Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Η νέα ερωμένη του βασιλιά


"Ω, καιροί, ω ήθη!" Με τα βλέμματα ενός ολόκληρου κόσμου στραμμένα πάνω τους, η -γυναίκα του Προέδρου- Κάρλα Μπρούνι ,αποδεικνύει τη σημασία του να είσαι ο -Γάλλος Πρόεδρος- Νικολά Σαρκοζύ.


Η 14η Νοεμβρίου ήταν μια μέρα εκπλήξεων για τους κοσμικούς κύκλους των Παρισίων. Στο προάστιο Marnes-la-Coquette, κανείς απ’ τους παρευρισκόμενους στο πάρτι του Ζακ Σεγκελά δεν φανταζόταν την εξέλιξη της βραδιάς. Οι καιροί που ο γηραιός οικοδεσπότης και πασίγνωστος διαφημιστής είχε λόγο στις δημόσιες σχέσεις όλων των Γάλλων Προέδρων απ’ τον Μιτεράν και μετά είχαν παρέλθει. Η Γαλλία είχε περάσει πλέον στην εποχή του Super Sarko, ενός 52άχρονου Προέδρου για τον οποίο έχει από καιρό φανεί πως βλέπει τη Γαλλική Δημοκρατία περισσότερο ως καλοβαλμένη ερωμένη, παρά ως γυμνόστηθη επαναστάτρια.

Ο Πρόεδρος περνούσε το κατώφλι της βίλας του Σεγκελά όταν αντίκρισε την Κάρλα Μπρούνι. Ο μύθος θέλει την Κάρλα, πρώην μοντέλο και νυν τραγουδοποιός, να παίζει κιθάρα τη στιγμή ακριβώς που καταφτάνει στο πάρτι ο Νικολά Σαρκοζί. Δεν ξέρουμε αν ο φιλοαμερικανός Γάλλος Πρόεδρος είναι φαν της φολκ ποπ μουσικής – που αρέσει στην Κάρλα, όχι όμως και στους κριτικούς της. Απέχοντας πολύ απ’ το να θυμίζει το «Πριν το Ξημέρωμα», η συνάντησή τους, έστω και υπό τους ήχους γλυκερών μελωδιών, έγινε σε ένα επιβλητικό σαλόνι με όλα τα τυπικά της γαλλικής αριστοκρατίας. Οι συστάσεις δεν θα μπορούσαν, φυσικά, να λείψουν. Όμως, ακόμα και σ’ αυτό, τα ήθη της προεδρίας είχαν αλλάξει. Η Κάρλα άφησε την κιθάρα στο πλάι και οι δυο τους κουβέντιαζαν συνέχεια, ενώ στο τέλος έφυγαν μαζί, κάτι που δεν παρέμεινε ασχολίαστο, αφού ο Super Sarko δεν έκανε τίποτα για να κρύψει τη διάθεσή του απέναντι στην Ιταλίδα καλλονή.

Ο επόμενος μήνας τούς έφερε ακόμα πιο κοντά. Κι αν πιστέψουμε τα έντυπα που ήθελαν τον Γάλλο Πρόεδρο να ακυρώνει το δείπνο του με τον Μουαμάρ Καντάφι για να βρεθεί μαζί της, τότε σίγουρα εκείνες οι κουβέντες στο Marnes-la-Coquette δεν αφορούσαν πολιτική ή τέχνη. Στα μέσα Δεκεμβρίου, οι δυο τους αποτόλμησαν και την πρώτη κοινή δημόσια εμφάνιση στη Eurodisney, με τον 6άχρονο γιο της Μπρούνι και τη μητέρα της. Η αδερφή της, Βαλέρια, θα ισχυριστεί στα περισσότερα έντυπα, που προστρέχουν για δηλώσεις τού ασυνήθιστου αυτού προεδρικού περιβάλλοντος, πως «η Κάρλα είναι απόλυτα ερωτευμένη», προσθέτοντας με νόημα: «Όταν η αδερφή μου θέλει κάποιον, τον παίρνει. Ακόμα και τώρα που είναι σχεδόν 40, ερωτεύεται σαν 16άχρονη!».

ΑΥΤΟΣ, ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Αν κανείς είχε την πολυτέλεια να παρακολουθεί τη ζωή της Κάρλα Μπρούνι όλα αυτά τα χρόνια, είναι κάτι που θα ξέρει ήδη. Η ομορφιά της πάντα γοήτευε τα media. Οι ερωτικές της κατακτήσεις περισσότερο. Στη Γαλλία, καταγράφονται τα ονόματα του δικηγόρου Άρνο Κλάρσφελντ, των ηθοποιών Βίνσεντ Πέρεζ και Σαρλ Μπέρλινγκ, καθώς και αυτό του πρώην Σοσιαλιστή πρωθυπουργού Λοράν Φαμπιούς. Εκτός Γαλλίας, μπορεί κανείς να αναφέρει τα ονόματα των Μικ Τζάγκερ, Έρικ Κλάπτον, Ντόναλντ Τραμπ και Κέβιν Κόστνερ. Για κάποιες απ’ αυτές τις σχέσεις, η Κάρλα πήρε το προσωνύμιο «αντροχωρίστρα» – και όχι άδικα, όπως θα έλεγε η κυρία Τζάγκερ. Κάποιες άλλες σχέσεις της –επαγγελματικές αυτή τη φορά– την έκαναν ένα απ’ τα είκοσι πιο καλοπληρωμένα μοντέλα της δεκαετίας του ’90, με αποδοχές που έφτασαν να αγγίζουν τα 7,5 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Στο λεύκωμα της ζωής της, έχουν αφήσει την υπογραφή τους οι κορυφαίοι της μόδας. Οι Christian Dior, Paco Rabanne, Sonia Rykiel, Christian Lacroix, Karl Lagerfeld, John Galliani, Yves Saint-Laurent, Chanel, Versace έχουν ντύσει την ωραία Ιταλίδα με εικόνες και υποσχέσεις που το βλέμμα ενός εγωκεντρικού Προέδρου θα απολάμβανε με κατακτητική διάθεση, όπως σε κάποια εποχή παλιότερα ο Καίσαρας την Κλεοπάτρα.

Η σημειολογία εδώ είναι εκπληκτική. Ανήμερα Χριστουγέννων, ένα κονβόι από θωρακισμένα αυτοκίνητα της αιγυπτιακής Προεδρίας κατευθυνόταν προς το φημισμένο ξενοδοχείο «Winter Palace», στην ανατολική πλευρά του Νείλου, στο Λούξορ. Σαρκοζί και Μπρούνι, με γυαλιά ηλίου και casual ρούχα, εγκαινίαζαν το ρόλο του προεδρικού ζεύγους μακριά απ’ τη Γαλλία. Ακολουθούσε η επίσημη επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στον Αιγύπτιο ομόλογό του. Όλοι αναρωτήθηκαν αν η καινούργια πρώτη κυρία της Γαλλίας θα ήταν η 39χρονη Μπρούνι. Στην πολιτική, οι απρόσμενοι έρωτες νομιμοποιούνται έξω απ’ το σπίτι και μακριά απ’ τους συγγενείς. Είναι κι αυτό πολιτική, όπως και να ’χει.

Όμως, η ματαιοδοξία καθρεφτίζεται το ίδιο εύκολα στο Νείλο όπως στο Σηκουάνα^ κάθε φορά αλλάζουν μόνο τα ιερά. Ο καθολικός Σαρκοζί, δύο φορές χωρισμένος και ελάχιστο καιρό μετά το χωρισμό του απ’ τη Σεσιλιά, επισκέφτηκε τον Πάπα στις 26 Δεκεμβρίου. Πολλοί θα μειδίασαν ειρωνικά, βλέποντάς τον μόνο του χωρίς τη φίλη του. Ακόμα και για τον Γάλλο Καίσαρα, οι τοίχοι του Βατικανού βαραίνουν περισσότερο απ’ τους ασβεστόλιθους του Λούξορ. Είναι κάτι που η ωραία Κάρλα θα πρέπει να συνηθίσει. Γυναίκες των Γαλατών αρχηγών υπήρξαν απ’ την Ντανιέλ του Μιτεράν και την Ιωσηφίνα του Ναπολέοντα μέχρι τη Μαρία Αντουανέτα του Λουδοβίκου και την Μπονεμίνα του Μαζεστίξ. Καμιά δεν βρέθηκε στο πλευρό του άντρα της χωρίς το φόβο της απώλειας.

Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

Τελικά, φαίνεται πως ακόμα κι αν δεν μίλησαν για πολιτική εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου, αυτή πάντα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή της Μπρούνι. Ίσως το σημαντικότερο. Η Κάρλα γεννήθηκε στο Τορίνο, απ’ τον Αλμπέρτο Μπρούνι-Τεντέσκι, τον μεγιστάνα των ελαστικών αυτοκινήτου Pirelli (ο οποίος ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντά του συνέθετε και όπερες), και την πιανίστα Μαρίζα Μπορίνι. Ήταν μόλις πέντε χρονών όταν η οικογένειά της απειλήθηκε απ’ τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Ιταλία για το Παρίσι. Οι γονείς της την έστειλαν σε ιδιωτικό σχολείο, ενώ παράλληλα έκανε μουσική μαθαίνοντας πιάνο και κιθάρα. Στις καλοκαιρινές τους διακοπές επέστρεφαν στην κοιλάδα του Πάδου, στο εξοχικό σπίτι όπου ο συλλέκτης πατέρας της διατηρούσε αντίκες και δεχόταν επισκέπτες όπως η Μαρία Κάλας και ο Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν.

Η Μπρούνι ήταν ακόμα έφηβη όταν αποφάσισε να παρατήσει τις πολλά υποσχόμενες σπουδές αρχιτεκτονικής στη Σορβόννη για να ασχοληθεί με το μόντελινγκ. Μετά από δέκα χρόνια στις πασαρέλες, καταφεύγει σε θεραπεία για να αντιμετωπίσει την απώλεια του πατέρα της και βάζει τέλος στην καριέρα της. Αρχίζει μια νέα, ως τραγουδίστρια αυτή τη φορά. Το πρώτο της άλμπουμ είναι το φολκ «Quelqu’un m’a dit» (Κάποιος μου είπε), που μπορεί να αποδοκιμάστηκε απ’ τους κριτικούς, αλλά πούλησε δύο εκατομμύρια αντίτυπα. Πέντε χρόνια μετά, τον Ιανουάριο του 2007, κυκλοφορεί το «No promises» (Χωρίς υποσχέσεις), που μελοποιεί πάνω σε ποιήματα των Γέιτς, Έμιλι Ντίκινσον και Ντόροθι Πάρκερ.

Η προσωπική της ζωή παραμένει το ίδιο άστατη. Ζώντας με τον εκδότη Ζαν-Πολ Εντοβέν, ερωτεύεται τον γιο του, Ραφαέλ, ο οποίος ήταν παντρεμένος με τη Ζιστίν Λεβί, κόρη του φιλόσοφου Μπερνάρ-Ανρί Λεβί. Το ζευγάρι χωρίζει κι αυτό που μένει, πέρα απ’ το βάρος μιας νέας δύσκολης σχέσης για την Κάρλα, είναι το εκδικητικό μπεστ σελερ της Ζιστίν με τίτλο «Rien de grave» (Τίποτα σοβαρό) και θέμα το χωρισμό. Σ’ αυτό, η εγκαταλειμμένη σύζυγος χαρακτηρίζει την αντίζηλό της ως προσευχόμενο mantis με χαμόγελο Εξολοθρευτή. Η Κάρλα κι ο Ραφαέλ κάνουν ένα παιδί, τον Ορελιάν, και χωρίζουν. Παρόλα αυτά, εκείνη θα αρνηθεί τα προσωνύμια που της χαρίζουν αφειδώς κάποιοι κι έχουν να κάνουν με τις σχέσεις και τους χωρισμούς της. «Προτιμώ να χαρακτηριστώ κυνηγός παρά μεταχειρισμένη», θα δηλώσει. «Κυνηγός δεν είναι κακός χαρακτηρισμός για μια γυναίκα». Τον περασμένο Φεβρουάριο θα δηλώσει ότι περιστασιακά είναι μονογαμική, αλλά προτιμά την πολυγαμία και την πολυανδρία. «Η αγάπη κρατάει πολύ, αλλά ο πόθος δύο, το πολύ τρεις εβδομάδες». Δεν φοβάται να μιλήσει ανοιχτά για το σεξ. «Είναι πολύ ευχάριστο. Ένα απ’ τα πλεονεκτήματα του να μεγαλώνεις. Με το χρόνο γίνεται ολοένα και πιο αισθησιακό, πιο απολαυστικό». Οι φίλοι της μιλούν για μια καλλιεργημένη γυναίκα, από καλό σπίτι, που δεν θα προκαλούσε τέτοιες αντιδράσεις με τις επιλογές της αν δεν ήταν η φημισμένη Κάρλα Μπρούνι. Βέβαια, όπως λέει το παλιό ρητό, η γυναίκα του Καίσαρα πρέπει και να είναι και να φαίνεται τίμια. Είναι άραγε η όμορφη Κάρλα η γυναίκα του Καίσαρα ή απλώς αυτός διέκρινε στα μάτια της κάτι απ’ τα δικά του ένστικτα και εμμονές;

ΑΠΕΛΕΙΠΕΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ...

Εδώ κάπου αρχίζουν όλα να παίρνουν διαστάσεις μολιερικού μύθου, με τον μοναδικό τρόπο, ασφαλώς, που οι υπέροχοι Γάλλοι ξέρουν να στήνουν. 2008, Γαλλία, Παρίσι, παγκοσμιοποίηση, άνοδος των τιμών του πετρελαίου, κακοί Αμερικανοί, παλιά Ευρώπη, μετανάστευση, ευρώ, Αμελί, Παγκόσμιο Κύπελλο, σαμπάνια και μαγικός ζωμός. Αυτή τη φορά, αρχηγός των ανυπότακτων Γαλατών είναι ένας άνθρωπος που το απόγευμα της εκλογής του στο ανώτατο αξίωμα της χώρας δηλώνει περιχαρής «Αν σας άρεσε η Τζάκι Κένεντι, με τη Σεσιλιά Σαρκοζί θα ξετρελαθείτε!». Ένας σύζυγος που ανακοινώνει το χωρισμό του εν μέσω πανεθνικής απεργίας των συνδικάτων. Ένας πολιτικός που βγαίνει στην τηλεόραση και δηλώνει «δεν θέλω πλέον οι άνθρωποι να μιλούν για την ιδιωτική μου ζωή». Πόσο πράγματι διαφορετικό απ’ την αυτοκρατορική επιβολή του Μιτεράν ή, έστω, την μπουφονική θεατρικότητα του Σιράκ! Τα παλιά ρητά αρμόζουν τόσο τέλεια σε τέτοιες περιστάσεις, ώστε κανείς να διατείνεται πως, πράγματι, πίσω από κάθε μεγάλο άντρα κρύβεται μια γυναίκα. Οι Γάλλοι έχουν αρκετό χρόνο να σκεφτούν αν αυτή μπορεί να είναι μια Ιταλίδα αριστοκράτισσα που παράτησε τα πάντα για το μόντελινγκ και κατέληξε στην αγκαλιά ενός αρχοντοχωριάτη. Προς το παρόν, δηλώνουν πως ο Πρόεδρος εκθέτει υπερβολικά την ιδιωτική του ζωή και πως αυτό δεν θα ’πρεπε να γίνεται. Αν η Σεσιλιά ακολούθησε τον Νικολά στις ερήμους της Λιβύης για να απελευθερώσουν μαζί, ως άλλοι ευγενείς, τους δέσμιους νοσοκόμους που το καθεστώς είχε καταδικάσει σε θάνατο, μέχρι πού μπορεί να πάει η Κάρλα και για ποιον;

Η τέχνη και η πολιτική είναι απ’ τα πράγματα που συναντιούνται στη ζωή για να αφήσουν μεγάλες απορίες. Τα μεγάλα θέματα της Τέχνης είναι και μεγάλα θέματα της πολιτικής και αντίστροφα. Κι αυτά είναι κλασικά θέματα, όπως ο έρωτας, ο πλούτος, η εξουσία, η δύναμη, η απώλεια. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Θέματα καθημερινά, που αφορούν τους πάντες. Όλοι, απ’ τους καλεσμένους του Marnes-la-Coquette μέχρι τους άνεργους του πιο απομακρυσμένου παριζιάνικου arrondisement, έχουν λόγο και γνώμη σ’ αυτά. Και είναι θέματα που θέλουν σεβασμό, αλλιώς επιστρέφουν στο κοινό ως κακή τέχνη και κακή πολιτική. Τότε το κοινό δεν μπορεί παρά να εκδικηθεί τους δημιουργούς για την κακή παράσταση.

Το βιβλίο της Ζιστίν Λεβί μιλάει για μια παράνομη σχέση που ξεκίνησε στην έπαυλη ενός γνωστού φιλόσοφου στο Μαρόκο, το 2002. Η κόρη του φιλόσοφου, Λουίζ, είναι μαζί με τον άντρα της, Αντριάν. Και οι δύο, έξυπνοι και φιλόδοξοι, αγαπιούνται απ’ τα εφηβικά τους χρόνια. Ο πατέρας του Αντριάν έχει έρθει για διακοπές με την Πόλά, μια σιλικονάτη μοντέλα και ροκ σταρ. Κάνει τον Αντριάν να την ερωτευτεί και τον κλέβει απ’ την αγαπημένη του. Η Ζιστίν ταυτίζεται με την ηρωίδα της. Στην έκδοση του βιβλίου, το 2004, θα πει πως ήθελε να πεθάνει μετά το χωρισμό της και πως το να γράψει το βιβλίο ήταν μια κάποια λύση για την κλονισμένη ψυχολογία της.

Η άλλη όψη του έρωτα ήταν ασφαλώς διαφορετική. Η Μπρούνι αφιέρωσε μετά από καιρό ένα τραγούδι της στον Ραφαέλ. «Μοιάζει με άγγελο, αλλά στον έρωτα είναι διάβολος. Τέσσερα σύμφωνα και τρία φωνήεντα, αυτό είναι το όνομά του, το ψιθυρίζω και κάθε γράμμα του με αναστατώνει». Σ’ αυτόν τον ιδιότυπο διαγωνισμό θεατρικότητας των συναισθημάτων, δεν μπορούμε να μη σκεφτούμε πως για τον αυθεντικό Ιούλιο Καίσαρα έχει γράψει ένας Σαίξπηρ κι όχι τα έντυπα του Μέρντοχ. Ίσως τίποτα δεν είναι τυχαίο σ’ αυτή τη ζωή. Και αυτή της Κάρλα Μπρούνι είναι πράγματι μυθιστορηματική, σχεδόν εκπληκτική. Αλλά τα πρώτα κεφάλαια της σχέσης της με τον Νικολά Σαρκοζί γράφτηκαν στη βίλα ενός διαφημιστή που έγινε πασίγνωστος στη Γαλλία το 1979, με το μπεστ σέλερ «Dites pas à ma mère que je suis dans la publicité… elle me croit pianiste dans un bordel» («Μην πεις στη μαμά μου ότι είμαι διαφημιστής… νομίζει ότι παίζω πιάνο σε μπουρδέλο!»). Έχοντας περπατήσει στον κόσμο της μόδας, η Μπρούνι σίγουρα δεν αγνοεί τη διαφορά τού τι σημαίνει να είσαι και τι να φαίνεσαι. Οι άνθρωποι πάντα πίστευαν πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Ας ευχηθούμε όλοι το τέλος αυτής της ερωτικής περιπέτειας να μη θυμίζει τίποτα απ’ «...την Αλεξάνδρεια που χάνεις..» του Καβάφη. Αν ποτέ γραφτεί ένα παραμύθι για την Κάρλα και τον Νικολά που έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, η όμορφη Ιταλίδα μπορεί να είναι σίγουρη πως πιο ευτυχισμένη γυναίκα Γάλλου αρχηγού υπήρξε η Μπονεμίνα. Ή, τουλάχιστον, η πιο αξιαγάπητη.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Ματ στο Κρεμλίνο


Η σκακιέρα της πολιτικής δεν χωράει δύο βασιλιάδες. Σε μια παρτίδα όπου οι ηγέτες εκλέγονται από άσπρα και μαύρα πιόνια, νικητής βγαίνει αυτός που ξέρει να διαβάζει καλύτερα τους συμβολισμούς.


Ανάμεσα στο πλήθος των τριών χιλιάδων διαδηλωτών που συγκεντρώθηκαν στο παγωμένο κέντρο της Ρωσικής πρωτεύουσας, η προσοχή των περισσότερων έπεφτε στον μαυροντυμένο πενηντάρη άντρα με την πολυκαιρισμένη τραγιάσκα, ο οποίος βρισκόταν επικεφαλής της πορείας. Θα έλεγε κανείς πως εκείνος ο άντρας έμοιαζε υπερβολικά με τον Γκάρυ Κασπάροφ κι αυτό θα ήταν πράγματι παράξενο για έναν πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή του σκάκι που έχει δώσει τις περισσότερες μάχες του καθιστός, απέναντι σε σκεπτικούς αντιπάλους σε συνθήκες απόλυτης κι εκρηκτικής ησυχίας. Όμως κάθε άλλο παρά έτσι ήταν εκείνο το πρωινό Σαββάτου της 24ης Νοεμβρίου 2007. Δύο μόλις εβδομάδες πριν τις εθνικές εκλογές για την ανάδειξη νέου κοινοβουλίου (Κάτω Δούμας) και πρωθυπουργού, το πολιτικό κλίμα στη Μόσχα ήταν τεταμένο. Στις εκλογές αυτές θα αναμετριόταν το κόμμα ‘Ενωμένη Ρωσία’, με επικεφαλής τον ίδιο τον Πρόεδρο Πούτιν, ενάντια στους υπόλοιπους: το Κομμουνιστικό Κόμμα του παλαίμαχου Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, το Εθνικιστικό Κόμμα του υπερεθνικιστή Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι και έναν συνασπισμό ετερόκλητων κομμάτων υπό το όνομα ‘Η Άλλη Ρωσία’ με επικεφαλής των πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή σκάκι Γκάρυ Κασπάροφ. Ήταν, λοιπόν, πράγματι αυτός.

Καταμεσής της μεγάλης λεωφόρου που περνά απ’ τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Μόσχας, ο Κασπάροφ έπαιζε το παιχνίδι του μαύρου Βασιλιά απέναντι στα ετοιμοπόλεμα πιόνια του μεγάλου του αντιπάλου. Οι κατά καιρούς συγκρούσεις της αστυνομίας με διαδηλωτές της αντιπολίτευσης δεν άφηναν αμφιβολία για την κατάληξη κι αυτής της πορείας. Η προ μηνός σύλληψη δεκαεπτά μελών της ’Αλλης Ρωσίας‘ από τη ρωσική αστυνομία, την ώρα που πήγαιναν να καταθέσουν στην κεντρική εκλογική επιτροπή τον κατάλογο με τους κομματικούς υποψηφίους και μία μόλις μέρα μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας Κασπάροφ, ζέσταναν το προσκήνιο πολύ περισσότερο απ’ όσο υποχρέωνε ο ρωσικός χειμώνας. Οι εκλογές της 2ης Δεκεμβρίου, που η Δύση έσπευσε να αμφισβητήσει, δεν θα είχαν τόση σημασία αν δεν ήταν η επιλογή του Πούτιν να διεκδικήσει την πρωθυπουργία, ηγούμενος ο ίδιος του κόμματος που κυβερνά ουσιαστικά τη χώρα από το 2003. Το ρωσικό σύνταγμα απαγορεύει πάνω από δύο συνεχόμενες προεδρικές θητείες στον εκάστοτε πρόεδρο της χώρας. Συμπληρώνοντας δύο θητείες από το 2000, ο Πούτιν βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα εξουσίας παλιό όσο η ανθρώπινη φύση. Απολαμβάνοντας υψηλότατα ποσοστά δημοφιλίας, δεν άργησε να καταλάβει ότι η εξουσία του δεν κινδύνευε από μια αλλαγή στον τίτλο της. Σαν πρώην αξιωματούχος του σοβιετικού συστήματος θα είχε σίγουρα προσέξει έναν πολέμιό του σαν τον Αλεξάντερ Σολζενίτσιν να σχολιάζει: «μπορείς να ασκείς εξουσία πάνω στους ανθρώπους όσο δεν τους παίρνεις τα πάντα». Πόσο μάλλον όταν αυτό που εκείνοι δεν θέλουν να χάσουν με τίποτα είναι τον ίδιο τους τον Πρόεδρο. Η μεταπήδησή του στην πρωθυπουργία εξασφάλιζε συνέχεια στο σύστημα που με σιδηρά πυγμή ο ίδιος έχτισε πάνω στα ερείπια της μετασοβιετικής εποχής. Κοιτώντας την τηλεόρασή του εκείνο το Σάββατο, ο μέσος Ρώσος είδε ελάχιστες μέρες πριν τις εκλογές τον Πρόεδρό του να τονίζει ξανά πως η ψήφος του σημαίνει «σταθερότητα και συνέχεια». Αμέσως, μετά ο δέκτης του παίρνει εικόνες απ’ το κέντρο της πρωτεύουσας. Εκεί η αστυνομία συγκρούεται με τους διαδηλωτές της ‘Άλλης Ρωσίας’. Το δελτίο μιλάει για 60 συλλήψεις. Ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο πενηντάρης με τη μαύρη τραγιάσκα. Ο ίδιος αυτός, που ο Πρόεδρος έχει πει ότι παίρνει χρήματα απ’ τις ξένες πρεσβείες για να κάνει αντιπολίτευση. Ο Γκάρυ Κασπάροφ.

Ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα στο εξωτερικό από όσους έχουν βάλει υποψηφιότητα για τις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Μαρτίου. Όπως κάθε μεγάλη αναμέτρηση, έτσι και το παιχνίδι εξουσίας στο Κρεμλίνο έχει δύο ημίχρονα. Ένα τον Δεκέμβρη κι άλλο ένα τον Μάρτη. Όλοι ξέρουν το αποτέλεσμα στο πρώτο. Είναι το δεύτερο, όμως, που θα καθορίσει την έκβαση ολόκληρου του αγώνα. Μετά τη σύλληψή του, Γκάρυ Κασπάροφ δικάστηκε με διαδικασίες - εξπρές για υποκίνηση παράνομης κινητοποίησης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ημερών. Ο Βασιλιάς απειλήθηκε με τσεκ ματ απ΄ τους στρατιώτες του Τσάρου, αλλά απ’ ότι φαίνεται γλιτώνει προς το παρόν το ματ. Μιλώντας στους δημοσιογράφους κατά την αποφυλάκισή του, ο Κασπάροφ τονίζει ότι στόχος των Αρχών «είναι να στείλουν μήνυμα», κατηγορώντας το καθεστώς ότι «μπαίνει σε μία επικίνδυνη φάση, μετακυλά σε δικτατορία». Είναι λόγια που φαίνεται να απηχούν περισσότερο στο εξωτερικό παρά μέσα στην ίδια του τη χώρα. Ο Κασπάροφ έχει να αντιμετωπίσει εκτός απ’ τη δύναμη ενός πανίσχυρου Τσάρου και την δυσπιστία των Ρώσων. Σε μια χώρα όπου δεν είναι ασυνήθιστο ένας ηγέτης να αποκαλείται «πατερούλης», ένας διεκδικητής με την αμέριστη όσο και άκριτη υποστήριξη της «αναξιόπιστης» Δύσης εύκολα μπορεί να εκληφθεί ως εχθρός. Τίποτα δεν πλήγωσε τον εγωισμό των Ρώσων όσο η επέκταση της Δύσης σ’ αυτά που άλλοτε ήταν τα σύνορα της δικής τους αυτοκρατορίας. Οι εικόνες απ’ την Ουκρανία και τη Γεωργία είναι ακόμα νωπές στο μυαλό του μέσου Ρώσου, που είδε ξαφνικά τους παλιούς του εχθρούς να εγκαθιστούν τους βαλλιστικούς Πύργους τους στα κοντινά τετράγωνα της Πολωνίας και της Τσεχίας. Η κόντρα μεταξύ Κρεμλίνου και ΟΑΣΕ για την αποστολή παρατηρητών υπενθύμισε σε όλους αυτό που ποτέ πραγματικά δεν ξέχασαν. Αιώνες τώρα παίζεται το ίδιο παιχνίδι στη σκακιέρα. Αν χάσει ο Βασιλιάς, χάνουν όλοι. Αυτή τη φορά, ο παγκόσμιος πρωταθλητής δεν έχει να παίξει μόνο για τον εαυτό του.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΤΑΝ ΤΣΑΡΟΣ

Η γνώση δεν έχει καμία αξία αν δεν έχει πρακτικό αντίκρισμα. Στα λόγια αυτά του Ρώσου θεατρικού συγγραφέα Άντον Τσέχωφ μπορεί να συμπυκνωθεί η φιλοσοφία ενός ολόκληρου λαού. Για τους Ρώσους, το να λύνουν δύσκολα και μεγάλα προβλήματα ήταν ανέκαθεν ένα στοίχημα επιβίωσης. Ίσως γιατί ποτέ λαός δεν βρέθηκε στην Ιστορία του μπροστά σε τόσο μεγάλα και δύσκολα διλήμματα. Ίσως γι’ αυτό ποτέ κανείς εχθρός τους δεν τους νίκησε πραγματικά, εκτός ίσως πάλι απ’ τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Ο οποιοσδήποτε δεκάχρονος Ρώσος που μεγαλώνει με όνειρο κάποτε να γίνει Τσάρος μαθαίνει να πιστεύει πως πίσω απ’ την τελευταία κίνηση στη σκακιέρα της εξουσίας δεν μπορεί να κρύβεται παρά ένας συμπατριώτης του. Ο δεκάχρονος Γκάρυ έμαθε να αναγνωρίζει από πολύ νωρίς στα χρώματα της σκακιέρας τη σημασία του να είναι κανείς νικητής. Γεννημένος ως Garri Weinstein στο Μπακού του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν κατάλαβε νωρίς ότι πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να γίνει Τσάρος έχοντας πατέρα Εβραίο και Αρμένισσα μητέρα. Από Garri Weinstein, έγινε Garri Kasparyan για να μείνει στην Ιστορία ως ο Garry Kasparov, ο μεγαλύτερος εν ζωή Ρώσος σκακιστής. Ακριβώς όπως είπε κάποτε ο Στάλιν στη μητέρα του όταν αυτή τον ρώτησε «και τώρα τι κάνεις;» κι αυτός απάντησε «είμαι κάτι σαν Τσάρος».

Γεννημένος στις 13 Απριλίου του 1963, στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, ο Κασπάροφ υπήρξε σε ηλικία εικοσιδύο ετών ο νεότερος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι. Είχε ήδη φανεί από πολύ πιο το τι θα ακολουθούσε στα μετέπειτα χρόνια. Ο νεαρός Γκάρι μαθήτευσε δίπλα στους μεγαλύτερους Σοβιετικούς δασκάλους, που αναγνώρισαν στο πρόσωπό του με τον μοναδικό τρόπο που είχε το σύστημα έναν πρωταθλητή. Πολύ γρήγορα, έφτασε να είναι σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών ο νεότερος Ρώσος σκακιστής που θα συμμετείχε στο Σοβιετικό πρωτάθλημα. Ένας νικητής είχε δημιουργηθεί σε μια χώρα που βάδιζε ολοταχώς προς την ήττα. Το πρωτόγνωρο σ’ αυτήν την υπόθεση δεν ήταν ο νικητής Ρώσος, αλλά η πιθανότητα μιας ήττας για την ίδια τη Ρωσία. Για τον Γκάρι, τουλάχιστον, η ήττα αυτή ήρθε πολύ αργότερα και, όπως θα περίμενε κανείς, ήρθε από έναν συμπατριώτη του. Ο Κασπάροφ υπήρξε Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι για όλα τα έτη από το 1985 μέχρι το 2000, οπότε και έχασε τον τίτλο από έναν μαθητή του, τον Βλάντιμιρ Κράμνικ. Δεν ήταν αυτή, όμως, η ήττα που εκτόξευσε τη φήμη του στη στρατόσφαιρα των Ανατολικών ηρώων. Τρία χρόνια νωρίτερα, σε μια εποχή που οι νέες τεχνολογίες φάνταζαν σαν η νέα παγκόσμια ουτοπία, ο Κάσπαροφ αναμετρήθηκε με τον υπερυπολογιστή Deep Blue της IBM για να χάσει τον αγώνα μόλις στο τελευταίο παιχνίδι από την σειρά των έξι που έγιναν. Μετά την ήττα, ο Κασπάροφ δήλωσε ότι διέκρινε βαθιά νοημοσύνη και δημιουργικότητα στις κινήσεις του άψυχου αντιπάλου του. Δεν ήταν, ασφαλώς, μια δήλωση αναγνώρισης της ήττας, αλλά ένα υπονοούμενο πως πίσω απ’ τις κινήσεις του υπολογιστή είχε παρεμβληθεί ανθρώπινη νοημοσύνη -κοινώς, ότι οι αντίπαλοι ήταν πολλοί και δεν έπαιξαν τίμια. Για κανέναν γεννημένο νικητή, η ήττα δεν είναι αποδεκτή. Πόσο μάλλον για έναν άνθρωπο που θα γινόταν Τσάρος. Ή τουλάχιστον θα προσπαθούσε να γίνει, δέκα χρόνια μετά…

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΜΑΤ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η Σοβιετική πρωτεύουσα ζούσε στους ρυθμούς της Περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Τότε πολλοί είδαν τη νίκη του ανερχόμενου Κασπάροφ, που του έδωσε και τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, ως μια νίκη ενάντια στο κατεστημένο της Σοβιετικής Ένωσης. Ο ίδιος θα δηλώσει πως «παίζοντας με τον Καρπόφ, ο οποίος είναι ένα σύμβολο του συστήματος, είναι σαν να έβγαζες το βράχο απ’ το δρόμο». Τριάντα χρόνια μετά, ο Γκορμπατσόφ ζει μέσα απ’ τις διαφημίσεις και για πολλούς συμπατριώτες του ο δρόμος προς το μέλλον εξακολουθεί να είναι απελπιστικά κλειστός. Όμως ο Κασπάροφ, έχοντας αποσυρθεί εδώ και δύο χρόνια απ’ το σκάκι, παραμένει πεισματικά στο παιχνίδι της εξουσίας –της πολιτικής αυτή τη φορά. «Αυτή τότε ήταν μια συμβολική νίκη» δηλώνει. «Τώρα μια νίκη δεν μπορεί να είναι τέτοια. Το διακύβευμα σήμερα είναι η ίδια η επιβίωση της χώρας μου».

Ποτέ πραγματικά δεν βρέθηκε μακριά απ’ την πολιτική ο άνθρωπος που έχει περιγραφεί ως το «τέρας με τα χίλια μάτια που τα βλέπει όλα». Μέλος του ΚΚΣΕ από το 1984, ακολούθησε τον συρμό της μετά το 1990 εποχής για να εμπλακεί σε φιλόδοξα εγχειρήματα που κατά βάση στήριζαν τον μοιραίο Μπορίς Γιέλτσιν. Το 2001 υποστήριξε το τηλεοπτικό κανάλι NTV ενάντια στον Πρόεδρο Πούτιν κι αυτή φαίνεται πως ήταν η αρχή μιας σύγκρουσης που στα μάτια του ίδιου ίσως υπήρξε μεγαλύτερη απ’ ότι είναι πραγματικά. Ως ηγέτης ενός ετερόκλητου συνασπισμού κομμάτων της αντιπολίτευσης, ο Κασπάροφ διεκδικεί τον τίτλο του μεγαλύτερου επικριτή ενός ανθρώπου που η δημοτικότητά του ανάμεσα στους συμπατριώτες του αγγίζει δυσθεώρητα ύψη. Ο κυρίαρχος του παιχνιδιού είναι καλά προστατευμένος πίσω απ’ τους Πύργους του Κρεμλίνου. Τον Απρίλιο του 2007, ο Κασπάροφ πήρε μια πρώτη ιδέα της σκακιέρας της ασφάλτου, όταν εννιά χιλιάδες άντρες των Ειδικών Δυνάμεων αναπτύχθηκαν στους δρόμους της ρωσικής πρωτεύουσας για να αντιμετωπίσουν την προεκλογική διαδήλωση της αντιπολίτευσης. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν κι ο ίδιος. Για έναν σκακιστή που διακρίθηκε για την επιθετική του τακτική πάνω στη σκακιέρα, η μάχη για το Κρεμλίνο είναι μια μάχη που χάνεται επειδή ο αντίπαλος δείχνει να ξέρει την ίδια τακτική πάρα πολύ καλά. Ανέκαθεν την ήξερε.

Όταν μια χώρα καταρρέει, αυτό που αλλάζει πάνω απ’ όλα είναι οι άνθρωποι. Αλλάζουν οι συμπεριφορές, αλλάζουν, όμως, και τα πρόσωπα. Κοιτώντας, τη Ρωσία πριν και μετά το 1989, δύσκολα θα διακρίνει κανείς τους ίδιους παίκτες στην σκακιέρα της εξουσίας. Λίγοι θα αναζητούσαν στα μουντά γραφεία της Σοβιετικής γραφειοκρατίας τον επόμενο Τσάρο της Ρωσίας. Κι όμως, αυτός ήταν εκεί. Ο Βλάντιμιρ Πούτιν, νεαρός αξιωματικός της KGB στο Ανατολικό Βερολίνο την εποχή της πτώσης του Τείχους, ανέβηκε πολύ γρήγορα και απρόσμενα τα σκαλοπάτια της εξουσίας. Δήμαρχος της Αγίας Πετρούπολης το 1994, πρωθυπουργός της χώρας του το 1999, ανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας το 2000 σε ηλικία 48 ετών. Δεν είναι τόσο το γρήγορο ή απρόσμενο της υπόθεσης που ξαφνιάζουν, όσο το γεγονός ότι πολύ λίγοι ηγέτες έχουν καταφέρει στην Ιστορία να ταυτίσουν την απαρχή της εξουσία τους με μια τόσο χαρακτηριστική χρονολογία όπως το 2000. Επιπλέον και σε αντίθεση με τον πρωταθλητή από το Μπακού, ο νέος Τσάρος δεν χρειάστηκε ποτέ να δώσει μάχες στο εξωτερικό για να πάρει την εξουσία στη χώρα του. Ίσως αυτό να ήταν και η μεγαλύτερη παράλειψη του πολιτικού Γκάρυ: να μπορείς να νικάς Ρώσους στη χώρα τους. Στη μάχη της εξουσίας, οι συμβολισμοί κρύβουν μεγάλες αλήθειες. Κι αυτό δεν θα ‘πρεπε ποτέ να το ξεχάσει ένας άνθρωπος που άλλαξε ακόμα και το όνομά του για να κατακτήσει τον κόσμο.

Στη ζωή σ’ αντίθεση με το σκάκι, ο πιο σημαντικός παίκτης πάνω στην σκακιέρα μπορεί να είναι Αξιωματικός κι όχι Βασιλιάς ή Τσάρος. Την εποχή που ο νεαρός απ’ το Μπακού ετοιμαζόταν να γίνει Βασιλιάς, κάποιος νεαρός Αξιωματικός έκανε την τελική κίνηση ματ. Το να πει κανείς ότι η Ιστορία θα αναδείξει ποιος τελικά κέρδισε είναι άλλο ένα απ’ τα κλισέ που χρησιμοποιούν οι σχολιαστές Της για να μην την κατανοήσουν ποτέ. Ίσως, περισσότερο κι απ’ το αποτέλεσμα των εκλογών που γίνονται τον Δεκέμβριο στη Ρωσία, μπορέσουμε να καταλάβουμε τη ψυχή του λαού της, αν πάμε πολλά χρόνια πίσω στο 1970. Εκείνη τη χρονιά, η Ρωσία είχε τον τρίτο μεγαλύτερο πληθυσμό Εβραίων στον κόσμο. Εκείνη τη χρονιά, η Ρωσία προσγείωσε το πρώτο της διαστημικό όχημα στη Σελήνη. Εκείνη τη χρονιά, ο Ρώσος Φυσικός Αντρέι Ζαχάρωφ συνυπογράφει ανοικτή επιστολή που αναφερόταν στην αναγκαιότητα παροχής δημοκρατικής ελευθερίας στη χώρα του και θεσπίζει την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Μόσχας για την οποία θα βραβευτεί πέντε χρόνια αργότερα με το Νομπέλ Ειρήνης. Εκείνη τη χρονιά στο μακρινό Μπακού, ο επτάχρονος Gari Weinstein θα μάθει για τον θάνατο του πατέρα του από αυτοκινητιστικό δυστύχημα γυρίζοντας απ’ το σχολείο. Χωρίς όνομα, χωρίς προστασία, ο Γκάρι έμαθε να πιστεύει πως κάποια μέρα θα γινόταν Τσάρος. Όμως, στην παγωμένη σκακιέρα της Μόσχας, οι Πύργοι του Κρεμλίνου θα έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο.


(Δημοσιεύεται στο περιοδικό STATUS Ιανουαρίου 2008)