Οι άνθρωποι αλλάζουν. Μαζί τους αλλάζουν και οι πλατείες που αγάπησαν. Οι άνθρωποι φεύγουν. Μαζί τους φεύγουν και οι εικόνες που κουβαλούν στο μυαλό τους απ’ τις πλατείες αυτές. Οι άνθρωποι έρχονται. Μαζί τους έρχονται καινούρια πράγματα. Τόσο καινούρια όσο μια βόλτα ανοιξιάτικη στην πλατεία Εξαρχείων.
Η πλατεία Εξαρχείων είναι μια πλατεία τρίγωνη. Έτσι, από όποια γωνιά και την αντικρίσεις, πάντα σου δίνει την αίσθηση ότι στο επόμενο βήμα σου προς αυτήν πρόκειται να ανοιχτείς σε έναν άγνωστο κόσμο. Το περασμένο καλοκαίρι ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την αναμόρφωση της πλατείας. Η εικόνα της ήταν έως τότε μια εικόνα εγκατάλειψης και παρακμής. Ήταν, όμως, η ίδια εικόνα που, μπολιασμένη με τους μύθους και τις διηγήσεις των παλιότερων για την δεκαετία του ’80, τραβούσε σαν μαγνήτης κάθε έφηβο που ήθελε να κάνει τα πρώτα βήματά του στην πόλη μόνος κι ανεξάρτητος. Από στόμα σε στόμα -και με τον καιρό- από τηλεόραση σε τηλεόραση, η πλατεία Εξαρχείων έγινε ο φόβος κάθε μαμάς που έστελνε το παιδί της στα φροντιστήρια της Κάνιγγος κι αργότερα στα γύρω πανεπιστήμια. Ήταν πράγματι μια ωραία κατάσταση, αν όχι τρομερή ειρωνία: Το μέρος που ελάχιστοι γονείς θα πατούσαν το πόδι τους, κι ας «ήξεραν» τόσα γι’ αυτό, θα γινόταν το πρώτο μέρος για το οποίο θα μιλούσαν οι γόνοι τους με λεπτομέρειες, πέραν από τη γειτονιά που έζησαν και μεγάλωσαν. Για να αλλάξει κι αυτό, όταν οι ίδιοι θα γίνονταν γονείς.
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος να βρεθείς στην πλατεία Εξαρχείων είναι να ανηφορίσεις την οδό Στουρνάρη από Πατησίων. Χαρακτηρισμένη ως η Silicon Valley της Ελλάδας, λόγω των πολλών καταστημάτων με είδη πληροφορικής που αραδιάζονται στα πλαϊνά της, η «Στουρνάρα», όπως έχει επικρατήσει στην ιδιόλεκτο των εντόπιων περιπατητών, είναι επίσης η είσοδος και για έναν άλλον «αυτόνομο» χώρο στο κέντρο της πόλης, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Φοιτητές που τελειώσαν τα μαθήματα, αλλά και φοιτητές που δεν τα άρχισαν καν, ανηφορίζουν σε κάθε αλλαγή βάρδιας προς την πλατεία. Εκεί θα αράξουν σε κάποια από τις πολλές καφετέριες, που το βράδυ γίνονται μπαράκια κατά το έθιμο της εποχής. Παλιά, οι καφετέριες μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Πλέον, οι επιλογές για καφέ περιλαμβάνουν πολλά χέρια. Ήβη, Φλοράλ, Διπλό, Βοξ, Φλοκαφέ, Όστρια είναι μερικά από τα συνθηματικά των μυστών της μεσημεριανής σιέστας που πάνω σε καρέκλες σκηνοθέτη γκριζιασμένες από το καυσαέριο του κέντρου αντιμάχονται την καθημερινότητά τους. Κάθε ένας έχει να διηγηθεί το δικό του σενάριο γι’ αυτήν. Το πιο γνωστό και χιλιοειπωμένο είναι αυτό για τους αναρχικούς της πλατείας ή τα «φρικιά» και τα «τζάνκια», ανθρώπους που στους μικροαστικούς Αρκουδέικους μύθους όλοι ταυτίζονται απροσδιόριστα μεταξύ τους. Απ’ την άλλη, το λιγότερο γνωστό σενάριο καθημερινότητας είναι ένα παλιό για την ίδια την πλατεία Εξαρχείων και το πως πήρε τη σημερινή της μορφή.
Το σχήμα που ξέρουμε σήμερα η πλατεία το απέκτησε τα πρώτα χρόνια μετά το ’80. Μέχρι τότε, η προέκταση της οδού Τσαμαδού χώριζε την πλατεία στα δύο. Το δε κάτω τμήμα της πρός Στουρνάρη, ήταν χτισμένο με παραγκόσπιτα, απομεινάρια ξεχασμένων γέρικων εποχών. Έτσι, μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν και σήμερα γενιές που έχουν δει την πλατεία να αλλάζει πάνω από μια φορά. Κάποιος παλιός μύστης μάς είπε με στεντόρεια φωνή σοφού που έχει αποσυρθεί από τα υλικά εγκόσμια πως «έχει ζήσει όλους τους βιασμούς της πλατείας αυτής»! Για τους αριστερούς ιδεολόγους που οχύρωσαν τα οράματά τους για μια κοινωνία διαφορετική σε κάθε γωνιά των μικροαστικών Εξαρχείων, οι αλλαγές στην πλατεία δεν είναι παρά άλλη μια προσπάθεια του συστήματος να επιβληθεί σε έναν από τους τελευταίους ελεύθερους χώρους παραγωγής ιδεών. Κοιτώντας τους νέους που αναζητούν με το τουφέκι ένα τραπεζάκι για να κάτσουν -παρέες παρέες των τεσσάρων και των οκτώ με τις ώρες σε πείσμα του χρόνου που τρέχει πάντα σε βάρος όλων, νιώθεις πως ο σοφός άντρας θα ήθελε πολλά να πει ακόμα. Τα στέκια, όμως, του καθενός διαφέρουν και δεν είναι πάντα όλοι κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι. Όπως και να το δει κανείς, οι νέοι δίνουν το στίγμα ανέκαθεν. Κι αυτή τη φορά, οι νέοι θα προτιμήσουν να κάτσουν πίσω «χαλ-λαρά» και με έναν καφέ ή μια μπύρα να βγάλουν ολόκληρη εξωβάρδια, μιλώντας για ομάδες, τραγουδιστές κι άλλα της καθημερινότητας που μυθολογούν. Όλα αυτά, βεβαίως, το πρωί, γιατί το βράδυ που η μουσική δυναμώνει δύσκολα ακούς τι λεει ο διπλανός σου.
Για να αλλάξει, όμως, η πλατεία όλοι έστρεψαν το βλέμμα τριγύρω και άκουσαν τι είχε να τους πει ο διπλανός τους –σε πείσμα των μοναχικών μας καιρών. Το αρχικό σχέδιο για την πλατεία που παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούλιο συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις, όχι μόνο αυτές των αναρχικών ιδεολόγων και των πιο δυναμικών νεαρών επίδοξων επιγόνων τους, αλλά και αυτών των ίδιων των κατοίκων της περιοχής και των επιχειρηματιών σ’ αυτήν. Όπως μας είπε κάποιος μαγαζάτορας, η μακέτα ήταν «φτιαγμένη η ίδια από μπετό». Οι αντιδράσεις, αν και προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους, συνέκλιναν σε μια κοινή αισθητική, τουλάχιστον, παραδοχή και έτσι προέκυψε το νέο σχέδιο, το οποίο συγκεντρώνει τώρα την αποδοχή των περισσότερων. Απ’ την στιγμή που όλοι προσυπέγραψαν για την ανάπλαση, οι εργασίες ξεκίνησαν δέκα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα. Έκτοτε, 58 καινούρια δέντρα έχουν ήδη φυτευτεί και περισσότερο πράσινο θα είναι πλέον ορατό με την προσθήκη γκαζόν και παρτεριών με θάμνους. Ο χώρος των τραπεζοκαθισμάτων θα μειωθεί στο μισό, ενώ θα δημιουργηθεί διάδρομος πλάτους τριών μέτρων για τους πεζούς με ειδικές ράμπες για τυφλούς συμπολίτες μας. Η πλακόστρωση γίνεται με μάρμαρο Καβάλας, ενώ οι κυβόλιθοι είναι πορφυρίτης από την γειτονική Ιταλία. Σύμφωνα, με τον μηχανικό του έργου, Αχιλλέα Κωσταγιάννη, σε δέκα χρόνια, κι όταν τα δέντρα μεγαλώσουν, η πλατεία θα είναι «δάσος». Είκοσι χρόνια πριν, ο ίδιος ερχόταν στην πλατεία ως νεαρός φοιτητής. Η εξαετία ‘77-‘83 έχει χαραχτεί στη μνήμη του ως «οι καλύτερες εποχές». Μιλάει με αγάπη για την πλατεία. Σε ερώτηση αν πίστευε τότε πως σήμερα θα άλλαζε αυτός ο ίδιος την πλατεία που σημάδεψε τα νιάτα του, απαντά με κάποια συγκίνηση πως όχι. Τελικά, οι πλατείες αλλάζουν μαζί με τους ανθρώπους κι όχι απ’ την έμπνευση της στιγμής.
Άραγε, πως θα είναι η πλατεία είκοσι χρόνια μετά; Θα είναι για τη δική μας γενιά φοιτητών και νέων, η σημερινή εποχή μια αντίστοιχη χρυσή εξαετία; Είναι, πάντως -και όλοι το παραδέχονται- η εποχή των Ολυμπιακών. Όχι των κόκκινων, των άλλων. Οι καταστηματάρχες πιστεύουν πως με τους Ολυμπιακούς Αγώνες το ερχόμενο καλοκαίρι, οι επισκέπτες της πλατείας θα αυξηθούν με ανάλογες συνέπειες για τα έσοδα των μαγαζιών τους. Θεωρούν πως οι όποιες παρεμβάσεις συνιστούν αναβάθμιση. Νέες καφετέριες έχουν ανοίξει και πολλές ακόμα ανακαινίζονται. Το βιομηχανικό στυλ με τις πέτρες και τις σκουριασμένες κουπαστές δίνει τη θέση της σε πιο ανάλαφρες διακοσμήσεις. Η εμφάνιση στην πλατεία δύο μαγαζιών, του ΒΟΞ και του Wunderbar, με αισθητική αρκετά διαφορετική από τη στερεότυπη εικόνα της επαναστατημένης πλατείας στα σύνορα του συστήματος, ήταν ο προάγγελος μιας νέας εποχής. Στα στοιχεία της νέας αυτής εποχής συγκαταλέγεται και η αυξανόμενη και συνεχής παρουσία της αστυνομίας. Η κατάσταση φαίνεται να έχει ηρεμήσει και τα τελευταία εκτεταμένα επεισόδια δεν αποτελούν παρά άλλη μια απομίμηση του μακρινό ’95 (όταν η τηλεόραση του Αντέννα έκανε τα αλήστου μνήμης τηλεδημοψηφίσματα να μπουν ή όχι τα ΜΑΤ στο Πολυτεχνείο που καιγόταν από τους «γνωστούς άγνωστους»). Η τελευταία εστία του περιθωρίου είναι πλέον μια γωνιά πιο φανερή και περπατημένη από οποιονδήποτε άλλο χώρο των Εξαρχείων. Στη Στουρνάρη και Σπύρου Τρικούπη γωνία τα «φρικιά» έχουν καταθέσει τα όπλα με άδεια χέρια και πρόσωπα που θυμίζουν την «Κραυγή» του Μυνχ. Το κέντρο της πλατείας που ήταν το σπίτι τους, αυτή η terra ingognita του ‘80, είναι τώρα περικυκλωμένη από μπάζα. Ξένοι εργάτες ζουν εκεί μες στη σκόνη το δικό τους ελληνικό όνειρο. Τι να είναι για αυτούς η πλατεία μετά από χρόνια παρά μια σκληρή εμπειρία επιβίωσης στη Δύση;
Κανείς δεν χρειάζεται τον μικροαστικό οδηγό επιβίωσης πια για να κυκλοφορήσει στην πλατεία Εξαρχείων. Τελικά, μάλλον, ποτέ πραγματικά δεν χρειάστηκε. Γιατί η πλατεία Εξαρχείων αν και ήταν ξεχωριστή, παρέμεινε εν τούτοις μια πλατεία, ένας χώρος συνάντησης των καθημερινών ανθρώπων. Ανθρώπων πιο φευγάτων, ανθρώπων πιο ανήσυχων, μα σίγουρα καθημερινών ανθρώπων. Αναζητώντας τα σημεία αναφοράς της πλατείας, οδηγούμαστε στην πολυκατοικία που στέκεται στη γωνία των οδών Αραχώβης και Θεμιστοκλέους απέναντι από το ΒΟΞ. Είναι η περιβόητη «Μπλε Πολυκατοικία», έργο του αρχιτέκτονα Κυριακούλη Παναγιωτάκου, που χτίστηκε το 1932 και διεκδικεί τον τίτλο της πρώτης πολυκατοικίας που ανεγέρθηκε στην Αθήνα. Ένοικοί της υπήρξαν πολλοί επώνυμοι, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, πολιτικοί, έμποροι και βιομήχανοι. Σήμερα, η πολυκατοικία φαίνεται γερασμένη και τα περισσότερα κουδούνια δείχνουν τις επωνυμίες μικρών αγνώστων επιχειρήσεων που στεγάζονται σε αυτήν. Το πρώτο που αντικρίζει κανείς μπαίνοντας είναι η πλατιά εσωτερική σκάλα. Μεγαλοπρεπής μέσα στην παρακμή της και όμορφη παρόλα τα σημάδια του χρόνου, σε ανεβάζει με αργά βήματα ψηλά σε έναν κόσμο που δύσκολα φαντάζεται ο επισκέπτης των Εξαρχείων. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας η θέα είναι εκπληκτική. Από πίσω ο Λυκαβηττός, ογκώδης και επιβλητικός όσο κανείς δεν μπορεί να τον δει έτσι χαμένος όπως είναι στα στενά της πόλης. Δίπλα ο λόφος του Στρέφη, Αγχεσμός όπως θα τον έλεγαν οι καθημερινοί άνθρωποι της κλασικής Αθήνας, Μπινέκντασι όπως θα τον καλούσαν στην Τουρκοκρατία. Με πρόσωπο στημένο πάντα προς τη Δύση και ολόγυρα παντού η Αθήνα μέχρι το Αιγάλεω και ακόμα μακρύτερα είναι το δώρο της πολυκατοικίας στους ψηλότερους ενοίκους της. Αρκετοί απ’ αυτούς μαζεύονται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην εν λόγω ταράτσα για να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου. Όσοι υποδέχτηκαν εκεί το 2004 ήταν και οι τελευταίοι που είδαν την πλατεία από ψηλά με τη μορφή που είχε είκοσι χρόνια τώρα.
Σε κάθε περίπτωση, είναι διαφορετική η πλατεία Εξαρχείων όταν τη βλέπεις από ψηλά. Μοιάζει πιο συμμαζεμένη και πιο ήρεμη. Έτσι, όπως ίσως μπορούν να τη βλέπουν μόνο όσοι κατοικούν στα ρετιρέ της ζωής. Αν επιμείνεις, όμως, κοιτώντας ολόγυρα, θα καταλάβεις πόσο ζωντανή και ανήσυχη είναι κατά βάθος, με ανθρώπους και αυτοκίνητα να μετακινούνται διαρκώς, με άπειρες μικρές λεπτομέρειες να την χαρακτηρίζουν. Από την οθόνη του θερινού σινέμά ΒΟΞ μέχρι το κτίριο Γκίνη στο Πολυτεχνείο στο βάθος και από την τροπική αυλή της νεοκλασικής «Όστριας» μέχρι τους κάδους έξω από το σουβλατζίδικο του «Κάββουρα». Από τα απλωμένα ρούχα πέρα στις σκοτωμένες από την κούραση πολυκατοικίες της Μητρόπολης μέχρι τα μαραμένα λουλούδια κάποιας παλιάς Αθηναίας γραίας των Μεγάλων Προσδοκιών. Από τα διπλά λεωφορεία που δυκολεύονται στη στροφή για Στουρνάρη μέχρι τα τρίθυρα αμαξάκια που δυσκολεύονται να παρκάρουν έξω από τα φροντιστήρια στη Σολωμού. Ένας μικρόκοσμος που φτιάχτηκε, θαρρείς, από τύχη, επειδή οι γειτονιές που απλώθηκαν από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις άφησαν στην απόληξή τους ένα μικρό κενό τρίγωνο γης, σημείο συνάντησης και για τις τρεις. Η μια γειτονιά από την Ομόνοια, η άλλη από τη Νεάπολη και η τρίτη από το Μουσείο, με ότι αυτά τα ονόματα συμβολίζουν για το παρόν, μέλλον και παρελθόν μιας πόλης που διαρκώς εξεγείρεται τα τελευταία εκατό χρόνια απέναντι στη χωροταξία της. Ρωτώντας τους ανθρώπους της πλατείας αν πιστεύουν πως το πνεύμα της θα αλλάξει μαζί με την εικόνα της, σου απαντούν πως όχι. Τα Εξάρχεια θα παραμείνουν Εξάρχεια.
Όχι, βέβαια, επειδή το θέλει κάποια παράδοση ή η ρομαντική διάθεση των νοσταλγών του όποιου παρελθόντος. Αλλά, επειδή ορισμένα πράγματα γύρω και μέσα σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο της Αθήνας παραμένουν τα ίδια. Όσο υπάρχουν το Πολυτεχνείο και τα άλλα τριτοβάθμια ιδρύματα σε ακτίνα χιλιομέτρου από την πλατεία, αυτή θα τροφοδοτείται πάντα με νέους ανθρώπους, που σε όποια εποχή κι αν δρουν θα φέρνουν νέες ιδέες και συνήθειες. Κοιτώντας τα νεανικά πρόσωπα γύρω απ’ την μπάρα στην «Ήβη», ξέρεις πως η πλατεία είναι καταδικασμένη σαν άλλος Φάουστ να ζει ως νέα για πάντα. Είναι εκεί τα παιδιά και συνεχίζουν αν μιλούν ακομπλάριστα, ακόμα κι αν ξέρουν πως ο φωτογράφος φτιάχνει το θέμα του στα πρόσωπά τους. Συζητούν και λικνίζονται σε ρυθμούς που ‘ρχονται απ’ έξω -κι αυτό πάντα συνέβαινε στην πλατεία. Πράγματα έρχονταν απ’ έξω μέσα για να ζυμωθούν και να βγουν ανανεωμένα ξανά στο δρόμο. Συζητούν και τ’ ότι φαίνονται χαλαροί δεν σημαίνει ότι δεν έχουν σοβαρά πράγματα να πουν. Τα μεσημέρια η πλατεία γεμίζει με νέες και νέους που μετά τη σχολή ή τη δουλειά έρχονται να «αλλάξουν» την κοινωνία, να λύσουν όλα της τα προβλήματα και να φύγουν σίγουροι πως κρατούν το μέλλον στα χέρια τους. Σταμπαρισμένες φάτσες «φοιτητοπατέρων» κάνουν κατήχηση σε ψαρωμένους πρωτοετείς, κλασικές παρέες στήνουν παρτίδες τάβλι για να πάρουν ρεβάνς από το μάθημα που κόπηκαν με «4» μόλις. Άλλοι κι άλλες πάλι χαζεύουν τις βόλτες του αντίθετου φύλου μπροστά από το Φλοκαφέ, τους στημένους στο ραντεβού τους στο ίδιο σημείο με μοναδική παρέα για την ώρα τους Νιγηριανούς που πουλάνε CD με χαμόγελο ανέξοδο και σπαστά ελληνικά.
Κάποιος είχε πει κάποτε πως μια συνοικία είναι ότι CD πουλάνε σ’ αυτήν οι μαύροι πειρατές. Στην πλατεία Εξαρχείων ανέκαθεν το ρεπερτόριο κινούνταν γύρω απ’ τη ροκ μουσική, που σε άλλες περαντζάδες και σε άλλες κασέλες εξέλιπε εντελώς δίνοντας χώρο στα ελληνικά σουξέ. Ο τρόπος που αλλάζει η πλατεία φαίνεται στις κασέλες έξω από τη Βαλτετσίου. Τα ροκ CD παρέμειναν, τα ελληνικά δεν ήρθαν ακόμη, ήρθαν όμως freestyle ακούσματα και περισσότερη «μαύρη» μουσική από CD που μπορείς κάλλιστα να βρεις στη Δελφών, τη Σκουφά και όλο πιο πάνω ανηφορίζοντας προς το Κολωνάκι. Το αν άλλαξες μαζί με την πλατεία που αγάπησες ίσως μαρτυριέται κι απ’ το ποια CD αγοράζεις. Κι αν στα χνάρια της μουσικής ψηλαφίζουμε τις όποιες αλλαγές ύφους, στο χώρο των εντύπων τις κρατάμε γερά στα χέρια μας. Τα έντυπα έδιναν στην πλατεία πάντα μια ξεχωριστή πινελιά. Στο περίπτερο απέναντι από τον «Γρηγόρη» μαζί με τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας βρίσκονται μαζεμένα και απλωμένα στο πεζοδρόμιο όλα σχεδόν τα funzines που έχουν λόγο να κυκλοφορούν στην Αθήνα. Τα περισσότερα έρχονται από τον «αντιεξουσιαστικό» χώρο, ενω υπάρχουν αρκετά που ξεκινώντας απ’ τη μουσική και τα κόμικς αναζητούν εναλλακτικές μορφές στην πολιτική και την φιλοσοφία. Μέσα όμως στις καφετέριες, εκεί που κυκλοφορεί ο πολύς κόσμος, τα έντυπα είναι κανονικές εφημερίδες, έχουν δικό τους σταντ και, όπως με τα CD, διατρέχουν όλη τη διαδρομή της Σκουφά από τις αρχές της μέχρι το τέλος της -στην άλλη γνωστή πλατεία του κέντρου. Σημεία των καιρών.
Τελικά, η πλατεία Εξαρχείων θα αλλάξει προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο; Ποιος έχει δίκιο; Οι καταστασιακοί του Ραούλ Βανεγκέμ που φωνάζουν για την καταστολή που ξεκινά από την πολεοδομία ή οι μικροαστοί του κέντρου που φωνάζουν για την επιτακτική ανάγκη εμπορικής αναβάθμισης της πλατείας; Τι είναι η αναπλαση: μικροαστική μεταρρύθμιση και βιομηχανία της light διασκέδασης ή ανάδειξη πρασίνου και ευκαιρίες επιχειρηματικότητας; Κοιτώντας το «Άγαλμα των Τριών Ερώτων» στο όχι ακριβώς κέντρο της πλατείας, μπαίνουμε στο πειρασμό να ρωτήσουμε τι πραγματικά πιστεύει αυτό, που τόσους έχει δει και τόσοι τού έχουν μιλήσει. Ίσως να είναι πολύ κουρασμένο για να μιλήσει σε αντίθεση με το λαϊκό άσμα που τραγουδιέται στα γύρω ρεμπετάδικα του Κάββουρα και της Μποέμισσας. Σίγουρα, το Άγαλμα θα παραμείνει για πολλά χρόνια εκεί να καταγράφει την καθημερινότητα μιας πλατείας που έγινε μύθος όσο καμιά άλλη στην Αθήνα. Λίγο μετά το Πάσχα κι όταν τα έργα στην πλατεία θα έχουν ολοκληρωθεί, θα φανεί το αποτέλεσμα της ανάπλασης. Η άλλη, όμως, αλλαγή, αυτή που συμβαίνει πολύ βαθύτερα από την επιφάνεια των πραγμάτων θα αργήσει να φανεί. Θα είναι ίσως το αντικείμενο συζήτησης ενός σημερινού νέου που θα βλέπει την πλατεία του διαφορετική μετά από χρόνια, με μόνα απείραχτα σημάδια τους «Τρεις Έρωτες» και τις τρεις πλευρές της, όσες ήταν και οι απαντήσεις τελικά που πήραμε στην ερώτηση αν θα αλλάξει η πλατεία: Ναι. Όχι. Ίσως...
1 σχόλιο:
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει γλαφυκότερη περιγραφή...
Τα συγχαρητήριά μου.
Δημοσίευση σχολίου