Στις καπνισμένες στέγες της Αλβιώνας ήμουνα
φοιτητάκος απ’ αυτούς που η αρχοντιά σας
έστειλε μια κάποια εποχή να βρουν το μέλλον,
μιας κι η πατρίδα δεν μπορούσε.
Γυροβολούσα τα απογεύματα,
τριγύριζα τις νύχτες,
και τα πρωινά
μια ομίχλη στο τζάμι στο δωμάτιο
ερχόταν και μου μιλούσε αγχωμένη
για τη μέρα, όπως τη νόμιζε να καταφτάνει βαριά,
μα που μάς βάραινε τελικά τόσο
όσο ένα φύλλο του φθινοπώρου.
και στ’ άλλο δωμάτιο δίπλα μου
κάποιος είχε ξυπνήσει νωρίτερα.
Σκάλιζε στην κιθάρα του ήχους νοσταλγικούς,
-ίσα να ακουει μονάχα αυτός-
τα πνιχτά και υγρά ψηφιδωτά μιας παλιάς του εικόνας.
(Μην τυχόν κι αναστατώσει κανέναν)
Μα εγώ τον άκουγα.
(Γιατί κι εγώ μια τέτοια εικόνα θα βασάνιζα απο βραδύς στο μυαλό μου
κι ας βάραινε απ’ έξω η ομίχλη)
Ήταν ο φίλος μου ο Γεωργιανός.
Ξένος κι αυτός.
Ποτέ δεν είχε μιλήσει για μουσική.
Σίμωσα το ίδιο απόγευμα και τον ρώτησα.
«Γιατί παίζεις μόνο το πρωί κρυφά απ’ όλους τους άλλους;»
Δεν ήταν δικιά του η κιθάρα μα του τη χάρισαν, μου ‘πε.
Τα τραγούδια μόνο ήταν δικά του.
«Πριν από ‘μένα άλλοι την κράτησαν.
Και κάθε φορά που ‘φτάναν οι μέρες του γυρισμού
τη χάριζαν στον επόμενο»
Κάπως έτσι η κιθάρα του φίλου μου του Γεωργιανού
είχε αλλάξει τέσσερα χέρια μέχρι να την κρατήσω κι εγώ.
Έπαιζα τα πρωινά όπως όλοι είχαν παίξει πιο πριν,
το ίδιο σιγά και δακρυσμένα.
Κι οι μέρες περνούσαν στις καπνισμένες στέγες της Αλβιώνας.
Γυροβολούσα τα απογεύματα,
τριγύριζα τις νύχτες
και τα πρωινά
έδιωχνα την ομίχλη πετώντας της ήχους.
Τελικά, κανέναν δεν ξύπνησα.
Οι μέρες ανάλαφρα έφυγαν
και κανένας δε βρέθηκε να πάρει την ξεφτισμένη κιθάρα μαζί του.
Την έφερα πίσω, λοιπόν,
και πολύ το μετάνιωσα.
Την έβλεπα στο σαλόνι κι έμοιαζε τόσο φυλακισμένη!
Μα πιο πολύ φανταζόμουνα τ’ άδεια πρωινά
του άγνωστου έκτου συμφοιτητή μου!
Σήμερα,
βρέθηκα σε κάποια σχολή και τα παιδιά με κοιτούσαν,
καθώς άφηνα την κιθάρα στο αμφιθέατρο κι έφευγα.
Μέσα της έριξα αυτό το σημείωμα
με την ελπίδα πως η περιέργεια πάντα νικάει τη ντροπή.
Δάκρυσα όταν βγήκα στο δρόμο.
Μα έτσι ήταν σωστό, έλεγα στον εαυτό μου.
Ακόμα κι αν δε βρέθηκε κάποιος να μου την πάρει
έπρεπε με κάθε τρόπο να συνεχίσει να φεύγει.
Γιατί, οι άνθρωποι φεύγουν,
μα οι ομίχλες είναι πάντα εκεί.
Και μόνη αλήθεια του κόσμου
όταν το χέρι του πρώτου
έδωσε δύναμη και παρηγοριά στον επόμενο
και η ομίχλη καθάρισε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου