Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που η πόλη ξυπνά από τύψεις
για τις μέρες που χάνονται…
Για τις μέρες που χάνονται και πρωινά δεν κοιτούν.
Παρά μόνο το βλέμμα σκυφτό απ’ τα βάρη κρατούν
σε ηλιοβασιλέματα μωβ σαν το πένθος,
σαν σ’ έβαλαν να ξυπνάς με σημάδι
- πάνε είκοσι χρόνια τώρα – τα νικημένα σου νιάτα.
Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που το κρύο κάνει διακρίσεις
και τους φαρδύστερνους εκδικείται…
Θαρρείς και επέλεξαν μόνοι να βάζουν το στήθος τους
πρώτοι στα δύσκολα,
πρώτοι τη μέρα, τελευταίοι τη νύχτα.
Με τι κουράγιο κρατιέσαι, καημένε μου, ακόμα απ’ τη λαβή;
Ποτέ δεν άκουσες στις ειδήσεις για τα δικά σου
τα κατορθώματα.
Κι ας ήταν πολλά.
Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που ο καφές αχνιστός σιγοψήνει το σπίτι
και οι μνήμες ξυπνούν σαν σπασμένα μπισκότα…
Η αθωότητα έφυγε στο δεύτερο κιόλας πρωί.
Μόνη σύντροφος, τώρα τα πρωινά,
η λαβή σ’ εκείνο το τρόλεϋ που ποτέ δεν την πρόσεξες.
Μάρτυρας της ζωής σου
σαν γυναικείο κορμί που μαζι σου γερνά,
χάντρα κομπολογιού χαραγμένη με ατέλειωτες προσδοκίες
όσων την κράτησαν με άνευρο χέρι και φλογισμένη καρδιά.
Σιγοσβήνει.
Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ώρα που τα παιδιά κουνούν τα χέρια στο στήθος
και τα μικρά κεφαλάκια τους ψάχνουν στον ουρανό για εικόνες…
Αλήθεια, πώς να ‘ναι τώρα το ηλιοβασίλεμα;
Μαγική ώρα, πρωινή ώρα,
ακόμα με προκαλείς.
Μόνη σου αντιστέκεσαι στις άλλες μου ώρες.
Αντάρτισσα στον πόλεμο των τηλεπρωινών
ακούραστη βγαίνεις στις γωνιές που κρύβεται το φώς
- λίγο πριν το υποτάξει η μέρα - και πετάς προκηρύξεις
αέρινες.
Ώρα πρωινή, ώρα μαγική, μείνε λίγο ακόμα.
Τη συντροφιά σου αναζητώ από μικρός
στις αυλές που κλείνουν τη ψυχή μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου