Πρώτο έτος
και σπίτι να βρει δεν μπόρεσε
-αυτό που έκανε όνειρα τον Αύγουστο-
με δωμάτιο, σαλόνι και κουζίνα.
Ένα ισόγειο προσωρινά,
τέσσερα επί πέντε μέτρα δωμάτιο
μ’ ένα μπαλκόνι για να αναπνέει
μ’ ένα νεροχυτάκι να επιζεί
κι ένα μπανάκι να ξεπλένει τα πάθη της, στη γωνία.
Φοιτήτρια νεαρή και δεν άντεχε
τη ψυχή της να φυλακίζει,
σε τέσσερις τοίχους βαμμένους με υγρασία
να κλείνει τα απογεύματα.
Και τούτες τις κατσαρίδες δεν τις είχε γνωρίσει στο σπίτι της.
Έπαιρνε, λοιπόν, όσα χρήματα είχε
και ξεπόρτιζε να ψάξει τα χρώματα
-αυτά που της είπαν πως λούζουν την πόλη.
Πλατεία Βικτωρίας και τα πρόσωπα άλλα.
Δεν ξέρει κανέναν.
Ο περιπτεράς τής χάρισε τα ρέστα απ’ την τηλεκάρτα.
(Κάτι είναι κι αυτό)
Και το καρτοτηλέφωνο στέκει αδειανό
-ευκαιρία να μιλήσει με τους δικούς της.
Μα το προσπέρασε τώρα.
Τα φώτα στο βάθος την παρασύρουν
-εύκολα το βλέπει κανείς, κοιτώντας την απ’ το παγκάκι.
Να ‘ναι καλό αυτό ή κακό;
Ο μητέρα της είπε μόνο αν έχει δουλειά
-μα έτσι ποτέ τα βαρκάκια δεν θα ‘βγαιναν στα ανοιχτά.
Οδός Πατησίων και Χέυδεν γωνία.
Η ταχύτητα την αναστατώνει.
Το ύψος επίσης.
Κι όλα πολλά, πάρα πολλά.
Τα κτίρια μεγάλα κι οι άνθρωποι ζωντανοί.
(Όχι αυτή η ζωντάνια που γνώριζε στο χωριό
-όταν όλοι σταμάταγαν να μιλούν μόλις πλησίαζες)
Μια ζωντάνια αδιάφορη για τον άλλον,
-ιδιαίτερα μάλλον προσωπική.
Φτιαγμένη μονάχα για αυτούς
κι ας πήγαιναν πέντε πέντε στο πεζοδρόμιο.
Περπατούσε πάντοτε δέκα λεπτά προς τ’ αριστερά.
Τόσα της έφταναν πριν την πιάσουν οι τύψεις
μιας και φοβόταν να παει μακρύτερα.
Τόσο απείχε και το σπίτι της απ’ την πλατεία στο χωριό.
Πιο πέρα ήταν χωράφια να πάει κανείς.
Μα εδώ...
Οι άλλοι προχώραγαν, και το κυριότερο,
άλλοι τόσοι ερχόντουσαν προς αυτήν.
Από που;
Ένιωθε να λιποθυμά μπρος στην αποκάλυψη του μεγέθους.
Φώτα, χρώματα, χάος και φώς.
Βάθος ανεξερεύνητο μες στη νύχτα που έπεφτε.
Ψίθυροι και κραυγές, κόρνες και φρένα
σαν σε παρέλαση Σειληνών σε πόλη παρθένων.
Η ατμόσφαιρα μύριζε ερωτική
σ’ ενα δρόμο όπου όλοι ήταν απώντες.
Κάποιος την έσπρωξε κατά λάθος.
(Μια κάποια άλλη ίσως φορά)
Έστριψε ξανά προς τα πίσω
και στο πρώτο σαντουιτσάδικο έφτιαξε το φαγητό της.
Δεν πεινούσε
αλλά ήθελε κάτι να κάνει.
Ταυτότητά της το τοστ, μα για πόσο;
Πόσο στέκει αμίλητος στο κελί ο φυλακισμένος
πριν βγει στο προαύλιο;
Πόσο κάθεται αγναντεύοντας ο ναυαγός στην ακτή
πριν ψάξει στο δάσος;
Δεν μάθαμε ποτέ την ιστορία εκείνου του κοριτσιού.
Ίσως τη συναντήσαμε σε κάποια ορκωμοσία.
Ίσως πάλι την προσπεράσαμε βιαστικά να μοιράζει φυλλάδια.
Κι ίσως να ζήσαμε πάνω της άλλη μια ξεχασμένη νύχτα.
Το βράδυ εκείνο,
το κορίτσι κοιμήθηκε ήσυχα
κρατώντας στα χέρια τις σημειώσεις απ’ το μάθημα της προηγούμενης μέρας.
1 σχόλιο:
Συγκίνηση....( 10 λεπτά)
Δημοσίευση σχολίου