Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Ματ στο Κρεμλίνο


Η σκακιέρα της πολιτικής δεν χωράει δύο βασιλιάδες. Σε μια παρτίδα όπου οι ηγέτες εκλέγονται από άσπρα και μαύρα πιόνια, νικητής βγαίνει αυτός που ξέρει να διαβάζει καλύτερα τους συμβολισμούς.


Ανάμεσα στο πλήθος των τριών χιλιάδων διαδηλωτών που συγκεντρώθηκαν στο παγωμένο κέντρο της Ρωσικής πρωτεύουσας, η προσοχή των περισσότερων έπεφτε στον μαυροντυμένο πενηντάρη άντρα με την πολυκαιρισμένη τραγιάσκα, ο οποίος βρισκόταν επικεφαλής της πορείας. Θα έλεγε κανείς πως εκείνος ο άντρας έμοιαζε υπερβολικά με τον Γκάρυ Κασπάροφ κι αυτό θα ήταν πράγματι παράξενο για έναν πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή του σκάκι που έχει δώσει τις περισσότερες μάχες του καθιστός, απέναντι σε σκεπτικούς αντιπάλους σε συνθήκες απόλυτης κι εκρηκτικής ησυχίας. Όμως κάθε άλλο παρά έτσι ήταν εκείνο το πρωινό Σαββάτου της 24ης Νοεμβρίου 2007. Δύο μόλις εβδομάδες πριν τις εθνικές εκλογές για την ανάδειξη νέου κοινοβουλίου (Κάτω Δούμας) και πρωθυπουργού, το πολιτικό κλίμα στη Μόσχα ήταν τεταμένο. Στις εκλογές αυτές θα αναμετριόταν το κόμμα ‘Ενωμένη Ρωσία’, με επικεφαλής τον ίδιο τον Πρόεδρο Πούτιν, ενάντια στους υπόλοιπους: το Κομμουνιστικό Κόμμα του παλαίμαχου Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, το Εθνικιστικό Κόμμα του υπερεθνικιστή Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι και έναν συνασπισμό ετερόκλητων κομμάτων υπό το όνομα ‘Η Άλλη Ρωσία’ με επικεφαλής των πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή σκάκι Γκάρυ Κασπάροφ. Ήταν, λοιπόν, πράγματι αυτός.

Καταμεσής της μεγάλης λεωφόρου που περνά απ’ τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Μόσχας, ο Κασπάροφ έπαιζε το παιχνίδι του μαύρου Βασιλιά απέναντι στα ετοιμοπόλεμα πιόνια του μεγάλου του αντιπάλου. Οι κατά καιρούς συγκρούσεις της αστυνομίας με διαδηλωτές της αντιπολίτευσης δεν άφηναν αμφιβολία για την κατάληξη κι αυτής της πορείας. Η προ μηνός σύλληψη δεκαεπτά μελών της ’Αλλης Ρωσίας‘ από τη ρωσική αστυνομία, την ώρα που πήγαιναν να καταθέσουν στην κεντρική εκλογική επιτροπή τον κατάλογο με τους κομματικούς υποψηφίους και μία μόλις μέρα μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας Κασπάροφ, ζέσταναν το προσκήνιο πολύ περισσότερο απ’ όσο υποχρέωνε ο ρωσικός χειμώνας. Οι εκλογές της 2ης Δεκεμβρίου, που η Δύση έσπευσε να αμφισβητήσει, δεν θα είχαν τόση σημασία αν δεν ήταν η επιλογή του Πούτιν να διεκδικήσει την πρωθυπουργία, ηγούμενος ο ίδιος του κόμματος που κυβερνά ουσιαστικά τη χώρα από το 2003. Το ρωσικό σύνταγμα απαγορεύει πάνω από δύο συνεχόμενες προεδρικές θητείες στον εκάστοτε πρόεδρο της χώρας. Συμπληρώνοντας δύο θητείες από το 2000, ο Πούτιν βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα εξουσίας παλιό όσο η ανθρώπινη φύση. Απολαμβάνοντας υψηλότατα ποσοστά δημοφιλίας, δεν άργησε να καταλάβει ότι η εξουσία του δεν κινδύνευε από μια αλλαγή στον τίτλο της. Σαν πρώην αξιωματούχος του σοβιετικού συστήματος θα είχε σίγουρα προσέξει έναν πολέμιό του σαν τον Αλεξάντερ Σολζενίτσιν να σχολιάζει: «μπορείς να ασκείς εξουσία πάνω στους ανθρώπους όσο δεν τους παίρνεις τα πάντα». Πόσο μάλλον όταν αυτό που εκείνοι δεν θέλουν να χάσουν με τίποτα είναι τον ίδιο τους τον Πρόεδρο. Η μεταπήδησή του στην πρωθυπουργία εξασφάλιζε συνέχεια στο σύστημα που με σιδηρά πυγμή ο ίδιος έχτισε πάνω στα ερείπια της μετασοβιετικής εποχής. Κοιτώντας την τηλεόρασή του εκείνο το Σάββατο, ο μέσος Ρώσος είδε ελάχιστες μέρες πριν τις εκλογές τον Πρόεδρό του να τονίζει ξανά πως η ψήφος του σημαίνει «σταθερότητα και συνέχεια». Αμέσως, μετά ο δέκτης του παίρνει εικόνες απ’ το κέντρο της πρωτεύουσας. Εκεί η αστυνομία συγκρούεται με τους διαδηλωτές της ‘Άλλης Ρωσίας’. Το δελτίο μιλάει για 60 συλλήψεις. Ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο πενηντάρης με τη μαύρη τραγιάσκα. Ο ίδιος αυτός, που ο Πρόεδρος έχει πει ότι παίρνει χρήματα απ’ τις ξένες πρεσβείες για να κάνει αντιπολίτευση. Ο Γκάρυ Κασπάροφ.

Ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα στο εξωτερικό από όσους έχουν βάλει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Μαρτίου. Όπως κάθε μεγάλη αναμέτρηση, έτσι και το παιχνίδι εξουσίας στο Κρεμλίνο έχει δύο ημίχρονα. Ένα τον Δεκέμβρη κι άλλο ένα τον Μάρτη. Όλοι ξέρουν το αποτέλεσμα στο πρώτο. Είναι το δεύτερο, όμως, που θα καθορίσει την έκβαση ολόκληρου του αγώνα. Μετά τη σύλληψή του, Γκάρυ Κασπάροφ δικάστηκε με διαδικασίες - εξπρές για υποκίνηση παράνομης κινητοποίησης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ημερών. Ο Βασιλιάς απειλήθηκε με τσεκ ματ απ΄ τους στρατιώτες του Τσάρου, αλλά απ’ ότι φαίνεται γλιτώνει προς το παρόν το ματ. Μιλώντας στους δημοσιογράφους κατά την αποφυλάκισή του, ο Κασπάροφ τονίζει ότι στόχος των Αρχών «είναι να στείλουν μήνυμα», κατηγορώντας το καθεστώς ότι «μπαίνει σε μία επικίνδυνη φάση, μετακυλά σε δικτατορία». Είναι λόγια που φαίνεται να απηχούν περισσότερο στο εξωτερικό παρά μέσα στην ίδια του τη χώρα. Ο Κασπάροφ έχει να αντιμετωπίσει εκτός απ’ τη δύναμη ενός πανίσχυρου Τσάρου και την δυσπιστία των Ρώσων. Σε μια χώρα όπου δεν είναι ασυνήθιστο ένας ηγέτης να αποκαλείται «πατερούλης», ένας διεκδικητής με την αμέριστη όσο και άκριτη υποστήριξη της «αναξιόπιστης» Δύσης εύκολα μπορεί να εκληφθεί ως εχθρός. Τίποτα δεν πλήγωσε τον εγωισμό των Ρώσων όσο η επέκταση της Δύσης σ’ αυτά που άλλοτε ήταν τα σύνορα της δικής τους αυτοκρατορίας. Οι εικόνες απ’ την Ουκρανία και τη Γεωργία είναι ακόμα νωπές στο μυαλό του μέσου Ρώσου, που είδε ξαφνικά τους παλιούς του εχθρούς να εγκαθιστούν τους βαλλιστικούς Πύργους τους στα κοντινά τετράγωνα της Πολωνίας και της Τσεχίας. Η κόντρα μεταξύ Κρεμλίνου και ΟΑΣΕ για την αποστολή παρατηρητών υπενθύμισε σε όλους αυτό που ποτέ πραγματικά δεν ξέχασαν. Αιώνες τώρα παίζεται το ίδιο παιχνίδι στη σκακιέρα. Αν χάσει ο Βασιλιάς, χάνουν όλοι. Αυτή τη φορά, ο παγκόσμιος πρωταθλητής δεν έχει να παίξει μόνο για τον εαυτό του.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ ΤΣΑΡΟΣ

Η γνώση δεν έχει καμία αξία αν δεν έχει πρακτικό αντίκρισμα. Στα λόγια αυτά του Ρώσου θεατρικού συγγραφέα Άντον Τσέχωφ μπορεί να συμπυκνωθεί η φιλοσοφία ενός ολόκληρου λαού. Για τους Ρώσους, το να λύνουν δύσκολα και μεγάλα προβλήματα ήταν ανέκαθεν ένα στοίχημα επιβίωσης. Ίσως γιατί ποτέ λαός δεν βρέθηκε στην Ιστορία του μπροστά σε τόσο μεγάλα και δύσκολα διλήμματα. Ίσως γι’ αυτό ποτέ κανείς εχθρός τους δεν τους νίκησε πραγματικά, εκτός ίσως πάλι απ’ τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Ο οποιοσδήποτε δεκάχρονος Ρώσος που μεγαλώνει με όνειρο κάποτε να γίνει Τσάρος μαθαίνει να πιστεύει πως πίσω απ’ την τελευταία κίνηση στη σκακιέρα της εξουσίας δεν μπορεί να κρύβεται παρά ένας συμπατριώτης του. Ο δεκάχρονος Γκάρυ έμαθε να αναγνωρίζει από πολύ νωρίς στα χρώματα της σκακιέρας τη σημασία του να είναι κανείς νικητής. Γεννημένος ως Garri Weinstein στο Μπακού του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν κατάλαβε νωρίς ότι πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να γίνει Τσάρος έχοντας πατέρα Εβραίο και Αρμένισσα μητέρα. Από Garri Weinstein, έγινε Garri Kasparyan για να μείνει στην Ιστορία ως ο Garry Kasparov, ο μεγαλύτερος εν ζωή Ρώσος σκακιστής. Ακριβώς όπως είπε κάποτε ο Στάλιν στη μητέρα του όταν αυτή τον ρώτησε «και τώρα τι κάνεις;» κι αυτός απάντησε «είμαι κάτι σαν Τσάρος».

Γεννημένος στις 13 Απριλίου του 1963, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, ο Κασπάροφ υπήρξε σε ηλικία εικοσιδύο ετών ο νεότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι. Είχε ήδη φανεί από πολύ πιο το τι θα ακολουθούσε στα μετέπειτα χρόνια. Ο νεαρός Γκάρι μαθήτευσε δίπλα στους μεγαλύτερους Σοβιετικούς δασκάλους, που αναγνώρισαν στο πρόσωπό του με τον μοναδικό τρόπο που είχε το σύστημα έναν πρωταθλητή. Πολύ γρήγορα, έφτασε να είναι σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών ο νεότερος Ρώσος σκακιστής που θα συμμετείχε στο Σοβιετικό πρωτάθλημα. Ένας νικητής είχε δημιουργηθεί σε μια χώρα που βάδιζε ολοταχώς προς την ήττα. Το πρωτόγνωρο σ’ αυτήν την υπόθεση δεν ήταν ο νικητής Ρώσος, αλλά η πιθανότητα μιας ήττας για την ίδια τη Ρωσία. Για τον Γκάρι, τουλάχιστον, η ήττα αυτή ήρθε πολύ αργότερα και, όπως θα περίμενε κανείς, ήρθε από έναν συμπατριώτη του. Ο Κασπάροφ υπήρξε Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι για όλα τα έτη από το 1985 μέχρι το 2000, οπότε και έχασε τον τίτλο από έναν μαθητή του, τον Βλάντιμιρ Κράμνικ. Δεν ήταν αυτή, όμως, η ήττα που εκτόξευσε τη φήμη του στη στρατόσφαιρα των Ανατολικών ηρώων. Τρία χρόνια νωρίτερα, σε μια εποχή που οι νέες τεχνολογίες φάνταζαν σαν η νέα παγκόσμια ουτοπία, ο Κάσπαροφ αναμετρήθηκε με τον υπερυπολογιστή Deep Blue της IBM για να χάσει τον αγώνα μόλις στο τελευταίο παιχνίδι από την σειρά των έξι που έγιναν. Μετά την ήττα, ο Κασπάροφ δήλωσε ότι διέκρινε βαθιά νοημοσύνη και δημιουργικότητα στις κινήσεις του άψυχου αντιπάλου του. Δεν ήταν, ασφαλώς, μια δήλωση αναγνώρισης της ήττας, αλλά ένα υπονοούμενο πως πίσω απ’ τις κινήσεις του υπολογιστή είχε παρεμβληθεί ανθρώπινη νοημοσύνη -κοινώς, ότι οι αντίπαλοι ήταν πολλοί και δεν έπαιξαν τίμια. Για κανέναν γεννημένο νικητή, η ήττα δεν είναι αποδεκτή. Πόσο μάλλον για έναν άνθρωπο που θα γινόταν Τσάρος. Ή τουλάχιστον θα προσπαθούσε να γίνει, δέκα χρόνια μετά…

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΜΑΤ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η Σοβιετική πρωτεύουσα ζούσε στους ρυθμούς της Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Τότε πολλοί είδαν τη νίκη του ανερχόμενου Κασπάροφ, που του έδωσε και τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, ως μια νίκη ενάντια στο κατεστημένο της Σοβιετικής Ένωσης. Ο ίδιος θα δηλώσει πως «παίζοντας με τον Καρπόφ, ο οποίος είναι ένα σύμβολο του συστήματος, είναι σαν να έβγαζες το βράχο απ’ το δρόμο». Τριάντα χρόνια μετά, ο Γκορμπατσόφ ζει μέσα απ’ τις διαφημίσεις και για πολλούς συμπατριώτες του ο δρόμος προς το μέλλον εξακολουθεί να είναι απελπιστικά κλειστός. Όμως ο Κασπάροφ, έχοντας αποσυρθεί εδώ και δύο χρόνια απ’ το σκάκι, παραμένει πεισματικά στο παιχνίδι της εξουσίας –της πολιτικής αυτή τη φορά. «Αυτή τότε ήταν μια συμβολική νίκη» δηλώνει. «Τώρα μια νίκη δεν μπορεί να είναι τέτοια. Το διακύβευμα σήμερα είναι η ίδια η επιβίωση της χώρας μου».

Ποτέ πραγματικά δεν βρέθηκε μακριά απ’ την πολιτική ο άνθρωπος που έχει περιγραφεί ως το «τέρας με τα χίλια μάτια που τα βλέπει όλα». Μέλος του ΚΚΣΕ από το 1984, ακολούθησε τον συρμό της μετά το 1990 εποχής για να εμπλακεί σε φιλόδοξα εγχειρήματα που κατά βάση στήριζαν τον μοιραίο Μπορίς Γιέλτσιν. Το 2001 υποστήριξε το τηλεοπτικό κανάλι NTV ενάντια στον Πρόεδρο Πούτιν κι αυτή φαίνεται πως ήταν η αρχή μιας σύγκρουσης που στα μάτια του ίδιου ίσως υπήρξε μεγαλύτερη απ’ ότι είναι πραγματικά. Ως ηγέτης ενός ετερόκλητου συνασπισμού κομμάτων της αντιπολίτευσης, ο Κασπάροφ διεκδικεί τον τίτλο του μεγαλύτερου επικριτή ενός ανθρώπου που η δημοτικότητά του ανάμεσα στους συμπατριώτες του αγγίζει δυσθεώρητα ύψη. Ο κυρίαρχος του παιχνιδιού είναι καλά προστατευμένος πίσω απ’ τους Πύργους του Κρεμλίνου. Τον Απρίλιο του 2007, ο Κασπάροφ πήρε μια πρώτη ιδέα της σκακιέρας της ασφάλτου, όταν εννιά χιλιάδες άντρες των Ειδικών Δυνάμεων αναπτύχθηκαν στους δρόμους της ρωσικής πρωτεύουσας για να αντιμετωπίσουν την προεκλογική διαδήλωση της αντιπολίτευσης. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν κι ο ίδιος. Για έναν σκακιστή που διακρίθηκε για την επιθετική του τακτική πάνω στη σκακιέρα, η μάχη για το Κρεμλίνο είναι μια μάχη που χάνεται επειδή ο αντίπαλος δείχνει να ξέρει την ίδια τακτική πάρα πολύ καλά. Ανέκαθεν την ήξερε.

Όταν μια χώρα καταρρέει, αυτό που αλλάζει πάνω απ’ όλα είναι οι άνθρωποι. Αλλάζουν οι συμπεριφορές, αλλάζουν, όμως, και τα πρόσωπα. Κοιτώντας, τη Ρωσία πριν και μετά το 1989, δύσκολα θα διακρίνει κανείς τους ίδιους παίκτες στην σκακιέρα της εξουσίας. Λίγοι θα αναζητούσαν στα μουντά γραφεία της Σοβιετικής γραφειοκρατίας τον επόμενο Τσάρο της Ρωσίας. Κι όμως, αυτός ήταν εκεί. Ο Βλάντιμιρ Πούτιν, νεαρός αξιωματικός της KGB στο Ανατολικό Βερολίνο την εποχή της πτώσης του Τείχους, ανέβηκε πολύ γρήγορα και απρόσμενα τα σκαλοπάτια της εξουσίας. Δήμαρχος της Αγίας Πετρούπολης το 1994, πρωθυπουργός της χώρας του το 1999, ανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας το 2000 σε ηλικία 48 ετών. Δεν είναι τόσο το γρήγορο ή απρόσμενο της υπόθεσης που ξαφνιάζουν, όσο το γεγονός ότι πολύ λίγοι ηγέτες έχουν καταφέρει στην Ιστορία να ταυτίσουν την απαρχή της εξουσία τους με μια τόσο χαρακτηριστική χρονολογία όπως το 2000. Επιπλέον και σε αντίθεση με τον πρωταθλητή από το Μπακού, ο νέος Τσάρος δεν χρειάστηκε ποτέ να δώσει μάχες στο εξωτερικό για να πάρει την εξουσία στη χώρα του. Ίσως αυτό να ήταν και η μεγαλύτερη παράλειψη του πολιτικού Γκάρυ: να μπορείς να νικάς Ρώσους στη χώρα τους. Στη μάχη της εξουσίας, οι συμβολισμοί κρύβουν μεγάλες αλήθειες. Κι αυτό δεν θα ‘πρεπε ποτέ να το ξεχάσει ένας άνθρωπος που άλλαξε ακόμα και το όνομά του για να κατακτήσει τον κόσμο.

Στη ζωή σ’ αντίθεση με το σκάκι, ο πιο σημαντικός παίκτης πάνω στην σκακιέρα μπορεί να είναι Αξιωματικός κι όχι Βασιλιάς ή Τσάρος. Την εποχή που ο νεαρός απ’ το Μπακού ετοιμαζόταν να γίνει Βασιλιάς, κάποιος νεαρός Αξιωματικός έκανε την τελική κίνηση ματ. Το να πει κανείς ότι η Ιστορία θα αναδείξει ποιος τελικά κέρδισε είναι άλλο ένα απ’ τα κλισέ που χρησιμοποιούν οι σχολιαστές Της για να μην την κατανοήσουν ποτέ. Ίσως, περισσότερο κι απ’ το αποτέλεσμα των εκλογών που γίνονται τον Δεκέμβριο στη Ρωσία, μπορέσουμε να καταλάβουμε τη ψυχή του λαού της, αν πάμε πολλά χρόνια πίσω στο 1970. Εκείνη τη χρονιά, η Ρωσία είχε τον τρίτο μεγαλύτερο πληθυσμό Εβραίων στον κόσμο. Εκείνη τη χρονιά, η Ρωσία προσγείωσε το πρώτο της διαστημικό όχημα στη Σελήνη. Εκείνη τη χρονιά, ο Ρώσος Φυσικός Αντρέι Ζαχάρωφ συνυπογράφει ανοικτή επιστολή που αναφερόταν στην αναγκαιότητα παροχής δημοκρατικής ελευθερίας στη χώρα του και θεσπίζει την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Μόσχας για την οποία θα βραβευτεί πέντε χρόνια αργότερα με το Νομπέλ Ειρήνης. Εκείνη τη χρονιά στο μακρινό Μπακού, ο επτάχρονος Gari Weinstein θα μάθει για τον θάνατο του πατέρα του από αυτοκινητιστικό δυστύχημα γυρίζοντας απ’ το σχολείο. Χωρίς όνομα, χωρίς προστασία, ο Γκάρι έμαθε να πιστεύει πως κάποια μέρα θα γινόταν Τσάρος. Όμως, στην παγωμένη σκακιέρα της Μόσχας, οι Πύργοι του Κρεμλίνου θα έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο.


(Δημοσιεύεται στο περιοδικό STATUS Ιανουαρίου 2008)

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

Μια πλατεία αλλάζει


Οι άνθρωποι αλλάζουν. Μαζί τους αλλάζουν και οι πλατείες που αγάπησαν. Οι άνθρωποι φεύγουν. Μαζί τους φεύγουν και οι εικόνες που κουβαλούν στο μυαλό τους απ’ τις πλατείες αυτές. Οι άνθρωποι έρχονται. Μαζί τους έρχονται καινούρια πράγματα. Τόσο καινούρια όσο μια βόλτα ανοιξιάτικη στην πλατεία Εξαρχείων.


Η πλατεία Εξαρχείων είναι μια πλατεία τρίγωνη. Έτσι, από όποια γωνιά και την αντικρίσεις, πάντα σου δίνει την αίσθηση ότι στο επόμενο βήμα σου προς αυτήν πρόκειται να ανοιχτείς σε έναν άγνωστο κόσμο. Το περασμένο καλοκαίρι ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την αναμόρφωση της πλατείας. Η εικόνα της ήταν έως τότε μια εικόνα εγκατάλειψης και παρακμής. Ήταν, όμως, η ίδια εικόνα που, μπολιασμένη με τους μύθους και τις διηγήσεις των παλιότερων για την δεκαετία του ’80, τραβούσε σαν μαγνήτης κάθε έφηβο που ήθελε να κάνει τα πρώτα βήματά του στην πόλη μόνος κι ανεξάρτητος. Από στόμα σε στόμα -και με τον καιρό- από τηλεόραση σε τηλεόραση, η πλατεία Εξαρχείων έγινε ο φόβος κάθε μαμάς που έστελνε το παιδί της στα φροντιστήρια της Κάνιγγος κι αργότερα στα γύρω πανεπιστήμια. Ήταν πράγματι μια ωραία κατάσταση, αν όχι τρομερή ειρωνία: Το μέρος που ελάχιστοι γονείς θα πατούσαν το πόδι τους, κι ας «ήξεραν» τόσα γι’ αυτό, θα γινόταν το πρώτο μέρος για το οποίο θα μιλούσαν οι γόνοι τους με λεπτομέρειες, πέραν από τη γειτονιά που έζησαν και μεγάλωσαν. Για να αλλάξει κι αυτό, όταν οι ίδιοι θα γίνονταν γονείς.

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος να βρεθείς στην πλατεία Εξαρχείων είναι να ανηφορίσεις την οδό Στουρνάρη από Πατησίων. Χαρακτηρισμένη ως η Silicon Valley της Ελλάδας, λόγω των πολλών καταστημάτων με είδη πληροφορικής που αραδιάζονται στα πλαϊνά της, η «Στουρνάρα», όπως έχει επικρατήσει στην ιδιόλεκτο των εντόπιων περιπατητών, είναι επίσης η είσοδος και για έναν άλλον «αυτόνομο» χώρο στο κέντρο της πόλης, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο. Φοιτητές που τελειώσαν τα μαθήματα, αλλά και φοιτητές που δεν τα άρχισαν καν, ανηφορίζουν σε κάθε αλλαγή βάρδιας προς την πλατεία. Εκεί θα αράξουν σε κάποια από τις πολλές καφετέριες, που το βράδυ γίνονται μπαράκια κατά το έθιμο της εποχής. Παλιά, οι καφετέριες μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Πλέον, οι επιλογές για καφέ περιλαμβάνουν πολλά χέρια. Ήβη, Φλοράλ, Διπλό, Βοξ, Φλοκαφέ, Όστρια είναι μερικά από τα συνθηματικά των μυστών της μεσημεριανής σιέστας που πάνω σε καρέκλες σκηνοθέτη γκριζιασμένες από το καυσαέριο του κέντρου αντιμάχονται την καθημερινότητά τους. Κάθε ένας έχει να διηγηθεί το δικό του σενάριο γι’ αυτήν. Το πιο γνωστό και χιλιοειπωμένο είναι αυτό για τους αναρχικούς της πλατείας ή τα «φρικιά» και τα «τζάνκια», ανθρώπους που στους μικροαστικούς Αρκουδέικους μύθους όλοι ταυτίζονται απροσδιόριστα μεταξύ τους. Απ’ την άλλη, το λιγότερο γνωστό σενάριο καθημερινότητας είναι ένα παλιό για την ίδια την πλατεία Εξαρχείων και το πως πήρε τη σημερινή της μορφή.

Το σχήμα που ξέρουμε σήμερα η πλατεία το απέκτησε τα πρώτα χρόνια μετά το ’80. Μέχρι τότε, η προέκταση της οδού Τσαμαδού χώριζε την πλατεία στα δύο. Το δε κάτω τμήμα της πρός Στουρνάρη, ήταν χτισμένο με παραγκόσπιτα, απομεινάρια ξεχασμένων γέρικων εποχών. Έτσι, μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχουν και σήμερα γενιές που έχουν δει την πλατεία να αλλάζει πάνω από μια φορά. Κάποιος παλιός μύστης μάς είπε με στεντόρεια φωνή σοφού που έχει αποσυρθεί από τα υλικά εγκόσμια πως «έχει ζήσει όλους τους βιασμούς της πλατείας αυτής»! Για τους αριστερούς ιδεολόγους που οχύρωσαν τα οράματά τους για μια κοινωνία διαφορετική σε κάθε γωνιά των μικροαστικών Εξαρχείων, οι αλλαγές στην πλατεία δεν είναι παρά άλλη μια προσπάθεια του συστήματος να επιβληθεί σε έναν από τους τελευταίους ελεύθερους χώρους παραγωγής ιδεών. Κοιτώντας τους νέους που αναζητούν με το τουφέκι ένα τραπεζάκι για να κάτσουν -παρέες παρέες των τεσσάρων και των οκτώ με τις ώρες σε πείσμα του χρόνου που τρέχει πάντα σε βάρος όλων, νιώθεις πως ο σοφός άντρας θα ήθελε πολλά να πει ακόμα. Τα στέκια, όμως, του καθενός διαφέρουν και δεν είναι πάντα όλοι κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι. Όπως και να το δει κανείς, οι νέοι δίνουν το στίγμα ανέκαθεν. Κι αυτή τη φορά, οι νέοι θα προτιμήσουν να κάτσουν πίσω «χαλ-λαρά» και με έναν καφέ ή μια μπύρα να βγάλουν ολόκληρη εξωβάρδια, μιλώντας για ομάδες, τραγουδιστές κι άλλα της καθημερινότητας που μυθολογούν. Όλα αυτά, βεβαίως, το πρωί, γιατί το βράδυ που η μουσική δυναμώνει δύσκολα ακούς τι λεει ο διπλανός σου.

Για να αλλάξει, όμως, η πλατεία όλοι έστρεψαν το βλέμμα τριγύρω και άκουσαν τι είχε να τους πει ο διπλανός τους –σε πείσμα των μοναχικών μας καιρών. Το αρχικό σχέδιο για την πλατεία που παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούλιο συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις, όχι μόνο αυτές των αναρχικών ιδεολόγων και των πιο δυναμικών νεαρών επίδοξων επιγόνων τους, αλλά και αυτών των ίδιων των κατοίκων της περιοχής και των επιχειρηματιών σ’ αυτήν. Όπως μας είπε κάποιος μαγαζάτορας, η μακέτα ήταν «φτιαγμένη η ίδια από μπετό». Οι αντιδράσεις, αν και προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους, συνέκλιναν σε μια κοινή αισθητική, τουλάχιστον, παραδοχή και έτσι προέκυψε το νέο σχέδιο, το οποίο συγκεντρώνει τώρα την αποδοχή των περισσότερων. Απ’ την στιγμή που όλοι προσυπέγραψαν για την ανάπλαση, οι εργασίες ξεκίνησαν δέκα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα. Έκτοτε, 58 καινούρια δέντρα έχουν ήδη φυτευτεί και περισσότερο πράσινο θα είναι πλέον ορατό με την προσθήκη γκαζόν και παρτεριών με θάμνους. Ο χώρος των τραπεζοκαθισμάτων θα μειωθεί στο μισό, ενώ θα δημιουργηθεί διάδρομος πλάτους τριών μέτρων για τους πεζούς με ειδικές ράμπες για τυφλούς συμπολίτες μας. Η πλακόστρωση γίνεται με μάρμαρο Καβάλας, ενώ οι κυβόλιθοι είναι πορφυρίτης από την γειτονική Ιταλία. Σύμφωνα, με τον μηχανικό του έργου, Αχιλλέα Κωσταγιάννη, σε δέκα χρόνια, κι όταν τα δέντρα μεγαλώσουν, η πλατεία θα είναι «δάσος». Είκοσι χρόνια πριν, ο ίδιος ερχόταν στην πλατεία ως νεαρός φοιτητής. Η εξαετία ‘77-‘83 έχει χαραχτεί στη μνήμη του ως «οι καλύτερες εποχές». Μιλάει με αγάπη για την πλατεία. Σε ερώτηση αν πίστευε τότε πως σήμερα θα άλλαζε αυτός ο ίδιος την πλατεία που σημάδεψε τα νιάτα του, απαντά με κάποια συγκίνηση πως όχι. Τελικά, οι πλατείες αλλάζουν μαζί με τους ανθρώπους κι όχι απ’ την έμπνευση της στιγμής.

Άραγε, πως θα είναι η πλατεία είκοσι χρόνια μετά; Θα είναι για τη δική μας γενιά φοιτητών και νέων, η σημερινή εποχή μια αντίστοιχη χρυσή εξαετία; Είναι, πάντως -και όλοι το παραδέχονται- η εποχή των Ολυμπιακών. Όχι των κόκκινων, των άλλων. Οι καταστηματάρχες πιστεύουν πως με τους Ολυμπιακούς Αγώνες το ερχόμενο καλοκαίρι, οι επισκέπτες της πλατείας θα αυξηθούν με ανάλογες συνέπειες για τα έσοδα των μαγαζιών τους. Θεωρούν πως οι όποιες παρεμβάσεις συνιστούν αναβάθμιση. Νέες καφετέριες έχουν ανοίξει και πολλές ακόμα ανακαινίζονται. Το βιομηχανικό στυλ με τις πέτρες και τις σκουριασμένες κουπαστές δίνει τη θέση της σε πιο ανάλαφρες διακοσμήσεις. Η εμφάνιση στην πλατεία δύο μαγαζιών, του ΒΟΞ και του Wunderbar, με αισθητική αρκετά διαφορετική από τη στερεότυπη εικόνα της επαναστατημένης πλατείας στα σύνορα του συστήματος, ήταν ο προάγγελος μιας νέας εποχής. Στα στοιχεία της νέας αυτής εποχής συγκαταλέγεται και η αυξανόμενη και συνεχής παρουσία της αστυνομίας. Η κατάσταση φαίνεται να έχει ηρεμήσει και τα τελευταία εκτεταμένα επεισόδια δεν αποτελούν παρά άλλη μια απομίμηση του μακρινό ’95 (όταν η τηλεόραση του Αντέννα έκανε τα αλήστου μνήμης τηλεδημοψηφίσματα να μπουν ή όχι τα ΜΑΤ στο Πολυτεχνείο που καιγόταν από τους «γνωστούς άγνωστους»). Η τελευταία εστία του περιθωρίου είναι πλέον μια γωνιά πιο φανερή και περπατημένη από οποιονδήποτε άλλο χώρο των Εξαρχείων. Στη Στουρνάρη και Σπύρου Τρικούπη γωνία τα «φρικιά» έχουν καταθέσει τα όπλα με άδεια χέρια και πρόσωπα που θυμίζουν την «Κραυγή» του Μυνχ. Το κέντρο της πλατείας που ήταν το σπίτι τους, αυτή η terra ingognita του ‘80, είναι τώρα περικυκλωμένη από μπάζα. Ξένοι εργάτες ζουν εκεί μες στη σκόνη το δικό τους ελληνικό όνειρο. Τι να είναι για αυτούς η πλατεία μετά από χρόνια παρά μια σκληρή εμπειρία επιβίωσης στη Δύση;

Κανείς δεν χρειάζεται τον μικροαστικό οδηγό επιβίωσης πια για να κυκλοφορήσει στην πλατεία Εξαρχείων. Τελικά, μάλλον, ποτέ πραγματικά δεν χρειάστηκε. Γιατί η πλατεία Εξαρχείων αν και ήταν ξεχωριστή, παρέμεινε εν τούτοις μια πλατεία, ένας χώρος συνάντησης των καθημερινών ανθρώπων. Ανθρώπων πιο φευγάτων, ανθρώπων πιο ανήσυχων, μα σίγουρα καθημερινών ανθρώπων. Αναζητώντας τα σημεία αναφοράς της πλατείας, οδηγούμαστε στην πολυκατοικία που στέκεται στη γωνία των οδών Αραχώβης και Θεμιστοκλέους απέναντι από το ΒΟΞ. Είναι η περιβόητη «Μπλε Πολυκατοικία», έργο του αρχιτέκτονα Κυριακούλη Παναγιωτάκου, που χτίστηκε το 1932 και διεκδικεί τον τίτλο της πρώτης πολυκατοικίας που ανεγέρθηκε στην Αθήνα. Ένοικοί της υπήρξαν πολλοί επώνυμοι, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, πολιτικοί, έμποροι και βιομήχανοι. Σήμερα, η πολυκατοικία φαίνεται γερασμένη και τα περισσότερα κουδούνια δείχνουν τις επωνυμίες μικρών αγνώστων επιχειρήσεων που στεγάζονται σε αυτήν. Το πρώτο που αντικρίζει κανείς μπαίνοντας είναι η πλατιά εσωτερική σκάλα. Μεγαλοπρεπής μέσα στην παρακμή της και όμορφη παρόλα τα σημάδια του χρόνου, σε ανεβάζει με αργά βήματα ψηλά σε έναν κόσμο που δύσκολα φαντάζεται ο επισκέπτης των Εξαρχείων. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας η θέα είναι εκπληκτική. Από πίσω ο Λυκαβηττός, ογκώδης και επιβλητικός όσο κανείς δεν μπορεί να τον δει έτσι χαμένος όπως είναι στα στενά της πόλης. Δίπλα ο λόφος του Στρέφη, Αγχεσμός όπως θα τον έλεγαν οι καθημερινοί άνθρωποι της κλασικής Αθήνας, Μπινέκντασι όπως θα τον καλούσαν στην Τουρκοκρατία. Με πρόσωπο στημένο πάντα προς τη Δύση και ολόγυρα παντού η Αθήνα μέχρι το Αιγάλεω και ακόμα μακρύτερα είναι το δώρο της πολυκατοικίας στους ψηλότερους ενοίκους της. Αρκετοί απ’ αυτούς μαζεύονται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην εν λόγω ταράτσα για να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου. Όσοι υποδέχτηκαν εκεί το 2004 ήταν και οι τελευταίοι που είδαν την πλατεία από ψηλά με τη μορφή που είχε είκοσι χρόνια τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, είναι διαφορετική η πλατεία Εξαρχείων όταν τη βλέπεις από ψηλά. Μοιάζει πιο συμμαζεμένη και πιο ήρεμη. Έτσι, όπως ίσως μπορούν να τη βλέπουν μόνο όσοι κατοικούν στα ρετιρέ της ζωής. Αν επιμείνεις, όμως, κοιτώντας ολόγυρα, θα καταλάβεις πόσο ζωντανή και ανήσυχη είναι κατά βάθος, με ανθρώπους και αυτοκίνητα να μετακινούνται διαρκώς, με άπειρες μικρές λεπτομέρειες να την χαρακτηρίζουν. Από την οθόνη του θερινού σινέμά ΒΟΞ μέχρι το κτίριο Γκίνη στο Πολυτεχνείο στο βάθος και από την τροπική αυλή της νεοκλασικής «Όστριας» μέχρι τους κάδους έξω από το σουβλατζίδικο του «Κάββουρα». Από τα απλωμένα ρούχα πέρα στις σκοτωμένες από την κούραση πολυκατοικίες της Μητρόπολης μέχρι τα μαραμένα λουλούδια κάποιας παλιάς Αθηναίας γραίας των Μεγάλων Προσδοκιών. Από τα διπλά λεωφορεία που δυκολεύονται στη στροφή για Στουρνάρη μέχρι τα τρίθυρα αμαξάκια που δυσκολεύονται να παρκάρουν έξω από τα φροντιστήρια στη Σολωμού. Ένας μικρόκοσμος που φτιάχτηκε, θαρρείς, από τύχη, επειδή οι γειτονιές που απλώθηκαν από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις άφησαν στην απόληξή τους ένα μικρό κενό τρίγωνο γης, σημείο συνάντησης και για τις τρεις. Η μια γειτονιά από την Ομόνοια, η άλλη από τη Νεάπολη και η τρίτη από το Μουσείο, με ότι αυτά τα ονόματα συμβολίζουν για το παρόν, μέλλον και παρελθόν μιας πόλης που διαρκώς εξεγείρεται τα τελευταία εκατό χρόνια απέναντι στη χωροταξία της. Ρωτώντας τους ανθρώπους της πλατείας αν πιστεύουν πως το πνεύμα της θα αλλάξει μαζί με την εικόνα της, σου απαντούν πως όχι. Τα Εξάρχεια θα παραμείνουν Εξάρχεια.

Όχι, βέβαια, επειδή το θέλει κάποια παράδοση ή η ρομαντική διάθεση των νοσταλγών του όποιου παρελθόντος. Αλλά, επειδή ορισμένα πράγματα γύρω και μέσα σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο της Αθήνας παραμένουν τα ίδια. Όσο υπάρχουν το Πολυτεχνείο και τα άλλα τριτοβάθμια ιδρύματα σε ακτίνα χιλιομέτρου από την πλατεία, αυτή θα τροφοδοτείται πάντα με νέους ανθρώπους, που σε όποια εποχή κι αν δρουν θα φέρνουν νέες ιδέες και συνήθειες. Κοιτώντας τα νεανικά πρόσωπα γύρω απ’ την μπάρα στην «Ήβη», ξέρεις πως η πλατεία είναι καταδικασμένη σαν άλλος Φάουστ να ζει ως νέα για πάντα. Είναι εκεί τα παιδιά και συνεχίζουν αν μιλούν ακομπλάριστα, ακόμα κι αν ξέρουν πως ο φωτογράφος φτιάχνει το θέμα του στα πρόσωπά τους. Συζητούν και λικνίζονται σε ρυθμούς που ‘ρχονται απ’ έξω -κι αυτό πάντα συνέβαινε στην πλατεία. Πράγματα έρχονταν απ’ έξω μέσα για να ζυμωθούν και να βγουν ανανεωμένα ξανά στο δρόμο. Συζητούν και τ’ ότι φαίνονται χαλαροί δεν σημαίνει ότι δεν έχουν σοβαρά πράγματα να πουν. Τα μεσημέρια η πλατεία γεμίζει με νέες και νέους που μετά τη σχολή ή τη δουλειά έρχονται να «αλλάξουν» την κοινωνία, να λύσουν όλα της τα προβλήματα και να φύγουν σίγουροι πως κρατούν το μέλλον στα χέρια τους. Σταμπαρισμένες φάτσες «φοιτητοπατέρων» κάνουν κατήχηση σε ψαρωμένους πρωτοετείς, κλασικές παρέες στήνουν παρτίδες τάβλι για να πάρουν ρεβάνς από το μάθημα που κόπηκαν με «4» μόλις. Άλλοι κι άλλες πάλι χαζεύουν τις βόλτες του αντίθετου φύλου μπροστά από το Φλοκαφέ, τους στημένους στο ραντεβού τους στο ίδιο σημείο με μοναδική παρέα για την ώρα τους Νιγηριανούς που πουλάνε CD με χαμόγελο ανέξοδο και σπαστά ελληνικά.

Κάποιος είχε πει κάποτε πως μια συνοικία είναι ότι CD πουλάνε σ’ αυτήν οι μαύροι πειρατές. Στην πλατεία Εξαρχείων ανέκαθεν το ρεπερτόριο κινούνταν γύρω απ’ τη ροκ μουσική, που σε άλλες περαντζάδες και σε άλλες κασέλες εξέλιπε εντελώς δίνοντας χώρο στα ελληνικά σουξέ. Ο τρόπος που αλλάζει η πλατεία φαίνεται στις κασέλες έξω από τη Βαλτετσίου. Τα ροκ CD παρέμειναν, τα ελληνικά δεν ήρθαν ακόμη, ήρθαν όμως freestyle ακούσματα και περισσότερη «μαύρη» μουσική από CD που μπορείς κάλλιστα να βρεις στη Δελφών, τη Σκουφά και όλο πιο πάνω ανηφορίζοντας προς το Κολωνάκι. Το αν άλλαξες μαζί με την πλατεία που αγάπησες ίσως μαρτυριέται κι απ’ το ποια CD αγοράζεις. Κι αν στα χνάρια της μουσικής ψηλαφίζουμε τις όποιες αλλαγές ύφους, στο χώρο των εντύπων τις κρατάμε γερά στα χέρια μας. Τα έντυπα έδιναν στην πλατεία πάντα μια ξεχωριστή πινελιά. Στο περίπτερο απέναντι από τον «Γρηγόρη» μαζί με τις εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας βρίσκονται μαζεμένα και απλωμένα στο πεζοδρόμιο όλα σχεδόν τα funzines που έχουν λόγο να κυκλοφορούν στην Αθήνα. Τα περισσότερα έρχονται από τον «αντιεξουσιαστικό» χώρο, ενω υπάρχουν αρκετά που ξεκινώντας απ’ τη μουσική και τα κόμικς αναζητούν εναλλακτικές μορφές στην πολιτική και την φιλοσοφία. Μέσα όμως στις καφετέριες, εκεί που κυκλοφορεί ο πολύς κόσμος, τα έντυπα είναι κανονικές εφημερίδες, έχουν δικό τους σταντ και, όπως με τα CD, διατρέχουν όλη τη διαδρομή της Σκουφά από τις αρχές της μέχρι το τέλος της -στην άλλη γνωστή πλατεία του κέντρου. Σημεία των καιρών.

Τελικά, η πλατεία Εξαρχείων θα αλλάξει προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο; Ποιος έχει δίκιο; Οι καταστασιακοί του Ραούλ Βανεγκέμ που φωνάζουν για την καταστολή που ξεκινά από την πολεοδομία ή οι μικροαστοί του κέντρου που φωνάζουν για την επιτακτική ανάγκη εμπορικής αναβάθμισης της πλατείας; Τι είναι η αναπλαση: μικροαστική μεταρρύθμιση και βιομηχανία της light διασκέδασης ή ανάδειξη πρασίνου και ευκαιρίες επιχειρηματικότητας; Κοιτώντας το «Άγαλμα των Τριών Ερώτων» στο όχι ακριβώς κέντρο της πλατείας, μπαίνουμε στο πειρασμό να ρωτήσουμε τι πραγματικά πιστεύει αυτό, που τόσους έχει δει και τόσοι τού έχουν μιλήσει. Ίσως να είναι πολύ κουρασμένο για να μιλήσει σε αντίθεση με το λαϊκό άσμα που τραγουδιέται στα γύρω ρεμπετάδικα του Κάββουρα και της Μποέμισσας. Σίγουρα, το Άγαλμα θα παραμείνει για πολλά χρόνια εκεί να καταγράφει την καθημερινότητα μιας πλατείας που έγινε μύθος όσο καμιά άλλη στην Αθήνα. Λίγο μετά το Πάσχα κι όταν τα έργα στην πλατεία θα έχουν ολοκληρωθεί, θα φανεί το αποτέλεσμα της ανάπλασης. Η άλλη, όμως, αλλαγή, αυτή που συμβαίνει πολύ βαθύτερα από την επιφάνεια των πραγμάτων θα αργήσει να φανεί. Θα είναι ίσως το αντικείμενο συζήτησης ενός σημερινού νέου που θα βλέπει την πλατεία του διαφορετική μετά από χρόνια, με μόνα απείραχτα σημάδια τους «Τρεις Έρωτες» και τις τρεις πλευρές της, όσες ήταν και οι απαντήσεις τελικά που πήραμε στην ερώτηση αν θα αλλάξει η πλατεία: Ναι. Όχι. Ίσως...



Μάρτης 2004