου Πελέ ή Μαραντόνα (Beatles ή Rolling Stones, Καζαντίδης ή Μπιθικώτσης) διατρέχουν σε όλα τα μηκη και πλάτη την ανθρώπινη ψυχή που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο «πρέπει» και το «θέλω», το άσπρο και το μαύρο, τη σιγουριά και την περιπέτεια, το νόμιμο και το απαγορευμένο.

Ποιο άθλημα μικρογραφεί τόσο πιστά το μεγαλείο της καθημερινής μας περιπέτειας; Προφανώς, όλα τα αθλήματα με τον έναν ή άλλον τρόπο απεικονίζουν την ανθρώπινη πραγματικότητα. Τα «μέτρα» του ποδοσφαίρου, όμως, ικανοποιούν τα «μέτρα» της ανθρωπότητας, τον κοινό μέσον όρο των προσδοκιών της, και σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η παγκόσμια απήχησή του. Είτε σε παιδί από το Μπρόνξ, είτε σε παιδί από την Ουγκάντα πετάξεις μια μπάλα, αυτό θα την κλοτσήσει. Είτε είσαι αγρότης στον Τύρναβο, είτε μοναχός στο Νεπάλ, το τρανζίστορ «κολλά» στο αυτί όταν μεταδίδεται ποδοσφαιρικός αγώνας. Ακόμα και οι Ταλιμπάν επέλεξαν για τις εκτελέσεις αμάχων ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, ενώ οι Ουκρανοί της Ντιναμό Κιέβου θυσιάστηκαν για την πατρίδα τους, νικώντας σε ποδοσφαιρικό αγώνα τους επίλεκτους της Βέρμαχτ. (Το ποδόσφαιρο εκφράζει τα ανθρώπινα «μέτρα» και της πιο μεγάλης τραγωδίας).

Στο μέλλον, μπορεί τούτο να αλλάξει. Με δηλητηριασμένο περιβάλλον, αυτοματοποιημένα συναισθήματα και κοινωνική απομόνωση, ίσως το άθλημα του 3000 μ.Χ. να είναι το σκουός, όπως πριν χιλιάδες χρόνια σίγουρα «έσπαγε ταμεία», κατά πως διαβάζουμε στον Όμηρο, ο ακοντισμός. Σε μια παράτολμη αναγωγή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εάν ο στίβος είναι οι κλασικές Τέχνες για τον 20ο αιώνα, το ποδόσφαιρο είναι ο κινηματογράφος. Αναλογικά, αν δεν έχει αλλάξει κάτι τελευταία, οι απόγονοι των Lumiere και της MGM θα πρέπει να κόβουν περισσότερα εισιτήρια από τους απόγονους του Φειδία και του Μικελάντζελο Μπουοναρόττι.

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ

Ως πεδίο αναφοράς των κοινωνικών πεπραγμένων, το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να παραμείνει μακριά από την πολιτική. Η Ιστορία διδάσκει ότι διαχρονικά πολιτική και αθλητισμός ήταν κοντά. Πόσο μάλλον στο ποδόσφαιρο. Επιπλέον, ως απεικόνιση της σύγκρουσης μεταξύ εθνών και μάλιστα σε δύσκολες περιόδους (Ουρουγουάη-Αργεντινή το ‘30, ΗΠΑ-Ιράν στο Μουντιάλ του ’94, ΗΠΑ-Κίνα στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο Γυναικών, Αργεντινή-Αγγλία το καλοκαίρι και πολλά άλλα), το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να μην συγκινεί και τη διπλωματία. Με αφορμή τον αγώνα του Παναθηναϊκού στην Τουρκία με την Φενέρμπαχτσε, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι και μόνο ο αγώνας ήταν μια νίκη του ποδοσφαίρου. Το να περιμένεις από Τούρκους και Έλληνες μες στο γήπεδο να μην βριστούν είναι απλώς άτοπο. Ακόμα, όμως, κι αν βριστούν για το παρελθόν τους, αυτό έχει ήδη κριθεί και δεν αλλάζει. Αντιθέτως, το «βρίσιμο» δημιουργεί παρόν, ένα πάτημα επικοινωνίας. Τους Τούρκους ο νέος τούς ξέρει από τα βιβλία της Ιστορίας, δηλαδή δεν τους ξέρει. Βλέποντας αλλήλους, Έλληνες και Τούρκοι αποκτούν αίσθηση ο ένας του άλλου και αυτό είναι μια κάποια αρχή προς τη γνώση. Η διπλωματία δεν χρειάζεται να τους βάλει να ανταλλάζουν ανθοδέσμες. Χρειάζεται να τους βάλλει στο ίδιο γήπεδο. Τα άλλα θα ‘ρθουν μόνα τους. Γι’ αυτό και ήταν ήττα της διπλωματίας που δεν ήρθαν Τούρκοι στην Αθήνα. Ήταν ήττα και για το ποδόσφαιρο (όπως τεράστια ήττα ήταν ο αποκλεισμός της Γιουγκοσλαβίας από το Euro ’94 λόγω του πολέμου στη Βοσνία και είναι ήττα κάθε αποκλεισμός ομάδας για πολιτικούς λόγους).

Θα πρέπει τότε όλοι να αντιληφθούν ότι οι “βάζελοι” υπάρχουν γιατί υπάρχουν οι “γαύροι” κι ανάποδα. Είναι κομμάτι του παιχνιδιού που, όπως όλα τα παιχνίδια, έχει όρους. Και εδώ οι όροι είναι αυτοί που είπαμε στην αρχή: Ο πόλεμος χάνει έδαφος σταδιακά απέναντι σε κάποια άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα και σ’ αυτό προσιδιάζει ο Αθλητισμός περισσότερο από τις Τέχνες ή τις Επιστήμες. Η εποχή ευνοεί ένα συγκεκριμένο άθλημα κι αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Το αποθεώνουμε, το λοιδορούμε, νικάμε και χάνουμε καθημερινά μέσα απ’ αυτό. Τελικά, με τον αντίπαλο είμαστε κάθε φορά σαν τους πόλους ενός μαγνήτη, υπάρχουμε γιατί έχουμε την ικανότητα να διακρίνουμε ο ένας τον άλλον. Και είναι προτιμότερο ένα πανό με τον Μωάμεθ τον Πορθητή στη θύρα των φανατικών στο Βόσπορο, παρά τα φλάμπουρα με την ημισέληνο στην Καρπασία.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Αν είναι, όμως, έτσι και το ποδόσφαιρο παίρνει τη θέση του πολέμου, γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν πόλεμοι; (Ιδίως μετά από τόσες διοργανώσεις; -μέχρι και intertoto έχουμε). Μα, δεν είπε κανένας ότι οι πόλεμοι θα καταργηθούν από το ποδόσφαιρο. Αν και ως πόλεμοι, που το ποδόσφαιρο «αντιγράφει», μοιάζουν να έχουν καταργηθεί, όπως γίνεται φανερό από τις σύγχρονες πολεμικές δραστηριότητες της υπερδύναμης. Και για να υπάρχει ποδόσφαιρο, πρέπει οι ομάδες να παίζουν στο ίδιο γήπεδο και όχι από απόσταση. Παρόλο, όμως, που οι πόλεμοι «ανεβαίνουν» κατηγορία, το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να συγκινεί και οι εφημερίδες να του αφιερώνουν καθημερινά πολλές από τις στήλες τους. Κι αυτό γιατί όσες φορές και να βομβαρδίσουν οι ΗΠΑ το Ιράκ, όσες φορές κι αν πάρει το Ευρωπαϊκό η Ρεάλ, στο ποδόσφαιρο μπορεί κάποια στιγμή το Ιράκ να «βομβαρδίσει» τις ΗΠΑ και το κύπελλο να σηκώσει η δική μας ταπεινή ομάδα. Οι ανοιχτές ελπίδες που διατρέχουν το ποδόσφαιρο τού επέτρεψαν να μας «τραβήξει» έξω από τη λάσπη του πολέμου στο παρελθόν. Οι ίδιες ελπίδες είναι σε θέση να του επιτρέψουν μας κρατήσει έξω από την ίδια λάσπη που έρχεται από το μέλλον.

Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι το ποδόσφαιρο είναι άθλημα και δεν πρέπει να του φορτώσουμε τις ευθύνες τις πολιτικής. Επιπλέον, οι μνήμες των πολέμων ξεθωριάζουν. Οι εποχές εξακολουθούν να αλλάζουν και στην πρώτη ευκαιρία είναι έτοιμες να προδώσουν τις αναμνήσεις από το Mexico ’70 ή ’86 ή τη μέρα που η Ρίτα Παβόνε τραγουδούσε «Μ’ αφήνεις μόνη μου τις Κυριακές». Η ανθρωπότητα μεγαλώνει και η μοίρα του ποδοσφαίρου είναι κάποτε να πάψει να εκφράζει μαζικά τον ψυχισμό της. Η αδικία είναι ότι, αν πήρε χρόνο να φτάσει εκεί που έφτασε (θυμηθείτε, από τα πρώτα κεφάλια, στους κοιτώνες της Βρετανίας), η αποκαθήλωση από τις συνειδήσεις της μάζας θα είναι γρήγορη και απαρατήρητη. Αλλά, έτσι γίνεται με όλες τις ιδεολογίες.

Πλέον, καταλαβαίνει κανείς ότι το ενδιαφέρον του κόσμου για την ποδοσφαιρική μαγεία συντηρείται με τεχνητές αναπνοές, εκπληκτικής εμπνεύσεως σίγουρα, αλλά τεχνητές. Αν το «οφσάιντ» ήταν μια διόρθωση στον πραγματικό πόλεμο, ώστε να μπορούμε να τον παρακολουθούμε σε ένα γήπεδο, το μέτρημα των καθυστερήσεων στο τέλος των ημιχρόνων είναι ο τελευταίος λαγός από το μαγικό καπέλο των κανονισμών. Οι μεταγραφές των μεγάλων αστέρων έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Κανένας Τζακ δεν θα ζητούσε τέτοια προαγωγή και να αφήσει πίσω το μπάρ του χοντρο-Λίντσεϋ με τις χλιαρές του μπύρες βλέποντας Τσέλσυ – Άρσεναλ στην τηλεόραση πίσω από τη μπάρα. Τα τηλεοπτικά έφεραν στα όρια της κατάρρευσης σπουδαίες ομάδες της Ευρώπης και μερικές τις διέλυσαν. (Μέχρι και ο κινηματογράφος δείχνει να χάνει έδαφος μπροστά στην τηλεόραση). Άσε, που ξέρουμε όλοι ποιος θα πάρει το Champions League. Το ποδόσφαιρο έχει γίνει υπόθεση της Ρεάλ και άλλων πέντε έξι μεγαθηρίων. Ποιος θα ενδιαφέρεται σε λίγο καιρό να δει Ολυμπιακό – Παναθηναϊκό όταν θα παίζουν Ρεάλ – Μάντσεστερ και Βραζιλία – Μικτή Ευρώπης; Αλλά, τότε φτάνουμε εκεί που ξεκινήσαμε: Το ποδόσφαιρο καταργεί εν τέλει τον πόλεμο με έναν άλλον μεγαλύτερο στο κατόπι της Ιστορίας.

Στο πεδίο της μάχης, όσοι κυνηγάμε τις συγκινήσεις του 20ου αιώνα είμαστε, ήδη, ξεπερασμένοι. Νέες ποδοσφαιρικές δυνάμεις κάνουν την εμφάνισή τους. Η εξέλιξη των κοινωνιών αναδεικνύει νέες κοινωνικές πραγματικότητες πιο δυναμικές και διεκδικητικές στις οποίες το ποδόσφαιρο θα πρέπει να προσαρμοστεί για να επιβιώσει ως ο γνησιότερος εκφραστής του μαζικού μέσου όρου. Το μήνυμα ήρθε από τα γήπεδα της Κορέας και της Ιαπωνίας, από τις εμπνεύσεις των τούρμπο επιθετικών της Βραζιλίας, από την εκπληκτική δήλωση για Άγγλους μετά τον αποκλεισμό τους ότι «πιστεύουμε σ’ αυτήν την ομάδα γιατί είναι νέα», από την έκπληξη της Γερμανίας που έφτασε στον τελικό. Μήνυμα κι απ’ τους «άμαχους»: Οι Κορεάτες φίλαθλοι μάζευαν τα σκουπίδια τους από τις κερκίδες με την ίδια ταχύτητα που τρέχουν αφηνιασμένοι οι παίκτες τους στο τερέν. Οι συντηρητικοί Ιάπωνες κάλυπταν σαν μεγάλη σημαία το γήπεδο με τις μπλε φανέλες τους. Μήνυμα από την αγορά: Η Μάντσεστερ Α.Ε κάνει περιοδείες γεμίζοντας τα στάδια της Ταϊλάνδης, όπως όταν παίζει η Γιουβέντους μακριά από το Τορίνο. Τα γήπεδα είναι πλέον σκεπαστά και συνδυάζονται με πολυθεάματα και πολύωρη ψυχαγωγία, σαν πο-λυχώροι-multiplex. Αργά ή γρήγορα, οι φάσεις θα επαναλαμβάνονται σε μόνιτορ για τον αβέβαιο διαιτητή και ίσως το ΠΡΟ-ΠΟ να παίζεται στις κερκίδες ανά πεντάλεπτο σαν το μπίνγκο στις αίθουσες της κομητείας του Κοννέκτικατ.

ΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥΣ ΟΠΛΟ

Τον τελευταίο λόγο, όμως, σε κάθε πόλεμο έχουν οι ίδιοι οι μαχητές και οι στρατηγοί τους. Τα Ομηρικά έπη εξύμνησαν τα κατορθώματα των τρομερότερων πολεμιστών της εποχής τους. Ακόμα και τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, οι ήρωες ήταν αναγνωρίσιμοι, όχι επειδή έκαναν διαφημιστικά, αλλά επειδή είχαν δεδομένη τη θεϊκή ομορφιά -από στόμα σε στόμα, από έπος σε έπος- ως απόρροια της θεϊκής τους προέλευσης στο λαϊκό υποσυνείδητο. (Με τον Αχιλλέα ήμασταν, όχι με τον Αγαμέμνονα). Σήμερα, οι σταρ του ποδοσφαίρου δεν είναι απαραίτητα οι καλύτεροι παίκτες. Είναι σίγουρα οι πιο αναγνωρίσιμοι, είτε είναι διάσημοι μόνο στη χώρα τους, είτε σε όλον τον κόσμο. Εσείς αναγνωρίζετε τις ντρίπλες του Νακάτα της Ιαπωνίας, του Ουκρανού Σεβτσένκο και τις σέντρες του Καν’το-σαν-τον-Μπέκαμ, ή κάποιων πιο ασουλούπωτων και χαμηλότερου προφίλ συμπαικτών τους, του Ιναμότο, του Ρεμπρόφ και του Σκόουλς; Αν δεν ήταν όμορφος ο Μπεστ στα 70’s, δεν θα υπήρχε Πελέ, είχε πει. Σήμερα, στην ομάδα του Φέργκιουσον, θα ήταν απλά ένας Ιρλανδός Θεός. Απ’ την άλλη, τα συστήματα των στρατηγών-προπονητών μοιάζουν να καταπίνουν την ατομικότητα, το ντελικάτο παιχνίδι, την σπιρτόζα έμπνευση, αυτό όμως γιατί αναζητούν μια νέα, πολύ πιο γρήγορη τέτοια, πολύ πιο δυνατή. Αυτά που σήμερα φαίνονται να καταστρέφουν το ποδόσφαιρο, η αστραπιαία ταχύτητα και η υπεράνθρωπη φυσική κατάσταση θα είναι απλά ξόρκια για μια νέα φυλή μάγων της μπάλας. Το ποδόσφαιρο περιμένει με ανυπομονησία να γεννηθούν, εξ’ ου και η αγιοποίηση των ημίθεων της μπάλας.

Όμως, μήπως εμείς ξεμείναμε οριστικά στον 20ο αιώνα; Μήπως, στο ποδόσφαιρο που «θέλει» να γίνει «πόλεμος» έχουμε το ρόλο του Δον Κιχώτη; Και ποιο μπορεί να είναι το τίμημα για το ποδόσφαιρο; Μπορούμε να το φανταστούμε σαν κάτι διαφορετικό από εκείνο που μάθαμε κολλώντας πιτσιρικάδες χαρτάκια της Πανίνι; Αυτό που πρέπει να κατά-λάβουμε είναι ότι τα πράγματα βεβαίως δεν ξεγράφονται εύκολα. Ζουν, αλλά μέσα από τους συνεχιστές. Άρα, αυτό που ζήσαμε εμείς είναι καταδικασμένο κάποια στιγμή να ξεμείνει στις βιτρίνες των μουσείων, όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης. Επιπλέον, το ποδόσφαιρο μοιάζει με όχημα που σε ταξιδεύει. Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι δίπλα σου τρέχουν και άλλα οχήματα πιο γρήγορα από εσένα. Φαίνεται ότι κάποιοι σε αντέγραψαν και πήραν τα ηνία της κούρσας. (Ίσως, έτσι να ένιωσαν οι Ιταλοί χάνοντας από τους Κορεάτες στο Μουντιάλ: σαν Fiat που το προσπερνά ένα Hyundai από τα δεξιά). Το ποδόσφαιρο, όμως, δεν θα πεθάνει, το ποδόσφαιρο θα μετεξελιχτεί και θα παραμένει «ποδόσφαιρο» στις συνειδήσεις κάποιων άλλων, όσο κι αν σε μας θα φαίνεται διαφορετικό. Ακόμα κι αν τα «μέτρα» του δεν ικανοποιούν μαζικά τις προσδοκίες των ανθρώπων στο μέλλον, το ποδόσφαιρο θα εξακολουθεί να έχει ένα μεγάλο ατού για να επανέλθει, το μόνο πράγμα στο οποίο δεν αναφερθήκαμε ως τώρα - τη μπάλα. Η στρογγυλή θεά στοιχειώνει τις συνειδήσεις των ανθρώπων στις αλάνες και στα σπίτια, άλλοτε σαν μάνα, άλλοτε σαν φίλη, άλλοτε σαν αδερφή, άλλοτε σαν πόρνη. Είναι μια εικόνα βαθιά χαραγμένη στην συνείδηση του ανθρώπου. Μεγαλώνοντας με μια μπάλα, συνειδητοποιείς ότι όλος ο κόσμος είναι μια σφαίρα που γυρίζει. Καθώς στέκεται πεταμένη σε μια γωνία, τι πιο εύκολο από το να την κλοτσήσεις;