Ο ρυθμός σε κυριεύει όταν χορεύεις το βάλς των χαμένων ευκαιριών.
Ένα δωμάτιο με άντρες σαν κι εσένα γεμάτο,
στο πιάνο ένας μεσιέ καραφλούλης με κόκκινα απ’ το κρασί μαγουλάκια
και πάνω του μια μετρέζα –όπως θα ‘λεγε κι η γιαγιά σου την κόρη του καφετζή
5 με τα μπούτια γυμνά και τα βυζιά πεταμένα βγάζει κραυγές Βερολινέζικες.
Στο διπλανό τα κορίτσια σας χαριετίζονται στα κρυφά και σας περιμένουν
-ώ, δεν τις ήθελες μαζί, αλλά καλό να ακούγονται τα χαμηλόφωνα τσιρίγματα από
κάπου κοντά,
προάγγελος της καλής συζυγικής αγκαλιάς που είναι πάντα εκεί-
στο δώμα, που το ‘λεγε μειδιώντας ο μουστάκιας παππούς σου γυναικωνίτη.
10 «Τσιλιμπού-τσιλιμπούρδ, τραγούδ-τραγουδείς!»,
όψη ανδρός, άνθρωπος ως και ανήρ πεφταστήρ
κι άλλες κρασιού αναθυμιάσεις γλεντιού, «πιάσε λίγο κι εσύ...»
δέρμα λευκό νιωθοκοιτάς σαν της Παναγίας «...μα δεν μπορείς να τ’ αγγίξεις! Χε!»
Είναι πίσω από τζάμι και πευκοκορνίζα, δωρεά ευσεβών ιδιοκτητών καμπαρέ κι άλλων θεαμάτων
15 κι είσαι ταγμένος, ρε, από γονείς και θεούς να συνε(χίκ!)σεις το ελάχιστο ανεκτό της ζωής
το ελάχιστο κοινό αξιοπρεπές απ’ την φάρα των Ανθρώπων, κατάρα!
Έι, οι πουτάνες είναι για ‘σένα μόνο τις ώρες που δραπετεύεις
μικροφυλακισμένος της ζωής των πρέπει σου.
«Σεξοχασκόγελος με την κυρα-Σουσού για κοντόβρακος δράκος στο Σέιχ Σού;»
20 Αλίμονο, διαλέγεις ελεύθερα το δάσος των χαμένων «σού» ευκαιριών:
να κάψεις, να ρημάξεις και ξανά την άλλη μέρα να λουφάξεις.
Σε βλέπει ο καραφλούλης και ξεκαρδίζεται
πως αυτός ο κουλός και στραβός και κοντός μές στα πέπλα
της Κίρκης Κίρκωφ απ’ το Κερατσίνι είναι πνιγμένος
25 και η «όψη ανδρός» μονάχα να ρίχνει ματιές
(μήπως άλλα συμβαίνουν στο δώμα, ανήσυχος);
«Ουχουχού! Κερασφόρος θεός ο μικροαστός Παντελεήμων!», χθόνιος στην όψη,
ε, να μην είναι δείγμα γνησίας καταγωγής οι ρυτίδες της γης και το κέρατο;
Τι λεει γι’ αυτό ο θεός Νιόνιος απ’ το βουνό της καμμένης συνείδησης των αστών, την Πεντέλη;
30 Τον παίρνει παιδί του τον Παν-τε-λή στα θέατρα και τα θέρετρα της μνήμης των ασεβών;
Επιδαύριων αστών, ασεβών ασβών το ανάγνωσμα, πιάστε τις μύτες σας
γιατί το λιβάνι της τελετής είναι νοθευμένο σαν Κυριακή με χειροκροτήματα πίστης
«ευλόγησον δέσποτα τα ανομήματα των παιδιών σου!»
Παίζει το πιάνο κι ο Βάιλ ο Γερμαναράς ζωντανεύει στις νύχτες των χρόνων μας
35 λες κι ήταν ανέκαθεν το τραγούδι του μέρος της νυχτοφαντασίας μας σαν τ’ αστέρια που πέφτουν.
Κάποιοι είν’ το μέτρο της κοινωνίας, κάποιοι είναι ο όρος ο μέσος.
«Φέρτε τον όρο, φέρτε ορό, γιατί ο Άνθρωπος ασθενεί! Δεν τον βλέπετε;»
«Μα από πάντα υπήρχαν οι όροι, σου λέω, μην είμαστε κυνικοί και κακοί με τον Άνθρωπο!»
«Μα τώρα είναι πολλοί όλοι αυτοί οι μικροί μέσοι όροι, να πάρει,
40 και το σαλόνι του Μεγάλου Χορού των Ευκαιριών δεν μπορεί να κοντρολάρει
τις παράνομες ματιές, τ’ αγυρτοσαλιαρίσματα και να σουτάρει
τις λιγωμένες τους για θέαμα κι ηδονή ψυχές!»
Κάθονται, λοιπόν, και κοιτούν, κάθονται και προσμένουν, κάθονται τρεις φορές κι αγωνιούν
όπως τρείς γεμάτες σταυροκοπιούνται κι άλλες τρείς καταριούνται το γένος τους
45 -γιατί τρία;- έτσι από εκτόνωση, από ξέσκασμα ξαναμμένης ξεφτίλας –τρία ξανά.
Ξι, ένα γράμμα διπλό που κανένα δημοτικάκι δεν του το ‘παν διπλό
και γι’ αυτό –δες τα γραπτά «που μένουν» και πες μου κσεκάθαρα-
πόσα ξι είν’ τα ίδια σε τάση και σχήμα χερομολυβογραφημένα;
Κανένα! Αλλ’ όλα αλλιώτικα κι αγχωμένα, να δεις!
50 «Λόλα! Λολίτα, την ψυχή του κυρίου σταμάτα να βασανίζεις!»
«Έλ-όου- ελ-αίυ, έλ-όου-βι-ή, μια αμαρτία όλη η Γη!»
Χα! Ορνιθοσκαλίσματα και μυγοχέσματα τα γράμματά μας...
Λες να ‘ναι παρόμοιες οι φωνές μας σαν ζητάμε απ’ τον άλλον να μας προσέξει;
«Έχω ανάγκη να σου υπογράψω συμβόλαιο
55 πως ζω κι αναπνέω τον ίδιο αέρα που σε τυλίγει κι εσένα»
(Μεταφράζω για τους κουφούς και γκαβούς και αναίσθητους:
«Μα θέλω ταυτόχρονα να το σκίσω σαν μ’ εμποδίζει να δω
μονάχος εγώ πως είναι πίσω απ’ το ουράνιο τόξο τα δένδρα του παραδείσου!»)
Αυτό είναι το βάλς των ονείρων σου.
60 Αιώνια ίδια τα βήματα στο παρκέ της καλογυαλισμένης συνείδησης των «σού»!
Παμ-παμ-παμ, πάραμ-παμ, παμ-παμ-παμ, πάραμ-παμ (ξου!)
παμ-παμ-πάμε γρήγορα πριν μας προλάβουν τα όνειρα των άλλων!
Μα ολονών τα όνειρα σταματούν σαν ξημερώνει, τι λέω...
...κι είν’ τέτοια η λέξη –κατάρα- από ξι που κανείς δεν τη γράφει το ίδιο!
65 «Κανένα ξημέρωμα δεν αρχίζει το ίδιο για όλους...»
Το όνειρο βουλιάζει στο μαξιλάρι και ακούγεται σαν ρολόι κινέζικο που χτυπά
και λεει παρά έξι
κι έξω ακόμη η νύχτα χορεύει και ξεσκά
κι εσύ;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου