Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Ο καλός Χειμώνας

Σε μια εποχή όπου όλα είναι ρευστά και καταρρέουν, οι εποχές θα έπρεπε να είναι το τελευταίο σίγουρο σημείο αναφοράς μας στο χρόνο. Πλέον δεν είναι. Περιμένοντας τον χαμένο χειμώνα, ας σκεφτούμε πως το πιο σταθερό πράγμα στη ζωή μας είναι οι άνθρωποι που στέκονται δίπλα μας.


Οι εποχές
αλλάζουν. To καλοκαίρι αργεί να φύγει, το φθινόπωρο έχει χαθεί και ο χειμώνας ξεκινά απότομα γύρω στο Νοέμβρη. Καταλαβαίνεις το χειμώνα όχι τόσο από το κρύο που πέφτει δέκα βαθμούς κάτω από την αμέσως προηγούμενη μέρα, αλλά από τον κόσμο που βγαίνει το βράδυ της επόμενης. Χειμώνας είναι τα πρώτα φοιτητικά πάρτυ της πόλης, όταν έχει περάσει ο Οκτώβρης γνωριμίας κι όταν ακόμα οι παρέες είναι αρκετά μεγάλες για να βγουν με περίσσιο ενδιαφέρον αγόρια και κορίτσια στα μπαράκια στο Γκάζι και τα ρεμπετάδικα της Κυψέλης. Χειμώνας είναι τα αγχωμένα ενήλικα ραντεβού στη γωνία των McDonald’s στην Ερμού, τα σταυρωτά φιλιά έξω από το Διπλό στην πλατεία Εξαρχείων, οι μεθυσμένες αγκαλιές στα σκαλάκια του μετρό στο Γκάζι. Χειμώνας είναι οι έρημοι βρεγμένοι δρόμοι που ορίζουν τα ασφυκτικά γεμάτα ρακάδικα στο Θησείο και τις φοιτητοταβέρνες στα Ιλίσια. Είναι ο απότομος μπιτάτος θόρυβος που βγαίνει όταν οι famestorάδες πορτιέρηδες ανοίγουν της πόρτες στις διώροφες καφετέριες στη Φωκίωνος Νέγρη. Είναι οι διπλοπαρκαρισμένες μπερλίνες έξω από το Rex στην Πανεπιστημίου και οι ουρές των ράθυμων ταξί στην Σπυρίδωνος Τρικούπη. Είναι ο κόσμος που πηγαινοέρχεται για τσιγάρα και καυγά στην Πανόρμου από το Ποτοπωλείο και το Μαραμπού προς το περίπτερο απέναντι και πάλι πίσω. Χειμώνας είναι όταν βλέπεις ουρές έξω από την Έλλη στην Ακαδημίας και τον Απόλλωνα της Σταδίου κόντρα στα βαρετά βραδινά σαββατιάτικα δελτία. Χειμώνας είναι όταν το κέντρο της Αθήνας αδειάζει τα σκοτεινά απογεύματα του Σαββάτου -όταν όλοι κοιμούνται, ετοιμάζονται ή σκέφτονται όσα ζήσουν ή δεν ζήσουν το ίδιο βράδυ.

Θα πείτε πως όλα αυτά συμβαίνουν όχι μόνο τον Νοέμβρη, αλλά και τους υπόλοιπους μήνες του «χειμώνα». Ξέχασα, λοιπόν, να βάλω μπροστά απ’ την εποχή το επίθετο «καλός». Όλα τα παραπάνω είναι ο «καλός χειμώνας». Η ασφαλτοπαγωμένη εποχή, όπου οι άνθρωποι ζουν την προσμονή κάθε αρχής. Όπου όλα στα μάτια τους είναι καινούρια και αδοκίμαστα –οι παρέες, οι βιτρίνες, τα μαγαζιά, οι καταστάσεις. Ένας χειμώνας χωρίς τα πρέπει των γιορτών που θα ‘ρθουν, τις αφραγκιές του Άη Γιαννιού, τις εξεταστικές του Φλεβάρη και την κούραση του γδάρτη Μάρτη. (Μετά έρχεται το καλοκαίρι, ο χειμώνας είναι πια ανάμνηση, κι όσα δεν πετύχαμε να ζήσουμε στο κρύο τα ξεσπάμε σε δυο βδομάδες καυτής άδειας).

Φέτος, ακόμα κι ο καλός χειμώνας μοιάζει αδιάφορος και θαμπός, Οι Αθηναίοι ευθύς μετά τη ραστώνη του καλοκαιριού ήρθαν αντιμέτωποι με κακά νέα. Η οικονομική κρίση τρύπωσε ανάμεσα σε Νύχτες Πρεμιέρας και Φεστιβάλ Κινηματογράφου ανοιγοκλείνοντας τηλεοπτικά παράθυρα. Όμως, μόνο τα κανονικά παράθυρα από ξύλο ή αλουμίνιο φωταγωγούν ρεαλιστικά τη χρεοκοπία μας. Μια βόλτα στην Αποστόλου Παύλου αρκούσε για να μας ξελαμπικάρει το μυαλό. Και μια βραδιά στο Half Note αρκούσε να μας το ξαναγεμίσει με τζαζ ιδέες και πνευματώδεις συζητήσεις για μαύρο σεξ και κόκκινη πολιτική. Ποιο σεξ και ποια πολιτική; Όταν δεν ξέρουμε τι θέλουμε μέσα μας, το έξω χάνει το νόημά του. Όταν νιώθουμε αποξενωμένοι στο ίδιο μας το σπίτι, η γνωριμία με το μεγάλο σπίτι της πόλης μοιάζει βουνό. Όταν ο τριαντάρης μετρά το τελευταίο του πενηντάευρω, η ιδέα μιας απρόσμενης γνωριμίας στα μπαράκια της Σκουφά μάλλον τον φοβίζει παρά τον ενθουσιάζει. Όταν η βραδινή παρέα μας είναι το ασοκαρεδάκι του Mega κι όχι ο συνάδελφός μας στην πρωινή τρέλα, τότε απλά δουλευόμαστε. Άνεργος στην εποχή της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης των τελευταίων εβδομήντα ετών, είναι η βινιέτα στο καθημερινό σαλόνι μας. Δεν είναι που οι τράπεζες καταρρέουν και σκοτεινιάζουμε. (Μέσα τους όλοι οι νοικοκυραίοι χαμογελούν μνησίκακα για το επιτόκιο που ακόμα πληρώνουν κερατιάτικο). Καταρρέει το σκηνικό που τόσα χρόνια είχαμε στήσει το καθημερινό θέατρό μας. Χαλιόμαστε που το έξω είναι πια κι αυτό προβλέψιμο. Τα πρώτα κρύα δυσκολεύονται να φτιάξουν ρόλους και να στήσουν σενάρια για τη χρονιά μπροστά. Ο καλός χειμώνας μας πούλησε για ένα ντεμέκ καλοκαίρι. Τα παράθυρα κλειστά και τα κεφάλια μέσα.

Μη ρωτάς αν είμαι απαισιόδοξος. Κανένας γραφιάς δεν πρέπει να φλερτάρει με την απαισιοδοξία. Κάποιοι της γενιάς μας κοιτάμε ακόμα απ’ τον Λυκαβηττό τη φωτισμένη πόλη κάτω, πάντα με την ίδια λαχταριστή ιδέα ότι εκεί κάτω υπάρχουν ωραίες ιστορίες για να γραφτούν. The show must go on. Η μέρα παίζει σε fast forward -όπως βγαίνει ο ήλιος από τον Υμηττό, φωτίζει απέναντι τις δυτικές συνοικίες, κάθεται πάνω από τις εμμονές του κέντρου, και αργογέρνει απόγευμα στον Πειραιά πετώντας φωτιές στα πανεπιστήμια του Ζωγράφου, πάλι στον Υμηττό, εκεί που παίρνει θέση το φεγγάρι για άλλη μια νύχτα παθών μέχρι το ξημέρωμα κι ακόμα παραπέρα. Με Ομπάμα ή χωρίς, λίγα θα αλλάξουν στο επόμενο Σαββατοκύριακο από μόνα τους. Ευχήσου, λοιπόν, να έχει βροχή, φόρα τα καλύτερά σου ρούχα, βρες ένα στέκι (κυρίως αυτό) και βγες με τους φίλους σου να πεις όσα έχεις στο μυαλό σου και νιώθεις πως κανείς δεν θα κάτσει να ακούσει. Ακόμα κι αν σημαίνει δέκα ευρώ λιγότερα, είναι η γνώση πως ακόμα δεν είσαι ξένος στην πόλη σου. Είναι η αρχή για να την κάνεις δικιά σου. Η αρχή μιας νέας ιστορίας. Όπως τη γράφεις εσύ και οι δικοί σου. Καλό χειμώνα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: