Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2007

Revolution

Αρματηλάτες τρομεροί ξεπεζέψαν
την τραγική τους μοίρα και ξανάρθαν
αντιμέτωποι με το παρελθόν τους
που είχαν ξεχάσει.
Κροταλίζαν τα όπλα τους
σαν τα απιθώναν στο πλάι
και αστράφταν τα κράνη στη χαίτη
καθώς το βλέμμα το άγριο ανέτελλε
πιο θυμωμένο κι απ’ τον αέρα,
πιο οργισμένο κι από τη θάλασσα.


Ξεπεζέψαν αδίστακτοι για μια μόνο στιγμή,
ίσα που ν’ αδειάσει ο συρφετός
που ‘χε κάτσει στο σβέρκο ξεδιάντροπα
του γένους το ευγενικό.
Βγαλμένος απ’ άλλη εποχή ο όχλος
τραβούσε το μέλλον στο παρελθόν
θαρρείς σκηνικό του ο χρόνος στημένο
μ’ επιθυμίες λαχταριστές που δεν ήρθαν
μ’ αποτυχίες ξορκισμένες που έμειναν
και ταπεινώσεις που φωνή να φωνάξουν
δεν είχαν.


Κι ως στέκονταν αντιμέτωποι
με τα σχοινιά του χρέους κομμένα
πολλοί αιώνες περάσαν από μπροστά τους,
μνήμες του νεκρού πριν τον θάνατο
σαν δραπετεύουν μια ώρα νωρίτερα,
λεύτερες απ’ ανάγκες και συμβιβασμούς,
πως η ζωή δεν πάει άλλο
και εκεί σε μια στάλα γης αποφάσισε
να ξεπεζέψει τον Χρόνο.


Κοιτιόνταν ο ένας τον άλλο στα μάτια
μα του σκλάβου τα μάτια χαμήλωναν
σαν χτυπούσε βαθιά στην καρδιά του η αμαρτία
και βροντάστραφτε καταπάνω στο νου
η λεπίδα η τρομερή,
βαπτισμένη στα ιερά και τα όσια του Έθνους,
άγιασμα κάποτε των πολλών και σήμερα
όρκος στα στόματα λίγων.
Κι έτσι όρμηξαν.


Τη θάλασσα νόμιζαν πως είχαν από παλιά
και τον αέρα τον εθνεγέρτη σύμμαχο,
-μα αλίμονο, οι καιροί τα σημάδια αλλάζουν-
βγάλαν τα κράνη και με το μάτι του χρέους πιστέψαν
πως τον όχλο θα γύριζαν στις φωλιές του
ξεβρωμίζοντας απ’ την ύβρι το Ιερό.
Μα ούτε αυτός υπολόγιζε τα πράγματα ως ήρθαν
θαρρείς λογισμός και ψυχή είχαν από καιρό ξεχάσει τη κολλεγιά τους.
Η θάλασσα βάφτηκε κόκκινη
και ο αέρας μώβιασε απ’ τη μανία.
Τα άλογα ξεχυθήκαν στα τσιμεντένια τα αλώνια,
ο Χρόνος και η Μοίρα ξεσέλωτα αφήνιασαν
καιρό ως είχαν να τρέξουν χωρίς ορμηνίες.


Θρήνος και αγαλλίαση, αίμα και προσευχή.
Στη λάσπη καταχωνιάστηκαν τα κουφάρια των αφεντάδων.
Απάνου φυτρώσαν γρασίδι και μάρμαρο οι Επίγονοι
τιμώντας την πρώτη κραυγή, την πρώτη ορμή.
Στ’ άλογα φόρεσαν χαλινάρια
την ουτοπία σταυλίσαν μ’ εφτα καρότσια σανό
και στο Χρόνο αφέντες τη Μοίρα αρχίνισαν
να πλάθουν καταπώς τα ανθρώπινα αντικρίζουν τον κόσμο.
Αρματηλάτες σεβαστοί τη λεπίδα βαστάξαν
κι ως το βάρος της να συνηθίσουν απ’ των αιώνων το αίμα
στο θρονί το επίχρυσον έγειραν
αντιμέτωποι με το μέλλον τους
που είχαν ξεχάσει.


Αθήνα, Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: